Οι πολλαπλοί φωταγωγοί της ζωής (για το ποιητικό βιβλίο “Φωταγωγός” της Βασιλικής Σπηλιώτη, ISBN: 9786182111062)
Άραγε, ποιο θα μπορούσε να είναι το καλύτερο σύμβολο για τη ζωή; Εκείνο το σημάδι-τοτέμ εκείνο που οριοθετεί λεκτικά και πραγματιστικά όλη αυτή την ελπίδα που κρύβεται μέσα στα πιο βαριά και έντονα σκοτάδια μας; Κάτι που μέσα στη χωρική χρησιμότητά του ενέχει και μια ανάλογη υπαρξιακή ενατένιση;
Σ’ αυτό το ερώτημα πιστεύω ότι απαντάει η πρόσφατη ποιητική συλλογή Φωταγωγός της Βασιλικής Σπηλιώτη (εκδ. Σμίλη, 2025). Ο φωταγωγός ως ο χώρος αυτός μέσα στις πολυκατοικίες που φωτίζει την εσωτερική τους αστική σκοτεινιά, μετατρέπεται εντός της συλλογής σ’ ένα προσωπικό σύμβολο για όλους αυτούς που μέσα στα καθημερινά σκοτάδια και τις αγωνίες της ζωής βρίσκουν, ή καλύτερα να πούμε μετατρέπονται, στον δικό τους προσωπικό φωταγωγό. Μετατρεπόμενοι, δηλαδή, στον δικό τους «σωτήρα» και στο δικό τους μικρό θεό. Ένας δυνατός συμβολισμός που μέσα στις σελίδες της παρούσας συλλογής ξεκλειδώνεται σταδιακά μέσω σύντομων αλλά και εκτενών ποιημάτων με έντονο το προσωπικό στοιχείο και τη βιωματική διάσταση των εμπεριεχόμενων εικόνων τους.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Έρωτας», βλέπουμε έναν από τους κύριους φωταγωγούς της ποιήτριας, αυτόν δηλαδή του έρωτα που επαναλαμβάνεται πολλές φορές εντός της συλλογής, τόσο στο πλαίσιο της έκφρασης της αγάπης απέναντι στους αγαπημένους της ανθρώπους όσο και ως έκφραση μιας βαθύτερης υπαρξιακής και πανανθρώπινης κατάστασης. Εξάλλου, ο έρωτας, – αυτό το προστάδιο της αγάπης, είναι ένα βασικό στοιχείο των ανθρώπων ακόμη και αν δεν έχει ανταπόκριση ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται στη σκιά άλλων (βλ. ποίημα «Αβάσταχτο»). Ακόμη και όταν έχει πίσω του μόνο την ανάμνηση και την συνείδηση των περασμένων γεγονότων.
Η μοναξιά προβάλει σε αυτό το στάδιο ως ένα αντίπαλο δέος της εγγύτητας των άλλων, αλλά ταυτόχρονα και ως ένα βασικό και εξίσου σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης (βλ. ποίημα «Μοναξιά»). Ως μια διάθεση, δηλαδή, εσωτερίκευσης μιας προσωπικής μελαγχολίας και ταυτόχρονα αποκέντρωσης από τον κόσμο που μας εγκλωβίζει, που δεν πρόκειται όμως να φτιάξει ποτέ την ευτυχία εντός μας – ως ανθρώπων, αφού βασίζεται και τρέφεται από τη στέρηση που νιώθουμε τις περισσότερες φορές.
Όλα, λοιπόν, πορεύονται σε ένα συνεχή αγώνα για να βρίσκουμε πάντα μπροστά μας ένα φωταγωγό μέσα στο ακραιφνώς απόλυτο σκοτάδι της ανθρώπινης ζωής, η οποία ξέρει ότι βρίσκεται μόνη της μέσα στον κόσμο αλλά αυτό δεν της αρκεί. Σ’ αυτό το πλαίσιο βοηθάει και η τέχνη και δη η ποίηση, ως ένας ακόμη στερνός φωταγωγός (βλ. ποίημα «Το φως»). Η ποίηση ως μιας ζωντανή αντίσταση στον χρόνο, ως μια συνεχής δήλωση παρουσίας του δημιουργού της ακόμη και όταν όλα έχουν σβήσει γύρω του και αυτός αναζητά ακόμη τα αναμμένα κεριά του Καβάφη. Ένας άσβεστος προσωπικός φωταγωγός που μετατρέπει και στις πιο μοναχικές στιγμές, σε στιγμές αγάπης και όμορφων ενθυμήσεων. Μια τέχνη που μέσω των λέξεων της συλλέγει μια χαώδη κατάσταση και τη μετατρέπει σε προσωπική προσευχή προς τον άγνωστο κόσμο (βλ. ποίημα «Ποίημα»).
