«Στα καφενεία των χαϊκού» του Δημήτρη Ζάχαρη (ISBN: 978-618-208-200-3)
Χριστίνα Λιναρδάκη

Με ποίηση επανέρχεται στο πιο πρόσφατο αυτό βιβλίο του (εκδόσεις Κουκκίδα, 2026) ο Δημήτρης Ζάχαρης, επιχειρώντας αυτή τη φορά τη λιτή φόρμα του χαϊκού. Όλοι γνωρίζουμε τη φόρμα του χαϊκού, τουλάχιστον με τον τρόπο που έχει υιοθετηθεί στη Δύση: είναι τα τρίστιχα ποιηματάκια με μετρική 5-7-5 συλλαβές, τα οποία αποτυπώνουν κάτι ιδιαίτερα συμπυκνωμένο, συνδέοντας παράλληλα τον κόσμο γύρω με τον άνθρωπο κατά σημαντικούς τρόπους. Λόγω της απαίτησης να συμπυκνωθεί το νόημα σε τρεις μόλις στίχους, το είδος έχει τραβήξει το ενδιαφέρον πολλών Δυτικών ποιητών, μεταξύ αυτών και Ελλήνων – πασίγνωστων όπως του Σεφέρη αλλά και νεότερων ων ουκ έστιν αριθμός.

Στη συλλογή Στα καφενεία των χαϊκού, ο Ζάχαρης προτείνει μια χρήση του χαϊκού που ξεφεύγει από την κλασική. Βάζοντας στην άκρη το ζήτημα της σύνδεσης με τον κόσμο γύρω, γράφει χαϊκού χωρίς κίγκο (τις λεξούλες που τοποθετούν τα τεκταινόμενα μέσα σε χρονικό πλαίσιο), χαϊκού στα οποία ο άνθρωπος διεκδικεί τη σκηνή και τους προβολείς σαν αυτόνομη μονάδα. Όχι όμως ο άνθρωπος γενικά. Τα δύο μέρη στα οποία διακρίνεται η συλλογή, «Το καφενείο της γειτονιάς» και «Το καφενείο του κόσμου» περιέχουν, το πρώτο, χαϊκού αυτοβιογραφικά και, το δεύτερο, χαϊκού για εμβληματικές προσωπικότητες από τους χώρους των γραμμάτων, της τέχνης και της διανόησης.

Διασταυρώνεται έτσι στο βιβλίο (και εδώ έγκειται η πρωτοτυπία του) το είδος του χαϊκού με εκείνο της βιογραφίας και της αυτοβιογραφίας – δεν πρόκειται όμως για μια απλή διασταύρωση, αλλά για μια διασταύρωση που οφείλει να σέβεται τους μορφικούς και μετρικούς κανόνες του χαϊκού. Αναπόφευκτα, λοιπόν, ο Ζάχαρης οδηγείται στην υπερσυμπύκνωση, η οποία επιτάσσει την επικέντρωση στο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εκάστοτε προσωπικότητας: μιλάμε επομένως για βιογραφίες-flash, οι οποίες αιχμαλωτίζουν το πιο αντιπροσωπευτικό στιγμιότυπο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο ανοίγει νέα μονοπάτια στη διαχείριση τόσο του είδους της βιογραφίας όσο και εκείνου του χαϊκού, επινοώντας ουσιαστικά και τα δύο είδη εκ νέου.

