«Χαρτογράφηση» της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη και το οικογενειακό τραύμα στη σύγχρονη ελληνική ποίηση
Χριστίνα Λιναρδάκη
Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη

Διαβάζοντας άλλο ένα δυνατό ποιητικό βιβλίο, τη Χαρτογράφηση της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη (Θράκα, 2024, ISBN 9786185463816), με αφορμή ένα κείμενο του Δημήτρη Μπαλτά στο site μας το οποίο μου κίνησε το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο βιβλίο, διαπιστώνω ότι ένας διακριτός άξονας της ποίησης που γράφεται σήμερα αφορά το οικογενειακό τραύμα, εκείνο δηλαδή που προκαλείται από και μέσα στην οικογένεια. Δεν είναι ότι δεν γράφονταν και παλιότερα ποιήματα με αφορμή τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, όμως πια (ίσως εξαιτίας της μεγαλύτερης επίγνωσης και αυτεπίγνωσης που έχει επιτρέψει η εποχή μας) υπάρχει η διάθεση στηλίτευσης των κακώς κειμένων της αγίας ελληνικής οικογένειας – που δεν είναι τελικά και τόσο αγία. Και, αν κάποτε η οικογένεια θεωρούνταν το ιερό απάγκιο παρά τις όποιες παθογένειες, τα ταμπού πλέον εξέλιπαν. Επιπρόσθετα, πέρα από την ίδια τη θεματική, διαπιστώνων ομοιότητες στη διαπραγμάτευση του εν λόγω τραύματος μέσα στις συλλογές – μια διαπραγμάτευση που βασίζεται στον υπαινιγμό χωρίς ωστόσο να διακυβεύει την καταδήλωση, και που πραγματοποιείται συχνά με τρόπο υποδόριο ο οποίος στοιχειώνει.

Ανατρέχοντας σε ποιητικές συλλογές των τελευταίων ετών και ανασύροντας το τι έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου, ασφαλώς θα σταθώ αρχικά στη συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη Μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), μια συλλογή «ιδιαίτερα σκληρή – σαν μια κραυγή που σκίζει τη συνήθη τάξη των πραγμάτων», όπως έγραφα τότε. Επίσης, θα σταθώ στη φετινή υποψήφια των βραβείων του anagnostis.gr, τους Οικόσιτους διαμελισμούς της Έφης Ζωγράφου (Θράκα, 2024), η οποία μιλά για οίκοθεν τραύματα που είναι «επίμονα και ανεξίτηλα», όπως τα έχω χαρακτηρίσει. Και φυσικά σε μια σταθερή θεματική της Χλόης Κουτσουμπέλη, επανερχόμενη στην ποίησή της, που ήταν ιδιαίτερα έντονη στην πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή Αρχαίος πίθηκος (Πόλις, 2024), όπου αναφέρονται οι «κατεστραμμένες σχέσεις μεταξύ παιδιού και γονιών», καθώς και η «ανεπάρκεια των δεσμών στην ευρύτερη οικογένεια», όπως διαπίστωνα στο κει΄μενόμου.

Το άρρωστο ζώο της Κατερίνας Μαρδακιούπη (Ενύπνιο, 2023), μια εκτενής μεταφορά του ποιητικού υποκειμένου ως αρνιού-σφάγιου, προδικασμένου άμα τη γεννήσει του την άνοιξη, δεν επιτρέπει την αβίαστη ταύτιση με το οικογενειακό τραύμα, όμως τα στοιχεία που συνηγορούν προς αυτό το συμπέρασμα είναι πολλά και δύσκολο να περάσουν απαρατήρητα – ενδέχεται  πάντως η αναφορά να γίνεται περισσότερο στο κοινωνικό τραύμα. Ομοίως, η συλλογή της Αντωνίας Μποτονάκη Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα (Θράκα, 2024) αναφέρεται σε τραύματα που προέκυψαν στο οικογενειακό πλαίσιο, όμως το ζήτημα που πραγματεύεται είναι τελικά ευρύτερο της οικογένειας, περισσότερο κοινωνικό (ένα κορίτσι που μεγαλώνει στην ελληνική επαρχία). Το ίδιο και το Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα της Νόα Τίνσελ (Θράκα, 2023) ή η Ανθολογία ελληνικής κουήρ ποίησης (Θράκα, 2023): και τα δύο βιβλία μιλούν για τραύματα που πολλές φορές εκπηγάζουν από την οικογένεια, αλλά τελικά είναι πρωτίστως κοινωνικά.