Κλείνοντας, όπως παρατηρήσαμε δεν έχουμε να κάνουμε με μια ποιητική συλλογή ακραιφνώς προσωπική και εξομολογητική. Αντιθέτως, αποτελεί μια κατάθεση για τα σπάργανα αυτού του κόσμου, το μυστικό βίωμα του ανθρώπου που προσπαθεί να βρει ένα απάγκιο μέσα στο σκότη της μοναξιάς του κόσμου και στον εκπεσμό όλων των συλλογικών διαδράσεων. Μια συλλογή χωρίς περίτεχνες λέξεις, δύσκολη γλώσσα, αλλά με βαθύ υπαρξιακό προσανατολισμό, γιατί στο τέλος της ημέρας αν θέλουμε να αναζητήσουμε κάποιο νόημα αυτό βρίσκεται εντός της τραγικής αλλά ταυτόχρονα γλυκιάς μας πορείας εντός του κόσμου.
Ποίηση τρυφερή σαν λουλούδι (για το ποιητικό βιβλίο “Όταν παύω να είμαι λουλούδι, ενοχλώ” της Yolanda Castano, μτφ. Δημήτρης Αγγελής, ISBN: 978-618-5928-12-4)
Είναι γεγονός ότι η ισπανική ποίηση και λογοτεχνία γενικότερα έχει ένα σημαντικό κοινό στη χώρα μας, τόσο λόγο του αρκετά κοινού μεσογειακού πολιτισμικού κλίματος όσο και λόγω της εν μέρει γνώριμης δομής των αφηγήσεων που με έναν τρόπο κυριαρχούν στον τρόπο έκφρασης των δημιουργών. Έτσι, δεν είναι τυχαία η αναζήτηση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για νέες μεταφράσεις ισπανών λογοτεχνών. Μια αναζήτηση που ευτυχώς γίνονται φιλότιμες προσπάθειες για να ικανοποιηθεί.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι σημαντική εκδοτική πρωτοβουλία η επιλογή και η έκδοση των ποιημάτων της Yolanda Castano (Γιολάντα Καστάνιο) με τον χαρακτηριστικό τίτλο, Όταν παύω να είμαι λουλούδι, ενοχλώ, (εκδ. Θράκα. Λάρισα 2025), σε μετάφραση και σχολιασμό από τον γνώστη του είδους Δημήτρη Αγγελή, ο οποίος όντας ποιητής και ο ίδιος αποτυπώνει καίρια και καθάρια τα νοήματα των στίχων, παραδίδοντας στον αναγνώστη μια πολύ κατανοητή μετάφραση. Όπως λέει και ο ίδιος η ποίηση της Καστάνιο έχει μια ιδιαιτερότητα, από τη μια είναι πλούσια σε σχολιασμούς και αναφορές στην ισπανική ιστορική πραγματικότητα και τα έμφυλα ζητήματα, αλλά ταυτόχρονα δεν χάνει σ’ αισθησιασμό και λεπτότητα, ούτε ξεπέφτει σε μια άσκοπη ίσως συνθηματολογία. Λόγω αυτού, αλλά και πάμπολλων άλλων λόγων, η ποιήτρια, όπως θα δούμε παρακάτω, αξίζει ειδική μνεία.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα του βιβλίου, «Υπόσχεση», παραδίδει την καθημερινή τριβή της με την πραγματικότητα, με τη χαρακτηριστική αυτή λεπτότητα που τη διακρίνει. Μ’ έναν έντονο σ’ αρκετά σημεία υπερρεαλισμό απανωτών εικόνων, που αναδεικνύουν τη φθορά και την αλλοτρίωση της ποιήτριας ως γυναίκας. Με τον ίδιο τρόπο, με μια ειρωνική κάπως διάθεση, που εμφωλεύει μέσα στον μελαγχολικό υπαρξισμό της, μιλάει επίσης για την ομορφιά που χάνεται με τα χρόνια, η οποία έχει αναχθεί σε εισιτήριο ευαρέσκειας από την κοινωνία («(Ξανα)κρατ(ειμαί)νο»).
