Η πιο πρόσφατη αυτή συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Κουκκίδα είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας της και πραγματεύεται γεγονότα που αφορούν την τρίτη ηλικία με συγκινητική ευαισθησία αλλά και ανατριχιαστικό ρεαλισμό που ενίοτε φτάνει στην ωμότητα. Μιλώντας για την τρίτη ηλικία, η ποιήτρια υποχρεωτικά μιλά και για το τραύμα – ψυχής και σώματος.
Το εισαγωγικό, ομότιτλο με τη συλλογή, ποίημα μιλά για έναν «κήπο από ζιζάνια», όπως χαρακτηρίζει το παρελθόν, που «χρειάζεται ξελάζωμα επειγόντως». Λίγους στίχους πιο πάνω, έχει μιλήσει για τύψεις που αναδεύονται «σ’ ένα βαθύ κρυστάλλινο ποτήρι». Η νυχτερινή (περι)ποιήτρια «τον φόβο στρογγυλεύει της σιωπής» κι αποφασίζει να κάνει το χρειαζούμενο ξεβοτάνισμα στα ποιήματα που ακολουθούν.
Θα ήθελα κυρίως να σταθώ σε ορισμένα ποιήματα της συλλογής, τα περισσότερα από την ενότητα «Γηροκομείον η Τροία» που ακολουθεί αμέσως μετά από αυτό το ποίημα. Δεν ξέρω αν ο όρος «ενότητα» είναι ο καταλληλότερος για να τα χαρακτηρίσει, αφού με τα τέρατα και τα σημεία που περιγράφονται σε αυτά, ίσως ο όρος «ζούγκλα» να είναι πιο ταιριαστός. Το ποίημα «Ο Αινείας στον ΕΦΚΑ» μιλά για έναν άντρα, «άνεργο οικοδόμο από τριετία», να καταφθάνει στον ΕΦΚΑ «με διπλή μάσκα, χωρίς ραντεβού/ με τον παράλυτο πατέρα στον ώμο». Δεν έχει ραντεβού γιατί «δεν ξέρει πώς να κλείσει ραντεβού/ δεν έχει κομπιούτερ, δεν έχει μέιλ, δεν έχει μέλλον». Κι ενώ είναι ζεμένος τον πατέρα του «νιώθει ένα ζεστό υγρό στην πλάτη/ τον διευθυντή/ και γρήγορα […] τον υπουργό αν χρειαστεί». Είναι ένας άνθρωπος που ρήμαξε η ζωή και «το μόνο που έχει είναι ο γέρος του στην πλάτη/ και δίκιο, πολύ δίκιο, λίμνη/ ποτάμι, το δίκιο του τον πνίγει και τα έξοδα». Τα ποιήματα του «Γηροκομείου» είναι ανατριχιαστικά στις περιγραφές τους, όμως θίγουν συγχρόνως βαθύτερα ζητήματα, όπως αυτό εδώ που καταδεικνύει την απουσία του κράτους πρόνοιας, της μέριμνας για τους ανήμπορους, αλλά και το θέμα των μεγάλων εξόδων που συνεπάγεται ένας νοσών άνθρωπος για μια οικογένεια.
Στο ποίημα «Ληξιπρόθεσμες απειλές» ένας ηλικιωμένος μιλά με μεταλλική φωνή «σαν να ‘βγαινε από τα έγκατα της γης». Η φωνή είναι τόσο απόκοσμη που η παρατηρήτρια της σκηνής ψάχνει τριγύρω για την πηγή της μα «ήταν αδύνατο να εντοπίσ[ει] στοά ορυχείου./Μάλλον κάποιο περιφερόμενο ρομπότ/ λάνσαρε το νέο πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας/ προς άγρα πελατών». Το ποίημα δεν το αναφέρει, αλλά μπορούμε να φανταστούμε την παρατηρήτρια να αναρριγεί μόλις αντικρίζει την «ορατή τραχειοτομή» του άντρα, που είναι η πηγή του ήχου, και να το βάζει στα πόδια: «Κατέβασα ντροπιασμένη το κεφάλι/ και αναζήτησα το γκισέ/ που προωθούσε τα νέα προγράμματα/ άκρατης αισιοδοξίας». Κι έτσι η ποιήτρια παραθέτει μία από τις στερεοτυπικές αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι σε οτιδήποτε αποκλίνει από την κανονικότητα: να το βάλουν στα πόδια.