Γιατί όμως στα καφενεία; Τα καφενεία ανέκαθεν υπήρξαν ένας δημόσιος χώρος, ένας «άτυπος δημόσιος πυρήνας όπου κυκλοφορούσαν τα νέα, οι φόβοι, τα παράπονα, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά και οι σιωπές που δεν χωρούσαν αλλού», όπως εναργώς δηλώνει ο ποιητής στον άτυπο πρόλογο που ακολουθεί την εμβριθή εισαγωγή της Διώνης Δημητριάδου στο βιβλίο. Είναι λοιπόν το καφενείο τόπος δυνητικής εξομολόγησης και οπωσδήποτε τόπος πληροφόρησης, όπου «η κοινότητα δεν ήταν αφηρημένη έννοια, αλλά καθημερινή πρακτική. Ένα “μαζί” που συνέβαινε ανοργάνωτα, αντιφατικά και γι’ αυτό αυθεντικά. Οι άνθρωποι μοιράζονταν τον χρόνο τους κι έτσι τον αποφόρτιζαν∙ έδιναν νόημα στη μέρα τους μέσα από μια κοινωνικότητα που δεν στηριζόταν στην επίδοση αλλά στην ανθρώπινη εγγύτητα». Νομίζω αυτή η ψυχική εγγύτητα είναι ένα βασικό ζητούμενο του Δημήτρη Ζάχαρη με τούτη τη συλλογή, άλλωστε για κείνον η ποίηση λειτουργεί σαν τόπος συνάντησης. Τα χαϊκού του, όπως είπε ο ίδιος διά στόματος της δημοσιογράφου Μαρίνας Λαχανά που είχε τον συντονισμό της παρουσίασης του βιβλίου του, «δεν προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις. Προσπαθούν μόνο να κρατήσουν ζωντανή μια στιγμή ανθρώπινης παρουσίας, κάτι εύθραυστο, μικρό, πολύτιμο. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το καφενείο που ψάχνουμε στον σύγχρονο κόσμο: ένας τόπος όπου, έστω για λίγο, κανείς δεν μένει μόνος».

Στον πρόλογο αναφέρεται και η ιαπωνική έννοια ichigo ichi-e (μια φορά, μια συνάντηση), που μας καλεί να εκτιμήσουμε τη μοναδικότητα κάθε στιγμής. Είναι μια έννοια της οποίας τα ιδεογράμματα κοσμούν και το δέρμα του Δημήτρη με τη μορφή τατουάζ. Η ιαπωνική κουλτούρα με την έμφαση στην τιμή, την εγγενή εκφραστική λιτότητα, τη βαθιά αίσθηση σεβασμού που τη διαπερνά είναι πολύ κοντινή στην ιδιοσυγκρασία του Δημήτρη και ίσως είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο επέλεξε το είδος του χαϊκού σε αυτή του τη συλλογή.

Τα προαναφερθέντα λόγια του Δημήτρη βαθαίνουν ακόμη περισσότερο την κατανόησή μας της συλλογής του. Είναι φανερό ότι προσπάθησε να αποτυπώσει το φευγαλέο πέρασμα από τούτο τον κόσμο καθεμιάς από τις προσωπικότητες που παρουσιάζει στο βιβλίο του, ανακαλώντας ό,τι πιο αξιομνημόνευτο γνωρίζουμε για την καθεμία. Συγχρόνως, έδωσε το προσωπικό στίγμα της δικής του περιπέτειας με την υγεία του, η οποία του στέρησε τη φυσική φωνή, βυθίζοντάς τον στη σιωπή. Είναι μια σιωπή που ο ίδιος αναιρεί πεισματικά, γράφοντας και δηλώνοντας την παρουσία του, ανεξαρτήτως.

Ο Δημήτρης μιλάει, μιλάει δυνατά χωρίς ποτέ να χάνει την ευγένεια η οποία χαρακτηρίζει την προσωπικότητά του. Είναι όμως μια ευγένεια χρωματισμένη από τη δυσχέρεια της κατάστασής του (πάσχοντας από πλάγια μυατροφική σκλήρυνση ή ALS, είναι εν πολλοίς ακίνητος – εκτός από τα δάχτυλα των χεριών του, τα οποία χρησιμοποιεί για να γράφει) και το διαφαινόμενο τέλος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάποια από τα χαϊκού του πρώτου μέρους («Το καφενείο της γειτονιάς») να είναι σπαρακτικά:

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Στα παλιά ρούχα
ανάμεσα στις ραφές

μένει το κρύο

Τα παλιά του ρούχα ως υψηλόβαθμου εταιρικού στελέχους δεν του χρησιμεύουν πια, αφού σπανίως βγαίνει έξω και, τις ελάχιστες φορές που βγαίνει, δεν χρειάζεται να έχει την εμφάνιση στην οποία παραπέμπουν. Κρέμονται λοιπόν στην ντουλάπα του και ανάμεσα στις ραφές τους μένει – τι; Το κρύο. Το κρύο της απουσίας του σώματος που θα τα φορούσε ή της μοναξιάς που χαρακτηρίζει την κατάσταση της σιωπής στην οποία ζει βυθισμένος.

