Ο Δημήτρης Μπαλτάς, στην ποιητική συλλογή του με τίτλο Στο μετερίζι του χρόνου (Εκδόσεις των Φίλων, 2026), πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα που αφορούν τον έρωτα, την απώλεια, την απουσία και τη μοναξιά, αλλά και ζητήματα ποιητικής και ψυχοκοινωνικού προβληματισμού, σε μια προσπάθεια αντίστασης στη δίνη του χρόνου, στη λήθη και στην κοινωνική δυστοπία.
Το έργο του Λάζαρου Κτενίδη Το θρόισμα του χρόνου (μολύβι σε χαρτί, 2026), στο οποίο απεικονίζεται μια άδεια κούνια κρεμασμένη από κλαδί ενός δέντρου, συνομιλεί με τον τίτλο και το περιεχόμενο της συλλογής, σαν να δημιουργήθηκε ειδικά για να κοσμήσει το εξώφυλλο του βιβλίου.
Η συλλογή είναι αφιερωμένη «Σε όσους επιμένουν να ονειρεύονται· / σε όσους παραμένουν ρομαντικοί· / σε όσους αγωνίζονται για το δίκαιο· / σε όσους ακόμη αντέχουν» (σ. 7), προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για τον προβληματισμό που καταθέτει ο ποιητής.
Πρόκειται κυρίως για άτιτλα, ολιγόστιχα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, μαζί με ορισμένα πεζοποιήματα. Με όχημα τη μνήμη, ο Δημήτρης Μπαλτάς ανοίγει αμυντικά ορύγματα στον χρόνο, στη βιωμένη συγκίνηση και στην υπαρξιακή αγωνία, εκφράζοντας τις θεάσεις του και τον υπαρξιακό και κοινωνικό προβληματισμό του. Με διαυγή λόγο και στοχαστικό ύφος, που κάποιες φορές χρωματίζεται από ειρωνεία κι άλλες αγγίζει τα όρια της νουθεσίας, περιδιαβαίνει στον χρόνο, αξιοποιώντας μεταφορές, εικονοπλασία και διακειμενικές συνομιλίες. Προσεγγίζει τα περισσότερα από τα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, τόσο ως άτομο όσο και ως μέλος μιας συλλογικότητας, εστιάζοντας κυρίως στον έρωτα, στις ματαιώσεις της ζωής, στον κοινωνικό ζόφο, στην αναπόληση και στον χρόνο.
Μιλά για τη διαδρομή και το νόημα της ανθρώπινης ζωής, αξιοποιώντας τον καβαφικό στοχασμό:
«Να έχεις έναν στόχο να παλέψεις,
Να έχεις μια ευκαιρία να αγωνιστείς.»
(«Η Ιθάκη σου έδωσε το πρώτο λάκτισμα», σ. 48).
Σε κάποια ολιγόστιχα ποιήματα ο λόγος γίνεται αποφθεγματικός, όπως στο ακόλουθο τρίστιχο:
«Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι
μπλεγμένο στα ηλεκτρονικά καλώδια
του κόσμου.» (σ. 14)
ή στο τετράστιχο:
«Ο χρόνος μας περιπαίζει
Κι εμείς σφυρίζουμε αδιάφορα.
Άλλωστε, τι μπορούμε να κάνουμε;» (σ. 43).
Ο ποιητής αξιοποιεί την ένδυση και την υπόδηση για να εκφράσει μεταφορικά αισθήματα και συγκινήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο ποίημα ποιητικής, με το οποίο αρχίζει η συλλογή και στο οποίο οι λέξεις γίνονται υποδήματα, σκιαγραφώντας τη λειτουργία και τη λειτουργικότητα της ποίησης:
«Οι λέξεις / είναι τα παπούτσια / του ποιητή. // Κάποιες φορές / τον στενεύουν / αρδεύοντας / τη θλίψη του. // Άλλες / τον χτυπάνε / φουσκώνοντας / τον καημό του. // Και άλλες / σπλαχνικά / του προσφέρουν / τη ζεστασιά τους» (σ. 9).
Σε ένα άλλο ολιγόστιχο ποίημα ποιητικής, που παραπέμπει στο «Πρώτο σκαλί» του Καβάφη, ο ποιητής παρομοιάζει τις δοκιμασίες της ζωής με έναν τοίχο και την ποίηση με μια σκάλα που μπορεί να στηρίξει τον άνθρωπο να αντέξει και να ξεπεράσει τα ανυπέρβλητα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά του:
«Βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν τοίχο.
Για να συνεχίσεις τον δρόμο σου,
πρέπει να τον περάσεις, να τον υπερβείς.
Η ποίηση είναι η σκάλα που χρειάζεσαι.»
(«Βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν τοίχο», σ. 39).
Ο ποιητής χρησιμοποιεί σύμβολα, όπως το κόκκινο χρώμα, με το οποίο συμβολίζει το ερωτικό πάθος, αλλά και τη φλόγα που καίει, το οποίο επανέρχεται σε πολλά ποιήματα:
«Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι» (σ. 14)
«Μια γυναίκα με κατακόκκινες γόβες» (σ. 16)
«Στην σταχτιά αυλή / μια κόκκινη μπάλα» (σ. 17)
«κι ένα βάζο για τα κόκκινα γαρύφαλλά τους» (σ. 28).
