Τα σφηνάκια του Σεπτέμβρη

Το αντικειμενικό τυχαίο και οι συμβολισμοί του ασυνείδητου στο έργο του Ε. Χ. Γονατά της Νίκης Μισαηλίδη (ISBN: 978-618-5934-11-8)

Με πρόλογο της Ξένης Σκαρτσή κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Υψικάμινος η μελέτη της Νίκης Μισαηλίδη για τον Ε. Χ. Γονατά, η οποία συμπυκνώνει τα πορίσματα της μεταπτυχιακής της διατριβής. Η μελέτη περιλαμβάνει μια επισκόπηση της ζωής και του έργου του υπερρεαλιστή αυτού δημιουργού που εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, καθώς και μια παρουσίαση των επιρροών που δέχτηκε. Το βιβλίο εξετάζει επίσης την εν γένει σχέση του έργου του με τον παραδοσιακό υπερρεαλισμό – για παράδειγμα, αναδεικνύεται πως η συνάντηση με τη γυναίκα ως ερωτικό σύμβολο (βασική προϋπόθεση του αντικειμενικού τυχαίου στον γαλλικό υπερρεαλισμό) απαντά σε ελάχιστα μόνο διηγήματά του, άρα είναι ένα στοιχείο που δεν χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στη γραφή του.

Η Μισαηλίδη προβαίνει επίσης σε μια ειδολογική κατάταξη του έργου του Γονατά. Ο δημιουργός έγραφε σύντομα κείμενα που εμπίπτουν στον χώρο της μικροαφήγησης, στο μεταίχμιο ποίησης και πρόζας, τονίζοντας συστηματικά το απροσδόκητο και το θαυμαστό (ή «αντικειμενικά τυχαίο» όπως θα δούμε παρακάτω) όπως προκύπτουν μέσα στην καθημερινότητα, γεγονός που του προσέδωσε τον χαρακτηρισμό «συγγραφέας του παραδόξου».

Έμφαση δίδεται στη διερεύνηση της τεχνικής του «αντικειμενικού τυχαίου» που χρησιμοποιεί ο Γονατάς, μιας από τις βασικές τεχνικές της υπερρεαλιστικής γραφής. Ως αντικειμενικό τυχαίο ορίζεται ένα αναπάντεχο συμπτωματικό γεγονός που τοποθετείται στο όριο του πραγματικού με το φανταστικό και προκαλεί την έκπληξη του αναγνώστη.

Η μελέτη της Μισαηλίδη ερευνά το σώμα του έργου του με βάση τέσσερα στοιχεία του αντικειμενικά τυχαίου: την περιπλάνηση, τις απροσδόκητες συναντήσεις με εξαιρετικά πρόσωπα, την ανία και τη μοναξιά, αλλά και τις λανθάνουσες επιθυμίες. Τα τρία πρώτα αναδύονται ως κινητήριες δυνάμεις της δράσης των προσώπων και της εξέλιξης της πλοκής στα κείμενά του, ενώ το τέταρτο σχετίζεται με το ασυνείδητο το οποίο στο έργο του όχι μόνο εκφράζεται ελεύθερα αλλά και μετουσιώνεται σε τέχνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι συμβολισμοί του ασυνειδήτου και τα αρχετυπικά σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός γίνονται επίσης αντικείμενο διερεύνησης στο βιβλίο.

Όπως υποδεικνύει η Μισαηλίδη στα συμπεράσματα, ο Γονατάς με το έργο του εξυπηρέτησε έναν θεμελιώδη σκοπό: προκαλώντας την έκπληξη του αναγνώστη, πετύχαινε την αλλαγή της αντίληψής του για τον κόσμο – και ως εκ τούτου την αλλαγή του ίδιου του κόσμου, γιατί τι είναι ο κόσμος αν όχι η αντίληψή μας γι’ αυτόν;

Την ανανεωτική γραφή του Γονατά περιγράφει πολύ καλά ο Ε. Καψωμένος σε ένα παράθεμα από το βιβλίο του που αναφέρει η Μισαηλίδη στα συμπεράσματά της: «Με την εικονοπλασία του παράδοξου και άλογου αναπτύσσεται μια κριτική ερμηνεία της στρέβλωσης και αλλοτρίωσης του κόσμου μας, αλλά παράλληλα [ο Γονατάς] εκθέτει εικονοπλαστικά και μια σειρά ευοίωνες αφηγήσεις και μυθικές μεταμορφώσεις, που εμπερικλείουν το μήνυμα μιας επαναστατικής ανανέωσης του κόσμου».

