
Το ποίημα της Δευτέρας: “Κωπηλατώντας στο παρελθόν” του Γιώργου Μεταξά
Κωπηλατώντας στο παρελθόν Καθώς τις πίκρες μέτραγες με τ’ ακροδάχτυλά σου τις πονεμένες θύμιζες μπαλάντες του Βιγιόν μα όταν λέξεις σου ‘γραφε στο τζάμι πάνω

Κωπηλατώντας στο παρελθόν Καθώς τις πίκρες μέτραγες με τ’ ακροδάχτυλά σου τις πονεμένες θύμιζες μπαλάντες του Βιγιόν μα όταν λέξεις σου ‘γραφε στο τζάμι πάνω

Αγρανάπαυση τον ρωτώ πώς θα ζήσουμε εδώ που δεν μένει κανένας και δεν φτάνει ούτε ήλιος τραβά την άκρη απ’ το σκοινί που έχει δέσει

Δυο χελιδόνια Επίμονη ηχώ σαν άρπα και σαν όρθρος κυκλαδικού πρωινού συμβαίνει άξαφνα στην κάμαρη. Στο μισόφωτο εισχωρεί όψιμη ευωδία μακάριο νερό από παλιά βροχή

Η γέννηση του άρρωστου ζώου Βρισκόμαστε μέσα στην άνοιξη κρατώ στα χέρια μου ένα τόσο δα προβατάκι λευκό σα θαύμα Τρέχοντας το κρατώ στο απέραντο

Η ποίηση των ορίων Εντός του πεδίου ορισμού μιας συνάρτησης, από το μείον άπειρο, το εγώ, έως το συν άπειρο, το εσύ, ανιχνεύουμε, ιχνηλατούμε τη

Κάτι Καμιά απάντηση δεν μπορεί να με σώσει. Αυτό που ταλανίζει τα πιστεύω μου, να το, μπροστά μου. Πάντα ορθό και κίβδηλο, να με κοιτάζει
Για την καλύτερη εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies για αποθήκευση ή πρόσβαση σε πληροφορίες συσκευής. Η συναίνεση επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων όπως συμπεριφορά περιήγησης. Η άρνηση ενδέχεται να επηρεάσει λειτουργίες του ιστότοπου.