Στον διακριτό αυτόν άξονα δεν συμπεριλαμβάνω επίσης το δικό μου βιβλίο ΣΚΠ (Ενάντια, 2024), το οποίο στο δεύτερο μέρος του πραγματεύεται πολύ το ζήτημα του οικογενειακού τραύματος, όμως το κάνει με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αμιγώς καταδηλωτικό, προσεγγίζοντας περισσότερο το ύφος της μαρτυρίας.

Το βιβλίο της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη, τώρα, Χαρτογράφηση (Θράκα, 2024) κάνει – κατά μεγάλο μέρος – ρητή αναφορά στον διακριτό άξονα που ανέφερα στην αρχή, μαζί με τα βιβλία της Χαλκιαδάκη, της Ζωγράφου και της Κουτσουμπέλη (σίγουρα και άλλων ποιητών/ποιητριών που μου διαφεύγουν). Μολονότι δεν εξαντλείται στο οικογενειακό τραύμα, το ανατέμνει ενώ, συγχρόνως, υπογραμμίζει την αλγεινή και προδικασμένη θέση της γυναίκας σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η Τσουκαλοχωρίτη υιοθετεί τον υπαινικτικό τρόπο γραφής που όμως δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρανόησης: Η οικογένεια, ο πιο ασφαλής – υποτίθεται – τόπος για ένα παιδί, γίνεται λιμάνι του κακού, μιας πληγής που πάει τόσο βαθιά ώστε, παρά τις όποιες προσπάθειες μεταγενέστερης ίασης, είναι αδύνατο να μην κακοφορμίσει:

Ο φόβος έγινε ιδρώτας
ο ιδρώτας έγινε γάλα.
Το γάλα που είχα θηλάσει

έσταζε μαύρο στα πατώματα.

(από το ποίημα «Ο ξάδερφος»)

Και, σαν να μην έφτανε το προσωπικό τραύμα που προκαλεί στο άτομο η οικογένεια, πολλές φορές υπάρχει και κάποιο άλλου είδους οικογενειακό τραύμα που μαστίζει συλλογικά όλα της τα μέλη – η αυτοκτονία μιας θείας, για παράδειγμα, όπως είναι η περίπτωση που αναφέρεται στο ποίημα «Τα μάγια» («Ήθελα να είμαι εκεί/ την ημέρα που άνοιξε η πληγή που μοιραζόμαστε./ Ήθελα – / μιας και τόσα χρόνια προσπαθώ να την κλείσω»).

Αυτού του είδους τα τραύματα πραγματεύεται η πρώτη ενότητα της συλλογής, που επιγράφεται «Ανατολή» (σε μια χαρτογράφηση, όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου, τα σημεία του ορίζοντα είναι μάλλον αναμενόμενα).

Η δεύτερη ενότητα «Βορράς» αναφέρεται σε πιο διαφοροποιημένα γεγονότα που σημάδεψαν το ποιητικό υποκείμενο: για παράδειγμα ο κηδεμόνας που έπρεπε να φοράει στην εφηβεία της, μάλλον λόγω σκολίωσης, ο οποίος συνοδευόταν από τη σύσταση να είναι σιωπηλή («να μην ακούγομαι»), δηλαδή αόρατη, ιδίως όσον αφορά τα αγόρια. Αναπόφευκτα, ο συνδυασμός είχε άσχημα αποτελέσματα για τον ψυχισμό της, και βιώθηκε σαν τραύμα κι αυτός:

Τα σίδερα με καίγανε.
Έλιωναν τα κόκκαλά μου.
Έσκιζα τις σατέν κορδέλες και τα καλσόν.
Στάχτες στα μαλλιά μου.
Κάρβουνα στα νύχια μου.

