Όταν η ποίηση συμβάλλει στην ορατότητα (για το βιβλίο “Στον 9ο” της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου, ISBN: 978-618-5928-36-0)
Δημήτρης Μπαλτάς

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου, Στον 9ο (εκδ. Θράκα, 2026), συνιστά μια ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη περίπτωση ποιητικής γραφής για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την επαγγελματική ιδιότητα της ποιήτριας ως ψυχιάτρου και συγκεκριμένα την απασχόλησή της ως ειδικευόμενης ψυχιάτρου, και ο δεύτερος σχετίζεται με την έμφυλη ταυτότητά της. Σε είκοσι πέντε ευσύνοπτα ποιήματα η Παναγιωτοπούλου κατορθώνει με γραφή θραυσματική, ελλειπτική και πυκνή να μιλήσει για το πώς μια νέα γυναίκα ιατρός προσλαμβάνει την καθημερινή εργασιακή εμπειρία της, χωρίς να απεκδύεται ούτε τον επαγγελματισμό αλλά ούτε και τον ανθρώπινο και ευαίσθητο χαρακτήρα της, δίνοντας, παράλληλα, φωνή στις ιστορίες των ασθενών της.

Επομένως, τα δύο υλικά στα οποία δομείται η ποίηση της Παναγιωτοπούλου στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι αφενός η βιωμένη εμπειρία και αφετέρου η συναισθηματική πρόσληψη αυτής της εμπειρίας. Δείχνει, από το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, το πώς αντιμετωπίζεται μια νέα γυναίκα γιατρός από τους άντρες γιατρούς στην ιατρική δομή, όπου εργάζεται, καθώς και τις συνθήκες στις οποίες προσπαθεί να αντεπεξέλθει. Ωστόσο, δεν καταναλίσκεται στα έμφυλα στερεότυπα που καθημερινά τη δοκιμάζουν. Δίνει, είτε διαλογικά είτε μεταφέροντας σε τρίτο πρόσωπο τα λόγια τους, βήμα στους ασθενείς και την τριβή της μαζί τους, μιλώντας για βαριές και ιδιαίτερα δύσκολες και απαιτητικές, πρωτίστως συναισθηματικά, και, βεβαίως, ιατρικά, περιπτώσεις, αναδεικνύοντας, εντούτοις, την ανθρώπινη πλευρά των ασθενών της.

Οι ψυχικά νοσούντες σκιαγραφούνται από την Παναγιωτοπούλου ως άνθρωποι που όντως πάσχουν σοβαρά αλλά δεν έχουν απωλέσει, παρά τη φαρμακευτική αγωγή και τη νοσηλεία τους, την ικανότητα να νιώθουν. Νιώθουν και βιώνουν τη συγκίνηση, το νοιάξιμο, την αποτελμάτωση. Νιώθουν θυμό και απογοήτευση, χωρίς να χάνουν ολότελα τις νότες της ευαισθησίας και της αγάπης που ενίοτε ξυπνούν απ’ τον λήθαργό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα «November Rain»: Θυμήθηκα τον σκύλο μου γιατρέ/ πού να ʼναι τώρα που βρέχει/ Σου ʼχω πει ότι είχα σκύλο;/ έναν γερμανικό ποιμενικό/ μου τον πήρε ο εισαγγελέας/ Ήταν καλό σκυλί/ όταν έφυγε η μητέρα μου απ’ το σπίτι/ κοιμόταν μαζί μου αγκαλιά/ όταν έβρεχε/ του έβαζα το November Rain/ κι ηρεμούσε/ Στον επόμενο κεραυνό με παρηγόρησες/ Εγώ δεν ήμουν καλός να τον φροντίζω/ δεν ξέρω να φροντίζω κάποιον/ θα ʼναι με άλλη οικογένεια τώρα/ θα ʼναι καλύτερα τώρα γιατρέ. Πληγωμένη η ποιητική φωνή στο ποίημα αυτό, ξεχνά για λίγο τη νόσο απ’ την οποία πάσχει και, ενδεχομένως, επιβαρύνει τη νοητική και πνευματική της διαύγεια, και εκφράζει την αγάπη στην πιο ειλικρινή μορφή της με την ποιήτρια να μάς επιτρέπει να γευτούμε λίγη απ’ την καθαρότητα και τη δύναμη της ψυχής της.