Επανέρχονται, επίσης, μνήμες από το παρελθόν, από τους γονείς της που υπήρξαν θύματα του ισπανικού εμφυλίου («Κάποια αστέρια δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό»). Οι γονείς και το πατρικό σπίτι, εξάλλου, επιστρέφουν συνεχώς σαν ανάμνηση με μια μικρή ίσως αναπόληση για τη χαμένη αθωότητα των παιδικών χρόνων.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό κείμενο, η παρούσα επιλογή των ποιημάτων της Καστάνιο μας βοηθά να εισαχθούμε στον κόσμο της. Έναν κόσμο μελαγχολικό αλλά ταυτόχρονα μαχητικό.
Γιώργος Δρίτσας
*^*
«Παραχάραξη» του Δήμου Χλωπτσιούδη (ISBN: 9789605921859)

Χειμαρρώδης επιστρέφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης στη νέα του ποιητική συλλογή Παραχάραξη (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2025). Σε έξι μόλις πολυσέλιδα ποιήματα/εκτενείς συνθέσεις αρθρώνει λόγο τόσο ορμητικό που προσομοιάζει με αυτόματη γραφή, όμως δεν είναι, αφού ο ποιητής έχει τον απόλυτο έλεγχό της. Όσο για τον θεματικό του άξονα, αυτός είναι διττός: αφορά τόσο υπαρξιακά όσο και κοινωνικά θέματα που για τον ίδιο ή για το ποιητικό του υποκείμενο μοιάζουν αξεδιάλυτα συνυφασμένα.
προχώρησε η σήψη.
βουλιάζουμε στον ατομισμό και ξεχνάμε τον Άνθρωπο, ναυαγοί σε λιμάνι βαραίνουμε από την άγκυρα του κυνισμού, όταν οι περαστικοί θαμπώνονται στην αντανάκλαση της αποκτήνωσης μπροστά στον καθρέφτη.
(από το ποίημα «Εύκολος θάνατος»)
Η γενικότερη διαπίστωση είναι ότι η φθορά, η νόσος και ο θάνατος επενεργούν στα ανθρώπινα υποκείμενα με φυσικούς τρόπους, είναι όμως δυνατό να αναμετρηθεί κάποιος μαζί τους στη συμβολική τους διάσταση. Όνειρα, αναμνήσεις, εφιάλτες και κυρίως οι λέξεις/η γλώσσα δίνουν τα εργαλεία για την εν λόγω αναμέτρηση:
σαν τα παιδιά πια αναζητώ μιαν ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και τον εφιάλτη. κυνηγός κι ορισμένες φορές συλλέκτης ιδεών κατασκευάζω περάσματα για να διασχίσω τους διψασμένους χειμάρρους της γλώσσας, να κόψω χρυσάνθεμα νεογέννητα πριν ωριμάσουν στη λάσπη χαλασμένων εποχών.
(από το ποίημα «Εύκολος θάνατος»)
Θα προσέξατε ίσως την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων. Δεν είναι προφανώς τυχαία: σηματοδοτεί την πεποίθηση πως το τέλος (που δηλώνει η τελεία) δεν ακολουθείται πάντα από μια δεδηλωμένη αρχή, αλλά γλιστρά μέσα στο επόμενο κάτι που έρχεται – γεγονός που μαρτυρεί μια θέαση της ζωής ως συνεχόμενης ροής μάλλον παρά ως σειράς διακοπτόμενων και διακριτών περιόδων.
Παρ’ όλα αυτά είναι αξιοσημείωτη η ενασχόλησή του με τον χρόνο, κυρίως στο πρώτο ποίημα «Εύκολος θάνατος»: λεπτά, δευτερόλεπτα, ώρες, ρολόγια, δείκτες, μέρες, μήνες, έτη, αιώνες επιστρέφουν ολοένα στους στίχους. Όχι όμως για να δηλώσουν χρονικότητες, αλλά για να ριζώσουν τους στίχους του στην υλικότητα του πραγματικού κόσμου – καίτοι πάλι συμβολικά.
Ο Χλωπτσιούδης με τις λέξεις του «προκαλεί αιμορραγία στις βεβαιότητες», καυτηριάζει, σαρκάζει, προβληματίζει. «Οι ιδέες στάζουν από τις πληγές της γλώσσας», λέει στο δεύτερο ποίημα «Η δοξασία της παπαρούνας», και ο λόγος του γίνεται αιμάσσων και πύρινος: μιλά έξω από τα δόντια για τον κοινωνικό κατήφορο, την προβατοποίηση των ανθρώπων, τους αμέτρητους συμβιβασμούς, τον κομφορμισμό. Τα παρομοιάζει με το πάσχον και το θνήσκον σώμα, ανθρώπους στην εντατική, έναν ολόκληρο πολιτισμό στην εντατική. Και καθηλώνει.
Χριστίνα Λιναρδάκη