Ξερόκλαδα στα δόντια μου.

 Πριν αναπτυχθώ

είχα ήδη γίνει αποκαΐδια.

(από το ποίημα «Ρεσιτάλ μπαλέτου»)

Σαν πληγή όμως εισπράττεται και η ασθένεια κοντινής συγγενούς που αναγκάστηκε να κάνει μαστεκτομή: «Αμαζόνα εξ ανάγκης. Αγωνίστρια εξ επιλογής» (από το ποίημα «Η αμαζόνα»).

Την ενότητα κλείνει ένα ποίημα για τη μοναξιά που αισθάνεται μέσα στην οικογένεια μια «πυκνοκατοικημένη γυναίκα» (από στίχο της Λιλής Ζωγράφου που χρησιμοποιείται σαν προμετωπίδα στο ποίημα του βιβλίου «Το σπίτι»), δηλαδή το ποιητικό υποκείμενο της συλλογής. Οι άνθρωποι που την κατοικούν «ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά/ στην σπονδυλική μου στήλη/ – κάθε βήμα τους ένα τρίξιμο των μυών μου – […] / Όταν όμως φτύνουν στο δέρμα μου/ φυτρώνει πάντα μια επίμονη μοναξιά» (καθηλωτική η επιλογή του ρήματος «φτύνουν»).

Ακολουθεί η ενότητα «Νότος». Εδώ έχουμε τη μεταμόρφωση του ποιητικού υποκειμένου σε γυναίκα (στην «Ανατολή» ήταν παιδί και στον «Βορρά» έφηβη). Φυσικά, μια τέτοια μεταμόρφωση δεν συντελείται εύκολα:

Το ψωμί στο αίμα. Το αίμα στο ψωμί.
Ζυμωμένο από πρόγονο.
Βγαλμένο από τη φλέβα του αριστερού χεριού

(από το ποίημα «Το ξόρκι»)

Άλλωστε, οι ουλές επιμένουν. Όταν ήταν μικρή, έπεσε και χτύπησε. Η μαμά της τής έλεγε το γνωστό «μέχρι να παντρευτείς», το τροπάριο με το οποίο γαλουχούσαν οι παλιότεροι όλα τα μικρά κορίτσια, εμφυσώντας τους την πεποίθηση ότι αυτός είναι ο σκοπός τους στη ζωή. Όταν μεγάλωσε και έφτασε λίγο πριν από τον γάμο, έπρεπε να βάζει «χρώμα στην ουλή/ για να μη φαίνεται», όμως αυτή η ουλή την είχε πια σχηματίσει, την είχε καθορίσει…

Η τελευταία ενότητα φέρει τον τίτλο «Δύση». Είναι συγκριτικά η μεγαλύτερη από τις τέσσερις, αφού περιλαμβάνει έξι ποιήματα, αντί για πέντε που είχαν δύο από τις προηγούμενες ενότητες («Ανατολή», «Νότος») και τέσσερα που περιείχε ο «Βορράς». Εδώ το ποιητικό υποκείμενο έχει πια φτάσει στην ώριμη ηλικία και εμφορείται από σκέψεις για το τέλος της ζωής και το γεγονός ότι στον θάνατο, όπως και στον ύπνο, πηγαίνουμε μόνοι:

Δε με νοιάζει τόσο το χώμα –
το σκοτάδι, εξάλλου, μου μοιάζει.
Όμως είναι που φοβάμαι

τη μοναξιά της επιστροφής.

(από το ποίημα «Η μοναξιά της επιστροφής»)

Η Χαρτογράφηση της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη αναπαριστά την πορεία της ζωής μιας γυναίκας από την παιδική ηλικία μέχρι την ώριμη και ιχνηλατεί τα κάθε λογής τραύματα, οικογενειακής προέλευσης τα περισσότερα, με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί – σε έναν αγώνα που μοιάζει εξ αρχής χαμένος.

Περισσοτερα αρθρα