Παράλληλα, η Παναγιωτοπούλου, χωρίς να ομφαλοσκοπεί, προσπαθεί να βρει την ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και προσωπική της ζωή. Με την υποστελέχωση των ιατρικών δομών και τις ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και εξοπλισμό, οι διαδοχικές βάρδιες μετατρέπονται σε σωματική και ψυχική δοκιμασία ακροβατώντας ανάμεσα στην καταπόνηση και την εξάντληση, ενώ η συναισθηματική απεμπλοκή, αν όχι αδύνατη, καθίσταται σίγουρα πρόβλημα για δυνατούς λύτες. Έτσι, στο ποίημα «Απόσταση», οι νουθεσίες της ποιητικής φωνής προς τον εαυτό της, οδηγούν σε αδιέξοδο: Δεν πρέπει να δένεσαι τόσο/ όταν γυρνάς στο σπίτι πρέπει να τους ξεχνάς/ να ξεκινήσεις χορό να πηγαίνεις στο θέατρο/ να βλέπεις τον φίλο σου/ Όταν κάθεσαι τα βράδια στη βεράντα/ να βάζεις τη μουσική στη διαπασών/ τόσο που να σκεπάζει τα ουρλιαχτά τους. Σίγουρα, λοιπόν, η ψυχή φθείρεται, όσο κι αν κανείς προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα. Όμως, η ποιήτρια δεν αφήνει τη φθορά να τη διχάσει. Παρά τις βάρβαρες συνθήκες εργασίας, ξεκρίνει ό,τι δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως στους ασθενείς της. Πίσω από την οργή, κρύβεται η πληγή. Πίσω από το χαμένο βλέμμα, κρύβεται η πικρία. Πίσω από τα δάκρυα, κρύβεται η ανάγκη.

Η Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου βλέπει κατάματα τους δαίμονες που κατατρύχουν τους ασθενείς της και με την ποίησή της φωτίζει τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: την παιδική ψυχή και τον κίνδυνο που σε αυτήν εκκολάπτεται. Ένας ψυχικά άρρωστος άνθρωπος μπορεί, πολύ εύκολα, ακόμα και με αφορμή ένα ασήμαντο ερέθισμα, από μια ήρεμη και εύθυμη κατάσταση να περάσει στην επιθετικότητα και την εμμονική σκέψη. Αυτή η συναισθηματική μεταβλητότητα, η ψυχοκινητική διέγερση, η αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς, οι ιδεοληπτικές διαταραχές, αποδίδονται από την ποιήτρια μέσω της λεκτικής και σωματικής συμπεριφοράς των ασθενών αλλά και των ιατρικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό και την καταστολή των ακραίων, ενίοτε και αυτοκατραστροφικών, μορφών τους. Σταχυολογώ ενδεικτικά κάποιους στίχους: Στην εφημερία ζητάς να με δεις/ όχι για να μιλήσεις/ θέλεις να βάλω στο Spotify/ το νέο άλμπουμ του Λεξ/ Όσο παίζει κοιτάς τα παπούτσια σου/ – δεν έχουν κορδόνια – / δεν μιλάει κανείς μας («Οι δαίμονές σου πεινάνε»). Θέλεις να σπάσεις πάλι/ τρία θερμόμετρα και να τα πιείς […] ο θάνατος μπαινοβγαίνει/ μα τρεις φορές σε αρνήθηκε («Μονομαχείτε, κύριε Νολλ;). Δεμένα τα άκρα γιατί χτυπούσες τις νοσηλεύτριες/ «Με παρακολουθούν»/ χρόνια ταπετσιέρης στο Κολωνάκι/ «είμαι γνωστός και με φθονούν» («Ταπετσαρίες»).

Η ποιήτρια, τέλος, καταγράφει ιστορίες των ασθενών της. Ιστορίες που τις περισσότερες φορές δεν έχουν αίσιο τέλος. Άνθρωποι που νόσησαν, αλλά η νόσος τους θεωρήθηκε ταμπού. Απομονώθηκαν από την οικογένειά τους και το σπίτι τους πλέον είναι η ψυχιατρική κλινική, ίσως στον ένατο όροφο κάποιου νοσοκομείου. Ασθενείς που εκτός από το βάρος της νόσου, σηκώνουν και το βάρος της μοναξιάς. Αποσυνάγωγοι και ανεπιθύμητοι απ’ το αλλοτινό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό περιβάλλον τους. Άνθρωποι που δεν μαθαίνουν τι θα πει νοιάξιμο ή τι σημαίνει να ανήκεις κάπου. Κι όταν τους τραγουδά η νοσηλεύτρια/ να κάτσουν ήσυχοι να τους τρυπήσει/ Θα πουν/ «Με φροντίζεις/ απλώς γιατί είναι η δουλειά σου» («Στον 9ο»). Η Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου επιλέγει συνειδητά να μιλήσει για αυτούς τους ανθρώπους, του επονομαζόμενου περιθωρίου, γράφοντας σε στίχους την ιστορία τους. Και η ποίηση θα είναι το ίχνος που θ’ αφήσουν πίσω τους, όταν οι ίδιοι φύγουν.

 

* Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026).

Περισσοτερα αρθρα