Στην παρουσίαση του βιβλίου του, όπου ήμουν καλεσμένη ομιλήτρια, είπα λίγα λόγια για τη λογοτεχνία της αναπηρίας γενικά. Ό,τι είπα εκείνο το βράδυ δεν διαφέρει από αυτά που λέω γενικά για το θέμα, αν και εστίασα κυρίως στα πλεονεκτήματα μιας λογοτεχνίας της αναπηρίας, για τα οποία έχω γράψει επισταμένα στο blog του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, εδώ: https://cvp.cw.uowm.gr/efkairies-kai-prokliseis-pou-enechei-mia-elliniki-logotechnia-tis-anapirias/.

Ωστόσο, ενώ μιλούσα, σκεφτόμουν ότι αυτά που λέω δεν ισχύουν τόσο στην περίπτωση του Δημήτρη, ο οποίος ναι μεν έχει πλήρη αντίληψη της κατάστασης στην οποία τον έχει φέρει η νόσος από την οποία κατατρύχεται, αλλά δεν της επιτρέπει να τον γονατίσει. Και αυτό αλλάζει όλο το παράδειγμα. Γιατί ο Δημήτρης φέρει τη νόσο του και την αντέχει, όσο μπορεί, κρατώντας το φρόνημά του άκαμπτο. Μπορεί να ακούγεται δεδομένο, ενδεχομένως και στο πλαίσιο των γενικότερων αφηγήσεων θριάμβου που συνοδεύουν την αναπηρία, οι οποίες καλλιεργούν στους άλλους τη βεβαιότητα ότι όλοι οι νοσούντες θα παλέψουν οπωσδήποτε αυτό που τους έλαχε – αλλά δεν είναι. Το πρώτο που κάμπτεται, όταν μια τέτοια νόσος χτυπάει τον άνθρωπο σαν κεραυνός εν αιθρία, δηλαδή κατακούτελα, είναι το φρόνημα, καθώς το πρώτο που υψώνεται μέσα του είναι το γιατί: «γιατί σε μένα;». Και κατόπιν το αίσθημα της αδικίας διαποτίζει όλη του την ύπαρξη, συχνά κάνοντάς τον να ολισθήσει στον θυμό και τη βεβαιότητα ότι η ζωή του χρωστάει.

Εκτός αν ο ίδιος ανακόψει αυτή την πορεία. Αν πει στον εαυτό του ότι αυτό είναι, έτυχε σε μένα, και με αυτό πορεύομαι. Και, με τον λόγο και το έργο του, επιστρέψει τη ματιά που του ρίχνει ο κόσμος, κοιτώντας τον κατάματα. Διατηρώντας την ταυτότητά του ακέραιη και ατόφια. Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είναι απλό, αντιθέτως: είναι μια ηθική πράξη που απαιτεί μεγάλα ψυχικά αποθέματα και τεράστια εσωτερική δύναμη.

Ο Δημήτρης διαθέτει και τα δύο. Δεν χρειάζεται να γράψει ποίηση της αναπηρίας, γιατί ζει όλη του τη ζωή ποιητικά, επιμένοντας να μιλά μέσα από τους στίχους του παρά τα σημαντικά του δεινά και ανεξάρτητα από αυτά. Με αυτό τον τρόπο αρνείται να παραδώσει την ταυτότητά του, όταν το πρώτο που κάνει μία σοβαρή νόσος στον άνθρωπο είναι να του κλέβει το πρόσωπο και να τον τσουβαλιάζει κάτω από την ετικέτα της αναπηρίας.

Αυτό δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για τον Δημήτρη, ο οποίος παραμένει εσωτερικά ο άνθρωπος που ήταν και πριν από την ALS, ίσως μάλιστα ακόμη πιο πολύ από ό,τι πριν. Έτσι γίνεται παράδειγμα για όλους γύρω του, νοσούντες και υγιείς. Όχι μόνο δεν παραδίδει την προσωπική του αξία, αλλά την πολλαπλασιάζει. Είναι απολύτως ενδεικτικό και εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι στις παρουσιάσεις των βιβλίων του παρίσταται ο ίδιος, χωρίς να νιώθει την ανάγκη να κρύψει την κατάστασή του. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο ποιητικό από αυτό: όχι μόνο να δίνεις μια μάχη την οποία γνωρίζεις εξαρχής πως θα χάσεις, αλλά και να μην πτοείσαι ούτε μισό λεπτό, ούτε μισό στίχο…

 

Περισσοτερα αρθρα