
Το αναστάσιμο ποίημα είναι της Μαρίας Σκουρολιάκου
Δυο χελιδόνια Επίμονη ηχώ σαν άρπα και σαν όρθρος κυκλαδικού πρωινού συμβαίνει άξαφνα στην κάμαρη. Στο μισόφωτο εισχωρεί όψιμη ευωδία μακάριο νερό από παλιά βροχή

Δυο χελιδόνια Επίμονη ηχώ σαν άρπα και σαν όρθρος κυκλαδικού πρωινού συμβαίνει άξαφνα στην κάμαρη. Στο μισόφωτο εισχωρεί όψιμη ευωδία μακάριο νερό από παλιά βροχή

Η γέννηση του άρρωστου ζώου Βρισκόμαστε μέσα στην άνοιξη κρατώ στα χέρια μου ένα τόσο δα προβατάκι λευκό σα θαύμα Τρέχοντας το κρατώ στο απέραντο

Η ποίηση των ορίων Εντός του πεδίου ορισμού μιας συνάρτησης, από το μείον άπειρο, το εγώ, έως το συν άπειρο, το εσύ, ανιχνεύουμε, ιχνηλατούμε τη

Κάτι Καμιά απάντηση δεν μπορεί να με σώσει. Αυτό που ταλανίζει τα πιστεύω μου, να το, μπροστά μου. Πάντα ορθό και κίβδηλο, να με κοιτάζει

Ύμνος εις την ελευθερίαν Τα πουλιά εγκλωβισμένα κοιτάνε ψηλά και βλέπουν επιτέλους τη στέγη να’χει πετάξει Πάνε τα λέπια τα κεραμιδένια Πάει κι η στέγη,

Πορίμμα Να ξημερώνεις σημαίνει να γυρνάς γυμνός απ’ τη μεγάλη νύχτα μισό φεγγάρι να καρφώνει τη στιγμή σφαγή στη νοσταλγία σκιές πουλιά να κελαηδούν το
Για την καλύτερη εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies για αποθήκευση ή πρόσβαση σε πληροφορίες συσκευής. Η συναίνεση επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων όπως συμπεριφορά περιήγησης. Η άρνηση ενδέχεται να επηρεάσει λειτουργίες του ιστότοπου.