Όχι μόνο του εξωτερικού κόσμου, θα προσθέταμε, αφού η ενασχόληση με το ασυνείδητο και τον ψυχισμό αναπόφευκτα οδηγεί τον αναγνώστη και σε μια εσωτερική ανατομία. Οπότε, όπως συμπεραίνει συνολικά η Μισαηλίδη, «το έργο του Ε. Χ. Γονατά φαίνεται πως έχει επίκαιρο και διαχρονικό χαρακτήρα και πως παροτρύνει τον/την αναγνώστη/στρια του τόσο στη βαθύτερη σύλληψη της εξωτερικής πραγματικότητας, όσο και του εσωτερικού του κόσμου, ώστε να ανθίζουν και να ανακαλύπτει πάντα “τους κρίνους, εκείνα τα χαμόγελα στις άκριες των βράχων” της Κρύπτης».

 

 

Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον του Γρηγόρη Τεχλεμετζή (ISBN: 978-960-04-5497-0)

Σε ένα ευρηματικό τέχνασμα στηρίζεται το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα  του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον (εκδόσεις Κέδρος, 2025), το οποίο δεν είναι άλλο από την παράλληλη αφήγηση των βίων δύο γυναικών που έζησαν σε εντελώς διαφορετικές εποχές και ακολούθησαν εντελώς διαφορετικές επιλογές ζωής και δρόμους. Το βασικότερο κοινό στοιχείο τους; Ότι και οι δύο έζησαν όπως ακριβώς ήθελαν, χωρίς να επιτρέψουν να ετεροκαθοριστούν από τις νόρμες της εποχής της καθεμίας, τα κοινωνικά θέσφατα ή τις επιθυμίες της οικογένειάς τους. Έζησαν σύμφωνα με τα πιστεύω τους, κάνοντας τις θυσίες που άρμοζαν στις επιλογές τους και πληρώνοντας το κόστος ναι, αλλά με πλήρη συνείδηση και ελευθερία. Είναι κάτι που επιτυγχάνεται δύσκολα ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον στην εποχή της αρχαιότητας του Επίκουρου, οπότε έζησε η Λεόντιον/Λεοντάριον, ή στην εποχή του Βυζαντίου, οπότε έζησε η Κασσιανή/Κασσία.

Άλλο κοινό στοιχείο των δύο γυναικών ήταν η δίψα για ζωή. Η Κασσιανή βέβαια ενδιαφερόταν κυρίως για την αιώνια εκδοχή της και η Λεόντιον για την εγκόσμια, ωστόσο η δίψα και των δύο ήταν ακόρεστη και καθαριστική για τις επιλογές τους. Και, καθώς βλέπουμε τους βίους τους να ξεδιπλώνονται παράλληλα, δεν μπορούμε να μη δικαιολογήσουμε και τις δύο: πώς να προκαλέσεις άλλωστε την ακράδαντη πίστη κάποιου στο ιδεώδες που συγκινεί τον νου και την καρδιά του;

Κατά Κασσία επιγράφονται τα κεφάλαια που αφορούν την υμνογράφο μοναχή, κατά Λεόντιον εκείνα που αφορούν την επικούρεια εταίρα. Τα πρώτα σκιαγραφούν μια γυναίκα που εμφορείται από το πάθος για το Θείο, ενδύεται την ταπεινότητα και δεν επιτρέπει ούτε μία φορά να την κλονίσει ο σαρκικός πειρασμός που ήταν λογικό να συνοδεύει τα χρόνια της νεότητάς της – ακόμη κι όταν διεκδίκησε τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η πίστη της έμεινε ακλόνητη και τότε ακόμη που συνελήφθη και υπέστη βασανιστήρια κατά την Εικονομαχία. Εντέλει, κατέφυγε στο μοναστήρι που πάντα επιθυμούσε, αφήνοντας σ’ αυτό την τελευταία της πνοή.