“Oenanthe crocata” τιτλοφορείται το επόμενο ποίημα και στις σημειώσεις του τέλους μαθαίνουμε πως πρόκειται για το σαρδόνιο βότανο, ένα φυτό με νευροτοξίνες που χορηγούσαν στους γηραλέους στη φοινικική Σαρδηνία σε τελετουργίες δολοφονίας τους, προτού τους πετάξουν από ψηλούς βράχους ή τους ξυλοκοπήσουν μέχρι θανάτου – όπως ακριβώς τους εγκληματίες. Στο ποίημα, ένας 80χρονος σκάβει το αμπέλι: «Διπλώνεται στα δυο απ’ τους πόνους/ κούρβουλο το κορμί, ματώνουν τα χείλη». Έχει κάνει τέσσερις γιους, κανείς όμως δεν θέλει να τον γηροκομήσει. Όχι μόνο αυτό, δεν τον βοηθούν ούτε να πάρει τα φάρμακά του για τα οποία «Δε φτάνει η σύνταξη/ η συμμετοχή μόνο για φάρμακα/ έχει φτάσει στα ύψη». Σκάβει λοιπόν κι αυτός:
Πρέπει ν’ αντέξει. Λίγο ακόμα.
Με τον γέρο κασμά του
Να σκάψει ψηλά στ’ αμπελάκι τον τάφο του.
Λίγο ακόμα. Πρέπει ν’ αντέξει.
Να μπει μόνος του στον τάφο του, ολομόναχος, όπως έχει καταντήσει.
Το ποίημα «Αχίλλειος πτέρνα» μιλά για τον κυρ-Αχιλλέα που έχει «κομμένα και τα δυο πόδια απ’ το γόνατο», «τον τσάκισε το ζάχαρο». Μα εκείνος ζητά «τον φραπέ [τ]ου με τρεις ζάχαρες/ θέλ[ει] λουκούμι τριαντάφυλλο/ θέλ[ει] γλυκάκι περγαμόντο». Στα 85 σου και χωρίς ανεξαρτησία, δεν σε ενδιαφέρει πια η ζωή – έχεις το δικαίωμα να περάσεις τη λιγοστή που σου έμεινε όπως θέλεις. Έχεις δικαίωμα στην ελεύθερη βούληση, ακόμη κι αν είναι καταστροφική για την υγεία σου. Έχεις δικαίωμα σε μια μη ιατρικοποιημένη καθημερινότητα που θα σου εξασφαλίσει τις λίγες στιγμές ανθρωπινότητας που σου απομένουν. Το ποίημα δείχνει την ιατρική σαν πεδίο εξουσίας που με τα πρωτόκολλά του εμποδίζει την αυτοδιάθεση των ασθενών και το δικαίωμά τους να υπερασπίζονται την ύπαρξή τους με τους δικούς τους όρους.
Το ποίημα «Αστυάναξ» το δημοσιεύσαμε πριν από λίγο καιρό. Και αυτό το ποίημα θίγει ζητήματα ιατρικοποίησης, κυρίως όμως θέτει το αίσθημα της ανασφάλειας που διακατέχει κάποιους βαριά άρρωστους ανθρώπους. Μη σταματώντας να φωνάζει «μαμά», την πρωταρχική φιγούρα που γεμίζει έναν άνθρωπο με ασφάλεια, ο ανοϊκός «ουρλιάζει και δαγκώνει», «τραβάει τα χέρια» της γιατρού που «προσπαθεί να του περάσει λεβάιν απ’ τη μύτη» σε μια προσπάθεια να σώσει – τι άραγε; – το ελάχιστο από κείνον που έχει απομείνει να σωθεί για να εξακολουθεί να βασανίζεται.
