Εικόνα 13η
[Κι όμως δεν αυτοκτόνησα]
ΑΓΟΡΙ
Η μοναξιά γεννάει πόνο. Κι ο πόνος δεν υποχωρούσε. Το φως είχε στερέψει. Μια λαμπρή φωτιά θα με ζέσταινε. Κάτω από την θαλπωρή της φλόγας. Κατοικώ στην Κόλαση. Ημέρα της κρίσης πανικού. Στριμώχτηκα κάτω από το κρεβάτι μου και μετρούσα ανάποδα. Παίρνω βαθιές ανάσες. Η καρδιά τραντάζει το σώμα. Σκέφτηκα να κόψω τον λαιμό μου. Να εκτονώσω την απελπισία μου. Μια γρήγορη να έριχνα και θα βυθιζόμουν για πάντα στη σιγή. Στη σιγή του κόσμου. Στο λίκνο της ανυπαρξίας. Εκεί. Ναι εκεί δεν θα πονούσα. Μα αντί για αυτό, στάθηκα μπροστά από την εικόνα του Αλγόθεου και ξεκίνησα το μαστίγωμα. Μαστιγωνόμουν συχνά και έψελνα τη γενεαλογία του. Έκβους που προήλθες από τον Ζέκβους. Που προήλθες από τον Θέκβους. Που προήλθες από τον Κέκβους. Που προήλθες από τον Λέκβους. Που προήλθες από τον Μέκβους. Που προήλθες από τον Νέκβους. Μεγάλε. Μοναδικέ. Εν του Ενός. Καρδιά της Καρδιάς. Ψυχή της Ψυχής μου. ΔΩΣ ΜΟΥ ΔΥΝΑΜΗ. ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΤΗ ΒΡΟΜΙΚΗ ΣΑΡΚΑ ΜΟΥ. Απάλυνε τον πόνο μου. Σύμπραξε στο φευγιό μου. Δείξε μου τον δρόμο. Πέφτω κάτω στις οπλές σου. Τις γλείφω. Τις προσκυνώ. Εγώ το μίασμα. Εγώ ο Παρίας. Εγώ ο κοσμικός αμαρτωλός. Αμαρτάνω σημαίνει αστοχώ. Και εγώ ήμουν το ατύχημα.
Amelia Hamlet Medusa
από το βιβλίο της Το Αγόρι που τύφλωσε έξι Ά-λογα
Κάπα Εκδοτική, 2026

