
Σε πρώτη δημοσίευση: “Η σπηλιά του λύκου” της Ολυμπίας Θεοδοσίου
Η σπηλιά του λύκου Η σιωπή κατοικεί στην σπηλιά του λύκου, εκείνος την ταΐζει σάρκες φεγγαριού, της κουβαλά βρόχινο νερό και της αφηγείται ιστορίες νεκρών

Η σπηλιά του λύκου Η σιωπή κατοικεί στην σπηλιά του λύκου, εκείνος την ταΐζει σάρκες φεγγαριού, της κουβαλά βρόχινο νερό και της αφηγείται ιστορίες νεκρών

Διάλειμμα Κυλά ο χρόνος πούπουλο φτερού, αποζητά ανάπαυλα δραστηριοτήτων, περιεργάζεται με αγωνία την ώρα του διαλείμματος. Φευγαλέο συναίσθημα χαράς, διακοπή απ τα συνηθισμένα, ελεύθερες στιγμές

[άτιτλο] Το φεγγάρι κοίταξε απορημένο. Στράφηκε στ’ αστέρια και τα ρώτησε: κουράζεται ένας άγγελος; Το ίδιο ρώτησε κι ένα παιδί τη μάνα του, με φωνή

Του φροντιστή Σαν ανεξήγητη σκιά μ’ ακολουθείς κρέμεσαι με δύναμη από πάνω μου κι απ’ τα μανίκια με τραβάς ρούχο να μη μου μείνει. Τόσο

Τρίστιχα της Πλάκας Αίμα πρέπει να φτύσεις για να γραφτεί το ποίημα. Δεν είσαι δα και φλώρος! Μέρα μουντή και ανιαρή… Λες κάτι εξαίσιο

Στις γιορτές Στις γιορτές που θα ’ρθούνε να ακούς τις ειδήσεις, παιδί μου Βλέπεις τα πάντα εκεί Γιορτινή την καταστροφή Την απανθρωπιά στολισμένη Έγκλημα κι
Για την καλύτερη εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies για αποθήκευση ή πρόσβαση σε πληροφορίες συσκευής. Η συναίνεση επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων όπως συμπεριφορά περιήγησης. Η άρνηση ενδέχεται να επηρεάσει λειτουργίες του ιστότοπου.