Τα κεφάλαια για τη Λεόντιον δεν υστερούν σε πάθος. Μόνο που εδώ το πάθος διοχετεύεται στον στοχασμό και την αναζήτηση της αλήθειας που αντικατοπτρίζει μια απλή ζωή, την οποία και επιλέγει τελικά η Λεόντιον. Κι ας έχει ζήσει πλούσια συμπόσια και πλήθος ηδονών. Την αλήθεια της τη βρήκε στα μάτια του Μητρόδωρου και των παιδιών που της χάρισε, σε ένα απλό σπιτικό, στη ζεστασιά της οικογένειας, στη λιτή και μετρημένη ζωή της επικούρειας φιλοσοφίας που είχε ασπαστεί. Έκλεισε τα μάτια της με τα αγαπημένα της παιδιά και τους προσφιλείς της ανθρώπους γύρω της, καθώς ο Μητρόδωρος είχε φύγει πρώτος.

Η φωνή στο μυθιστόρημα είναι η περιγραφική εκείνη του παντογνώστη αφηγητή. Το μυθιστόρημα είναι ιστορικό ως προς και τις δύο μορφές που βιογραφεί, με λίγα μόνο σημεία να συμπληρώνονται από τη φαντασία του συγγραφέα. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει ο εκτενέστατος υπομνηματισμός στο τέλος του βιβλίου, που αντιστοιχίζεται με παραπομπές στο περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι πηγή έμπνευσής του για την παράλληλη αφήγηση των δύο βίων ήταν οι Βίοι παράλληλοι του Πλούταρχου. Συνολικά, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα που στέφεται από την εκφραστική δεινότητα του συγγραφέα, η οποία συντελεί στην προσφορά  ενός συγκινητικού και αξιανάγνωστου υλικού.

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Ανοιχτή ημερομηνία του Θωμά Ιωάννου (ISBN: 978-960-4358-88-5)

Όταν γνώρισα τον Θωμά Ιωάννου εντυπωσιάστηκα από τα διαβάσματα και τις γνώσεις του. Αυτό αξιοποιεί στην παρούσα έκδοση (εκδόσεις Πόλις, 2025). Μια περιδιάβασή του με λογοτέχνες Έλληνες και ξένους: ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, φιλοσόφους, αλλά και σημαντικά πρόσωπα της αρχαιότητας: Αλκιβιάδης, Αλέξανδρος, Θουκυδίδης…

Αν εξαιρέσουμε τα «Γεωγραφικό στίγμα» και «Οδός Καρυωτάκη» που αναφέρονται στην Πρέβεζα, πόλη και κατοίκους στιγματισμένους από τον αυτόχειρα ποιητή, τη σχολική «Εκδρομή» στο κοντινό και επίσης φορτισμένο ιστορικά Μεσολόγγι και τα ποιήματα των σελίδων 10 και 58 όπου το δεύτερο βαρύ φορτίο της πόλης, μετά τη Ναυμαχία στο Άκτιο το 31 π.Χ. και την ίδρυση της πόλης-σύμβολο «Νικόπολης», προϊόν της επικράτησης του Οκτάβιου επί των Αντώνιου και Κλεοπάτρας, τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής περιγράφουν πτυχές ή στιγμιότυπα, κυρίως, από έργα συγγραφέων.

Ας διαχωρίσουμε τους Αλέξανδρο του Φιλίππου στο «Πλην Λακεδαιμονίων», τον Θουκυδίδη (στο αυτοβιογραφικό-υπαρξιακό του Ιωάννου: «Μέγα το της θαλάσσης κράτος») και την «Ασπίδα προστασίας» με αιχμή την εκστρατεία στη Σικελία με πρωτεργάτη τον Αλκιβιάδη, στα υπόλοιπα έχουμε: δύο ποιήματα για τους Σολωμό-Κάλβο («Οστική πυκνότητα», «Στον τόπο»), ένα ποίημα για τον Αρτινό Ηλία Λάγιο («Προφήτου Ηλία»), ένα για τον Γεώργιο Βιζυηνό (Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης) μέσω του διηγήματος του 1883 που αναγορεύεται και σε τίτλο ποιήματος του Θωμά «Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως».

