
Σε πρώτη δημοσίευση: [Το φεγγάρι κοίταξε απορημένο] της Ξανθής Μηλίγγου Γκλεζάκου
[άτιτλο] Το φεγγάρι κοίταξε απορημένο. Στράφηκε στ’ αστέρια και τα ρώτησε: κουράζεται ένας άγγελος; Το ίδιο ρώτησε κι ένα παιδί τη μάνα του, με φωνή

[άτιτλο] Το φεγγάρι κοίταξε απορημένο. Στράφηκε στ’ αστέρια και τα ρώτησε: κουράζεται ένας άγγελος; Το ίδιο ρώτησε κι ένα παιδί τη μάνα του, με φωνή

Του φροντιστή Σαν ανεξήγητη σκιά μ’ ακολουθείς κρέμεσαι με δύναμη από πάνω μου κι απ’ τα μανίκια με τραβάς ρούχο να μη μου μείνει. Τόσο

Τρίστιχα της Πλάκας Αίμα πρέπει να φτύσεις για να γραφτεί το ποίημα. Δεν είσαι δα και φλώρος! Μέρα μουντή και ανιαρή… Λες κάτι εξαίσιο

Στις γιορτές Στις γιορτές που θα ’ρθούνε να ακούς τις ειδήσεις, παιδί μου Βλέπεις τα πάντα εκεί Γιορτινή την καταστροφή Την απανθρωπιά στολισμένη Έγκλημα κι

Λευκή καρδιά από λεύκη Λευκό περίγραμμα ζωγράφισε τα χειλη της την ξένισε το λευκό. Σιγά σιγά, η λευκότητα απλώθηκε παντού γεωγραφικά σχήματα αποτυπώθηκαν στο κορμί

Το κρυφτό Σκλήρυνση σου κρύβομαι σαν το μικρό παιδί που στριμώχνεται πίσω από τον καναπέ όσο η μαμά κάνει – τάχα – πως το ψάχνει
Για την καλύτερη εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies για αποθήκευση ή πρόσβαση σε πληροφορίες συσκευής. Η συναίνεση επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων όπως συμπεριφορά περιήγησης. Η άρνηση ενδέχεται να επηρεάσει λειτουργίες του ιστότοπου.