Μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση ή, αλλιώς, το διηνεκές Τώρα (για το “Τώρα” του Ηλία Φραγκάκη, ISBN: 9786185563547)
Διώνη Δημητριάδου

Μυθοπλασία, αυτομυθοπλασία ή ό,τι υπερβαίνει και τα δύο αυτά δόκιμα είδη της λογοτεχνίας; Αν μια κριτική ανάγνωση ξεκινάει με ερώτημα, τότε πρόκειται για κάτι τουλάχιστον ενδιαφέρον· στην πορεία κατανοώ πως είναι και άλλα στοιχεία, περισσότερα, που κατατάσσουν το Τώρα του Ηλία Φραγκάκη σε μια ευάριθμη ομάδα έργων που τολμούν να εισηγηθούν νέους τρόπους ανάπτυξης της μεγάλης αφήγησης.

Αρχικά η μορφή –γιατί αξίζει να δώσουμε προσοχή σε ό,τι περιβάλλει το περιεχόμενο– όχι μόνον ως αναγκαία σχηματοποίησή του, αλλά και ως πολυσήμαντη θύρα εισόδου στον κόσμο της συγκεκριμένης γραφής, ως προωθητικός παράγοντας για την εννόησή του. Ο λόγος του Φραγκάκη, αν και προσομοιάζει με την αυτόματη (τεχνικά, όμως, στην πραγματικότητα επεξεργασμένη, ιδίως αν μιλάμε για τους Έλληνες υπερρεαλιστές) υπερρεαλιστική γραφή, νομίζω πως έχει πίσω της μια βαθιά τομή στον κόσμο που τον περιβάλλει, με τις πηγές του έσωθεν και έξωθεν, προκειμένου να καταγράψει όσο περισσότερα μπορεί από τις εκφάνσεις του, καλύπτοντας τόσο τον προσωπικά βιωμένο χρόνο του, όσο και ό,τι έχει προηγηθεί, σημαντικό αλλά και τραυματικό. Κι αν επιλέγει ως αφηγητή/ήρωα της ιστορίας του τον Ιούλιο Βερνίκο, δεν είναι γιατί φοβάται να ονομάσει αυτοβιωματικό (συνειδητά αποφεύγω να πω αυτοβιογραφικό, εφευρίσκοντας αυτόν τον αδόκιμο όρο) το περιεχόμενο, αλλά γιατί (έτσι κι αλλιώς) ό,τι γράφουμε, όποιο όνομα κι αν του δώσουμε, έχει μέσα του αναπόφευκτα τόσο την παρουσία μας όσο και την απουσία μας – γενικός κανόνας (ευτυχώς) της γραφής.

Ηλίας Φραγκάκης

Στηριγμένος στη λειτουργία των συνειρμών –αλίμονο αν η γραφή δεν ακουμπήσει στη σκέψη και τη μνήμη που δεν γνωρίζουν από αυστηρή λογική σειρά– αφηγείται μια ιστορία με πολύ χαλαρούς τους νοηματικούς της δεσμούς, ωστόσο μέσα της διακλαδώνονται, συμπορεύονται, αλληλοσυμπληρώνονται οντολογικά, υπαρξιακά ερωτήματα (αναπάντητα ως εκ της φύσης τού ερωτώντος και του αθέατου ερωτώμενου) με πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και τη βάσανο μιας καθημερινότητας, που διαμορφώνει την τραγικότητα της θνητότητας. Θα μπορούσα να πω ότι η «αταξία» της ιστορίας του Φραγκάκη αποτυπώνει σε μικρογραφία την αταξία του σύμπαντος, όπως την προσλαμβάνει η ατελής ανθρώπινη λογική, αποτελώντας μέρος της, και ως εκ τούτου ανίκανη να εννοήσει την «εικόνα» εν συνόλω.