Παραθέτω ενδεικτικά τα «Πέντε ποτάμια» για τον αρχικά φουτουριστή ποιητή και στη συνέχεια νομπελίστα συγγραφέα Μπορίς Παστερνάκ, τον Θερβάντες στο «Δον Κιχώτης» και στη Ναυμαχία, της επίσης γειτονικής προς την Πρέβεζα, Ναυπάκτου, τον Λορέντζο Μαβίλη στην ομώνυμη πλατεία του των Αθηνών. Τον εμβληματικό και πεισιθάνατο Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τις αφιερωμένες σε έρωτές τους ακροστιχίδες για τους Εμμανοήλ Κορτέση και Κώστα Γκίκα (βλ. «Ακροστιχίδα»), βεβαίως τον Ρεμπώ («Κάτω χώρες»), τον Άρη Αλεξάνδρου στο «Πουρμπουάρ», το ποίημα «Ελληνική Άμυνα» όπου ο Ιωάννου παραθέτει τον στίχο «Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο», από το ποίημα «Μοίρα άγει» του νεοσυμβολιστή Ρώμου Φιλύρα, τις «Παιδικές ασθένειες» για τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς (να μνημονεύσουμε εδώ και τη μετάφραση του Σπήλιου Αργυρόπουλου και της Βασιλικής Κολοκοτρώνη στο βιβλίο του 2002 Νικόλαος Κάλας, Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουιλλιαμς). Επίσης το «Πολυώνυμο τετάρτου βαθμού», με τη φράση του Fernando Pessoa «Με σημαδεύουν οι πληγές από όλες τις μάχες που απέφυγα», τον Άρη Βελουχιώτη στην Πλατεία Λαού της Λαμίας («Τα μπάνια του λαού») όπου και η πλεκτή παροξύτονη ομοιοκαταληξία, την «Ηττόπολη» που με παραπέμπει στον Καβάφη, τους 15σύλλαβους: Θαλασσοπόροι που ’φεραν την οικουμένη βόλτα, Τα ήπατα μου έκοψε της μέθης η ναυτία, Κανείς δεν ξέρει αν κρεμαστεί/ Ή αν αφήσει λάσκα, Το ’ριξα στο εμπόριο λευκής σαρκός και όπλων, το συνήθως ιαμβικό μέτρο, το ποίημα «Βαμπίρ» με στίχο αναφορά στα Εγκόλπια ανασκολοπισμού του Ρουμάνου φιλοσόφου Εμίλ Μιχάι Σιοράν, που εξέδωσε στα γαλλικά το 1949 (και μετέφρασε στα ελληνικά το 1988 ο Κωστής Παπαγιώργης).

Ο Θωμάς Ιωάννου ξέρει γράμματα και το αποδεικνύει μέσα από την αναλυτική και πυκνή ποιητική του βιβλιογραφία. Έχει λόγο ζωντανό, εύστοχο σαν τη σφαίρα του Καρυωτάκη, ευφυή βλ. «Γεωγραφικό στίγμα»: «Μπορούσε [ο Καρυωτάκης] δίχως να βραχεί στην Πρέβεζα/ Απ’ την υποθαλάσσια να φύγει/ Κύριος/ Σ’ Ελλάδα Στερεά να βγει/ Στα πόδια του// Σε βάση αστερόεσσα/ Της εναέριας κυκλοφορίας/ Ελεγκτής// Να διώχνει τις κουρούνες για να δει/ Νικόπολη το μάτι».  Έχω την αίσθηση ότι τον βάρυνε η απόπειρα ποιητικής καταγραφής όσων τον έθελξαν. Ως άσκηση ενδιαφέρουσα. Μόνο που θα ’θελα την επομένη φορά να δω και τα δικά του αισθήματα, τις σκέψεις, τα φρονήματα, φόβους και αδιέξοδα. Κοντολογίς από την βιβλιογραφία να περάσουμε στην εξομολόγηση. Το μπορεί και ας μη το φοβάται.

Κώστας Κρεμμύδας    

Περισσοτερα αρθρα