Ανν Σέξτον
Η ανομβρία του τόπου σάλεψε κατοίκους,
ιερείς και δημοτικούς συμβούλους.
Στους μεγάλους θαλάμους του νοσοκομείου
Glenside, άνδρες και γυναίκες μαζί.
Ο ένας δίπλα στον άλλο λόγω έλλειψης
χώρου.
Τα κρεβάτια σιδερένια. Φορούσαν οι άρρωστοι
λευκές φαρδιές ρόμπες με φιλντισένια
κουμπιά και κεντημένο με κόκκινη κλωστή
το μονόγραμμά του, ο καθένας στο στήθος.
Κυκλοφορούσαν συνήθως μ’ ένα εμαγιέ
μπλε κατσαρολάκι μαζεύοντας τον
ήλιο το πρωί και το φως της σελήνης
το βράδυ.
Δραπέτευσαν με τα κόκαλα της μέρας στα δόντια,
περπάταγαν ώρες με δύσκολες ανάσες.
Η συντροφιά τους καρυδιές, οξιές, πουρνάρια
και μετά ατελείωτες σειρές με φραγκοσυκιές.
Στάθηκαν στην άκρη του δάσους, άρχισε
και πάλι να νυχτώνει, η αρρώστια είχε
γίνει καθημερινότητα και τα έξοδα
υπέρογκα να κρατήσεις στις ερημιές
με τόση αντάρα κερί αναμμένο, έγραψε.
…Φόρα ένα καθαρό πουκάμισο
πριν πεθάνεις, είπε κάποιος Ρώσος.
Κάτι που δεν θα έχει σάλια παρακαλώ,
ούτε λεκέδες από αυγό, ούτε αίμα,
ούτε ιδρώτα ή σπέρμα.
Με θέλεις καθαρή, Θεέ μου,
έτσι και εγώ θα προσπαθήσω να
υπακούσω…
Και ήταν και πάλι 29η Φεβρουαρίου
του δίσεκτου 1948
αυτό το βράδυ,
άθλιο με τα διλήμματα
για τον λαιμό, για τη γνάθο, για τους
γλουτούς, για τα χείλη της, για τους
πόθους, που ήμεροι γίνονται άθλοι
στους ύπνους των θνητών.
Αντώνης Σκιαθάς
από τη συλλογή του Χειρόγραφα
εκδόσεις Ιωλκός, 2025