Ο Ιούλιος, προσπαθώντας να εντάξει όσα νιώθει σε μια λογική ακολουθία, ευθεία και γραμμική χρονικά, τόσο αντιλαμβάνεται πως η νοούμενη πραγματικότητα πόρρω απέχει ως αλήθεια από την ίδια την έννοια του αληθινού, που διαρκώς διαψεύδεται, με τις αισθήσεις να μην επαρκούν για μια λογική ορθότητα. Οδηγείται, έτσι, σε μια υπέρβαση του αισθητού και νοητού, σε ένα δυισμό ο ίδιος Αυτός και ο άλλος Αυτός, ή αυτός και η σκιά του, παρατηρώντας τον εαυτό του βρισκόμενος έξω από το σώμα του· ζωή και μη-ζωή, για να θυμηθούμε τον Ελύτη και τη σύνοψη όλης της ποίησής του σε μια πρόταση: «η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται». Έτσι όπως βρίσκεται αίφνης αιωρούμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, στο τώρα και το τότε (εν δυνάμει και στο μελλοντικό «θα»), επανεκτιμά και επαναπροσδιορίζει πολιτικές ιδεολογίες ως θεωρίες και ως αναποτελεσματικές εφαρμογές, δημιουργεί έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι μουσικές, οι πολιτικές αμφισβητήσεις, οι παρέες, η μουσική της παρέας, τα στέκια, η Κυψέλη ως χώρος, γειτονιά, αλλά και ως ένα κουκούλι που μέσα του πάλλεται η ψυχή, ενδυναμώνεται από τη μνήμη και εκβάλλει στη γραφή.

Ναι, γιατί εδώ έχουμε και ένα μυθιστόρημα υπό κατασκευήν, που ενώ ταυτόχρονα είναι γραμμένο και διαβάζεται, κυκλοφορεί ως βασική ιδέα (πάντα παρούσα αυτή) που επιμένει να διαμορφώνεται, να αναιρείται, να αναγεννιέται. Ακριβώς όπως η ρέουσα σκέψη που δεν φυλακίζεται στο χαρτί και δεν αποκτά υλική υπόσταση παρά μόνον αν αποδεχθεί τη ρευστότητά της. Με τον τρόπο αυτόν ο Φραγκάκης καταγράφει έναν πειραματισμό της γραφής, υπενθυμίζοντας εμμέσως πως αυτή ποτέ δεν τελειούται, είναι πάντοτε ανοιχτή σε διαμόρφωση συγγραφική, ή και αναγνωστική, γιατί με την αριστοτελική σημασία της έννοιας του «τέλους», δεν έχει (οφείλει να μην έχει) αρχικό σκοπό, ο οποίος εδώ διαφοροποιείται από την αρχική ιδέα (αυτή υπαρκτή, όπως ειπώθηκε παραπάνω), η οποία βρίσκεται υπό διαρκή διαμόρφωση, προσθέτοντας και αφαιρώντας στοιχεία.

Κάτω από το πρίσμα του πειραματισμού, αν δεχθούμε την παραπάνω κριτική θέση, πρόκειται για μια άσκηση γραφής; Μια απόπειρα να ασκηθεί στα όρια του Μεταμοντερνισμού; Διχασμένοι συγγραφείς και κριτικοί απέναντι στο ρεύμα αυτό, που ας μην ξεχνάμε πως ξεκίνησε ως αποκάλυψη της κοινωνικής αταξίας, ως αντίδραση σε ό,τι παρουσιαζόταν να είναι απαύγασμα της τελειότητας ενώ εμπεριείχε τη σύγχυση του αδιανόητου, ταυτόχρονα ως ανάγκη υπέρβασης του Μοντερνισμού, που πλέον είχε εξαντλήσει τα περιθώρια της δικής του αμφισβήτησης. Αν και πολλές φορές οι εκφραστές του παρερμήνευσαν την αρχική σκόπιμη αταξία (που αντιμαχόταν τη γύρω αταξία με τα ίδια της τα μέσα), έχει να δείξει σπουδαίο έργο, σημαντικών δημιουργών που ακόμη εμπνέουν, τόσα χρόνια μετά τις εμβληματικές δεκαετίες του ’50 και του ’60, τους σύγχρονους. Θεωρώ πως ο Φραγκάκης έχει μέσα του αυτού του είδους την «αταξία», μια άποψη για τη γέννηση του έργου, για τις απολήξεις του, για την πολυμορφία του. Ωστόσο, έχει ταυτόχρονα μια σκηνοθετική ματιά που καταφέρνει να τοποθετεί το κάθε διαφορετικό στοιχείο στη θέση του, μέσα σε ένα σύμπαν που ευνοεί τη διαφορετικότητα όσο και τη σύμπλευση σε κοινούς τόπους. Αλλά και να χειρίζεται τις διακυμάνσεις του χρόνου, ο οποίος «ακάμας» κατά τον Ευριπίδη, διαρκώς ρέει αδιάφορος για τα δικά μας πάθη και είρων απέναντι στη δική μας αδυναμία να τον συλλάβουμε, εναγωνίως μετρώντας τον με τις δικές μας διαιρέσεις για να μην τρελαθεί ο εγκέφαλός μας εντελώς.