Την ενότητα κλείνει το ποίημα «Επί πτίλων νυχτερινών» από το οποίο θα παραθέσω τους καταληκτικούς στίχους.
Ολονυχτίς οι αποκλειστικές στάγδην ξεπετσιάζουν
τον δράκο της αγρύπνιας.
Εκεί γράφεται η ποίηση.
Γιατί
Ποια Σύλβια, ποια Έμιλυ
να συγκριθεί με
νοσοκόμα
λευκή οπτασία τη στιγμή που χύνει
την παυσίπονη στη φλέβα
βάρδια νυχτερινή στις δύο τα μεσάνυχτα;
Και εκτός αυτής της ενότητας υπάρχουν ποιήματα που προβληματίζουν σχετικά. Στον ρόλο του ανήμπορου να βοηθήσει ουσιαστικά φροντιστή, εκείνου που τον συνθλίβει το συναίσθημα της ανημπόριας και η ματαιότητα μιας κατάστασης, εστιάζει το ποίημα «Το καρβέλι» που μιλά για ένα ανάπηρο παιδί σαν «ζυμάρι και χυνόταν από το καρότσι»: «Το ‘ντυναν και το βάζανε στο κρεβατάκι με τα κάγκελα/ λες και μπορούσε το έρμο να πηδήξει κάτω.// Ίδιο καρβέλι σε πινακωτή/ με μάλλινα σκουτάκια σκεπασμένο/ να φουσκώσει». Μα δεν ήταν μόνο η πρακτικά αδύνατη κατάσταση, αφού «Το χάραμα ξυπνούν/ από τη μυρωδιά καμένου.// Η καρδιά τους//», η καρδιά τους δεν άντεχε την καθημερινή πάλη, «την ημερήσια πίκρα», το γεγονός ότι πάλευαν μόνοι ενάντια σε όλο αυτό. Γιατί βέβαια ο κοινωνικός περίγυρος είχε μόνο οίκτο και λύπηση να τους προσφέρει.
Στο ποίημα «Τα μάγια» πάλι, μια μάνα παρακαλεί μια γύφτισσα να λύσει τα μάγια του παιδιού της που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. «Και να οι κλωνές, οι κόμποι, οι καψαλισμένες τρίχες/ κομμάτι σαπουνάκι». Μα ο άντρας επιστρέφει σπίτι, βλέπει την τσιγγάνα και της βάζει τις φωνές: «Μωρή, γιατί την κοροϊδεύεις;/ Δε σεβάστηκες το λάδι που ‘βαλα στο παιδί σου/ όμως δεν ντράπηκες τον πόνο της;». Το ποίημα κλείνει με τον σπαραχτικό στίχο: «Ποιος να τα βάλει με καμένη μάνα;». Καμένη η μάνα, καμένη η οικογένεια, καμένο και το παιδί που πάσχει. Καμένοι όλοι καθώς ζουν σε μια κοινωνία που η νόσος θεωρείται απόκλιση από το κανονικό, επισύρει τον οίκτο, τον φόβο ή και την αηδία.
Ποιήματα σαν της Φωτεινής Βασιλοπούλου, μιλώντας για καταστάσεις υγείας που καλύπτονται κατά κανόνα από σιωπή, ανοίγουν τον δρόμο προς την κατανόηση και τη συναίσθηση και γι’ αυτό επιτελούν σπουδαίο έργο που ξεπερνά τη λογοτεχνική τους αυταξία. Σπάζουν τη σιωπή που περιβάλλει τις καταστάσεις υγείας, ευαισθητοποιούν, μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε – μέσα από τους γενναιόδωρους καθρέφτες που στήνει μπροστά στα μάτια μας, κυρίως τον εαυτό μας: τις αντιδράσεις του και το πιθανόν του μέλλον. Είναι μια σπαρακτική, για πολλούς λόγους, συλλογή που δεν πρέπει να προσπεράσετε.