Αλλού, το κόκκινο γίνεται μπογιά στον τοίχο, συμβολίζοντας την αγωνία, ή ένα κόκκινο μολύβι, ένα αμυντικό όπλο αντίστασης:
I
Σχεδόνννν
Αυτό το ν επιτείνει την αγωνία
που βάφει με κόκκινη μπογιά στον τοίχο:
«Λοιπόν; Τι περιμένεις;»
II
«Λοιπόν; Τι περιμένεις;»
Κράτα το κόκκινο μολύβι,
σαν το μόνο όπλο που ’χες ποτέ,
και προχώρα! (σ. 18).
Αρκετά είναι τα ερωτικά ποιήματα, που άλλοτε αναφέρονται στο ερωτικό πάθος και άλλοτε στη θλίψη της ερωτικής ματαίωσης ή απώλειας:
«Θέλω η πληγή να μένει ανοιχτή, / να πίνω θέλω τον πόνο ανόθευτο, / μήπως μάθω πια το τίμημα του έρωτα.»
(«Το αποτύπωμα που άφησε στον τοίχο», σ. 15).
Αρκετά είναι επίσης τα ποιήματα στα οποία ο ποιητής, με ευαισθησία και αίσθηση ευθύνης, καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, άλλοτε με ειρωνικό και άλλοτε με καταγγελτικό ύφος. Αναδεικνύει τις συνθήκες που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, καταπιέζοντάς τον και ωθώντας τον στην εκμετάλλευση, στην ανεργία και στη φτωχοποίηση, στην αποξένωση και στην αλλοτρίωση, στην αποπροσωποποίηση και στην πνευματική ένδεια:
«Οι μηχανές ζητούν / καλύτερες συνθήκες εργασίας. // Οι εργάτες είναι ήδη νεκροί. // Εν πολλοίς επικίνδυνοι / οι διάφοροι -ισμοί, / αλλά αυτός πια… / εξακολουθεί να διψά / παρά το τόσο αίμα!»
(«Οι μηχανές ζητούν», σ. 11).
«Υπόσχονται ανάπτυξη, επενδύσεις, κέρδη. / Μιλάνε με πάθος για “άνοιγμα” στις πράσινες / επιχειρήσεις και την τεχνητή νοημοσύνη, για / ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση του / πληθωρισμού. // Και το γεροντάκι, που ξεροσταλιάζει στο ΑΤΜ να / πάρει τη σύνταξή του, βλέπει με πίκρα την ιστο- / ρία να επαναλαμβάνεται και, πρωτίστως, τους / αχυρανθρώπους να αλλάζουν μονάχα μούρη, να / γίνονται συνεχώς χειρότεροι χωρίς στάλα / ντροπής, χωρίς φραγμό κανέναν.»
(«Υπόσχονται ανάπτυξη, επενδύσεις, κέρδη», σ. 32).
Η συλλογή ολοκληρώνεται με δύο εκδοχές ενός ποιήματος ποιητικής, και πάλι με αναφορά στις λέξεις:
«I
Στο μεσοδιάστημα
των λέξεων
ράβω το ρούχο
του χρόνου.
II
Στο μεσοδιάστημα
των λέξεων
ξηλώνω το ρούχο
της λήθης» (σ. 58).
Ο ποιητής Δημήτρης Μπαλτάς, με την ποιητική συλλογή του Στο μετερίζι του χρόνου, το έβδομο ποιητικό βιβλίο του —αν και νεότατος χρησιμοποιώντας μάλιστα το πολυτονικό σύστημα— καταθέτει υπαρξιακό στοχασμό για την ευθραυστότητα του ατόμου μπροστά στη δίνη του έρωτα και στην αδυναμία του απέναντι στον αμείλικτο χρόνο. Με τους στίχους του προσφέροντας ερεθίσματα για αναστοχασμό ορθώνει αναχώματα αντίστασης και άμυνας απέναντι στη δίνη του χρόνου τη λήθη, τον ψυχικό πόνο και την κοινωνική αδικία, σαν να προσπαθεί να αναδημιουργήσει και να αναπλάσει την ομορφιά στον κόσμο, προσθέτοντας περισσότερο χρώμα, όπως θα έκανε ένας ζωγράφος:
«Εκείνος καθισμένος, στο
καρεκλάκι μπροστά απ’ τον καμβά, βυθισμένος,
αψηφά τον χρόνο. Τα χέρια του χορεύουν με τα
πινέλα ξαναφτιάχνοντας τον κόσμο με περισσότε-
ρο χρώμα, με μεγαλύτερη προοπτική.»
(«Έτσι όπως έπεφτε το ράθυμο φως του απογεύματος», σ. 44).
*Η ψυχολόγος (MSc) Δεσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι ποιήτρια, συγγραφέας και μεταφράστρια σουηδικής λογοτεχνίας, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Ομοσπονδίας Συγγραφέων Σουηδίας (Sveriges Författarförbund).