Αυτό το στοιχείο είναι που εν τέλει δίνει την αίσθηση του συνόλου, κάτι που το εννοείς προς το τέλος του βιβλίου, εκεί που θα φανεί ξεκάθαρα ο συγγραφέας αφηγητής, εναλλασσόμενος με τον ήρωά του (ένα και το αυτό), να φτιάχνει το ένα σκηνικό, το θεατρικό, στο οποίο ο καθένας από εμάς καλείται να υποδυθεί τον ρόλο ή τους ρόλους του, από πριν γραμμένους στα μέτρα του. Τι είναι αυτό που θα ξεχωρίσει τον έναν, τους λίγους, κατά περίσταση, από το υπάκουο πλήθος, τον θίασο; Πώς θα γίνει και ποιος θα γίνει πρωταγωνιστής της ζωής του, ανοίγοντας νέους ορίζοντες και για τους άλλους; Συνειρμικά έρχεται στον νου ο Κάφκα. Ο Ροζέ Γκαρωντύ έγραψε πως ο Κάφκα οδήγησε τον άνθρωπο μέχρι τα όρια της αλλοτρίωσης και τον άφησε εκεί. Ναι, ωστόσο, εκεί που τον άφησε ήταν τα όρια, άρα μπορούσε ίσως να τα υπερβεί, ας θυμηθούμε τη γνωστή παραβολή που εμπεριέχεται στη Δίκη, με τον θυρωρό να φυλάει την ανοιχτή πόρτα του κτηρίου, από την οποία ο δυστυχής άνθρωπος δεν μπορεί να περάσει γιατί τη βλέπει κλειστή – θέμα οπτικής, θέμα δύναμης, θέλησης, ιδιοσυστασίας;

Συνεκτιμώντας τις δύο παραπάνω θεάσεις της γραφής αυτής, καταλήγω πως, πέρα από μια ίσως άσκηση ύφους και τεχνικών, το Τώρα αποπνέει μια διάθεση διττή: από τη μια να προσφέρει ανανέωση στη μυθοπλασία, έξω από κανόνες και δεσμεύσεις ως προς τη δομή κυρίως, και από την άλλη να συμπυκνώσει τον δικό του κόσμο, να του δώσει μια μορφή που να αποτυπώνει τις βασικές του πεποιθήσεις, με αποκλίσεις ή συγκλίσεις από και προς τον κεντρικό πυρήνα. Και οι δύο περιπτώσεις σημαντικές, η μία γιατί έχουμε ανάγκη μιας νέας «αταξίας», πιστής στην ιδέα πως όλα βρίσκονται διαρκώς εν κινήσει, η άλλη γιατί χρειαζόμαστε γραφές που να δηλώνουν, πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, την ιδεολογία του γράφοντος, ως εκδοχή θέασης του κόσμου· πίσω από τον μυθοπλάστη βρίσκεται πάντα ένα νοήμον ον που γράφει γιατί σκέφτεται και πρέπει να δηλώνει τη σκέψη του. Ο Φραγκάκης, πάντα σε εγρήγορση και πάντα συμμέτοχος σε ό,τι θεωρείται συλλογικός αγώνας, δεν θα μπορούσε εδώ να γράψει διαφορετικά.

 

Απόσπασμα:

«[…] διαφορετικοί, από κόκκινο πηλό και αίμα και αγάπη πάνω απ’ όλα και πάθος, αληθινοί σαν τις μανάδες μας, αδέκαστοι σαν τους πατεράδες μας, με μιαν αλήθεια που η ιδρυτική της συνθήκη θα υπογραφτεί στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς, από όλους και για όλους, και θα με ελευθερώσουν, παρ’ όλο που ξέρω πως δεν υπάρχουν σωτήρες, ούτε σωτηρία κι ο καθένας πρέπει μόνος του να πορευτεί, αυτοί ένα σπρώξιμο θα δώσουν και αυτό θα αρκεί, μια πόρτα θα ανοίξουν και ύστερα πάλι θα προσπεράσουν για να ξαναρθούν αρκεί να μείνω ζωντανός, να μείνω ζωντανός, να μείνω ζωντανός σκεφτόταν, και σε εγρήγορση και θα ξαναρθούν γιατί τίποτα δεν τελειώνει, όλα ξεδιπλώνονται διαρκώς στο διηνεκές ΤΩΡΑ». (σσ. 444-445).

 

 

Περισσοτερα αρθρα