Ο Κώστας Ακρίβος έδωσε στον Εληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι «Όνομα πατρός: Δούναβης» (ISBN: 9786180342987)
Αντωνία Παυλάκου

H έκδοση του νέου δέκατου όγδοου στη σειρά αφηγηματικού βιβλίου του Κώστα Ακρίβου με τον ιδιαίτερο ή και αινιγματικό τίτλο Όνομα πατρός: Δούναβης (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2025) μας υπενθυμίζει ότι ο συγγραφέας αποτελεί μια διακριτή και άκρως ενδιαφέρουσα φωνή στην πεζογραφία του τόπου μας. Διακρίνουμε κάθε φορά τη δυναμική του λόγου του, συνδυασμένη με τις προσωπικές αξίες του και τη συστηματική μελέτη και την εμπνευσμένη συγγραφική δουλειά πριν την κάθε έκδοση.

Και έρχομαι πλέον στο νέο βιβλίο του Κώστα Ακρίβου. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική βιογραφία, λογοτεχνικό είδος που ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει και κατά το παρελθόν, προκειμένου να φωτίσει πρόσωπα με ιδιαίτερη δράση και επιλογές, οι οποίες, ενώ επιλέγονται για τη σχέση τους με τα προσωπικά «πιστεύω» του, καταφέρνουν να αγγίξουν τη συλλογική συνείδηση. Δεν ξεχνάμε τον τίτλο Ποιος θυμάται τον Αλφόνς (2010) για τον Αλφόνς Χοχάουζερ, που έζησε στο Πήλιο έχοντας πρώιμη έγνοια για την προστασία της φύσης του βουνού των Κενταύρων, αλλά και εκείνο του 2021 για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, πότε ως διάβολο και πότε ως άγγελο στην Ελληνική Επανάσταση. Βιογραφώντας μυθιστορηματικά για μια ακόμη φορά, ο Ακρίβος μοιάζει να κλείνει μια άτυπη τριλογία, ανασύροντας από τη λήθη και φωτίζοντας μέσα από την κοπιώδη έρευνα και τη φαντασία του την περιπετειώδη ζωή, έμμεσα και πολύ έντεχνα, και το έργο του αυτοδίδακτου γαλλομαθή Ελληνορουμάνου συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, του αποκαλούμενου πλέον και Γκόρκι των Βαλκανίων.

Το βιβλίο του Ακρίβου ξανάφερε στο φως και τη δική μου πρώτη γνωριμία με τον Ιστράτι, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ιχνηλατώντας στη μορφή του Νίκου Καζαντζάκη, έμαθα για τη συνάντησή τους στην τότε Σοβιετική Ρωσία, για τη στενή φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους συνδυασμένη με ιδεολογικούς και πολιτικούς προβληματισμούς για τον σοσιαλισμό και τη φύση του, για τη ψυχρότητα που επακολούθησε και τη μη ουσιαστική επανασύνδεσή τους. Συνέδεσα τότε τον Ιστράτι με τον Ίστρο, την ονομασία του Κάτω Δούναβη στην Αρχαιότητα, ενώ έμειναν στο μυαλό μου θραύσματα από το βιβλίο του Κυρά Κυραλίνα, μια παλιά έκδοση που είχα βρει εδώ, στη Λαϊκή Βιβλιοθήκη της Καλαμάτας.

Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, και με ωριμότερο βλέμμα, είδα μέσα από τη δεξιοτεχνική γραφή του Ακρίβου τα ζητήματα καταγωγής, αναζήτησης ταυτότητας προσωπικής, ιδεολογικής και συγγραφικής, του Ρουμάνου, με κεφαλονίτικη πατρική ρίζα, συγγραφέα που έγραψε στα γαλλικά, όπως και άλλοι Ρουμάνοι κατά τον συρμό της εποχής έκαναν. Γνωστότερος όλων ο Ιονέσκο.

Στην αναζήτηση των παραπάνω, η γενέθλια πόλη Βράιλα είναι αρκετά στενή για να φιλοξενήσει τα όνειρά του. Σκληρά αγωνιζόμενος για την επιβίωση, θα αλλάξει είκοσι επαγγέλματα, θα περιπλανηθεί σε μαγικούς και μαγευτικούς κόσμους γύρω από τη Μεσόγειο και την παραευξείνια περιοχή και θα συναντηθεί με απλούς ανθρώπους αλλά και με διακεκριμένα ονόματα του καιρού του, στοιχεία που αναδύονται από αναφορές του Ακρίβου ταυτόχρονα στη ζωή και στο λογοτεχνικό έργο του.

Η συγχρονία στις αναφορές για τη ζωή και το λογοτεχνικό έργο του Ιστράτι εκπλήσσει εξαιρετικά τον αναγνώστη, καθώς αυτός, μέσα στην αφήγηση, διακρίνει την ενδελεχή έρευνα του γράφοντος και την ικανότητα τιθάσευσης του υλικού της Ιστορίας καθαυτής και των εμπλεκομένων σε αυτήν βιογραφικών στοιχείων για τον Ιστράτι και των στοιχείων, τα οποία υπάρχουν στο λογοτεχνικό έργο του και τροφοδοτούν τη μυθιστορηματική βιογραφία του Ακρίβου. Αυτά προήλθαν από μελέτη των λογοτεχνικών έργων του βιογραφουμένου συγγραφέα και των κριτικών για αυτά, από επισκέψεις στο πεδίο (τέσσερις στην πόλη Βράϊλα, γενέτειρα του Ιστράτι, οικονομικό και πνευματικό κέντρο, όπου κατοικούσαν τον δέκατο ένατο αιώνα τριάντα χιλιάδες Έλληνες στην πλειονότητά τους ευκατάστατοι) και συνομιλίες με τον διευθυντή του Μουσείου «Παναΐτ Ιστράτι», δρα Zamphir Balan» στη Βράϊλα και με την ελληνίστρια Ελένα Λαζάρ, γνώστες και οι δύο στοιχείων για τον συγγραφέα.

Τα παραπάνω στοιχεία εντάσσει ο Ακρίβος στην αφήγησή του με εξαιρετική μαεστρία, έτσι ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται το άκρως συντηρητικό ελληνικό πολιτικό σκηνικό των αρχών του 20ου αιώνα και του Μεσοπολέμου, τα πρώιμα χρόνια του κομμουνισμού στη Σοβιετία, την περιρρέουσα κοινωνικοοικονομική κατάσταση στον Κάτω Δούναβη, όπου δραστηριοποιούνταν με παράνομο εμπόριο ο πατέρας του Ιστράτι, χώρος από όπου ξεκινούσε για τα ταξίδια του και συνεχώς επέστρεφε. Επιπλέον τη λογοτεχνική ατμόσφαιρα στη Γαλλία, με σημείο αναφοράς την κομβική γνωριμία του Ιστράτι με τον Γάλλο συγγραφέα και μέντορά του Ρομαίν Ρολάν.

Η αφήγηση ξεκινά in media res. Παραμονές του 1921, μετά τον θάνατο της αγαπημένης του μητέρας και μετά από πολλά εγχειρήματα επιβίωσης, ο Ιστράτι, αποφασίζει να θέσει τέρμα στη ζωή του στη Νίκαια της Γαλλίας, στην οποία είχε καταφύγει με σκοπό να συναντήσει τον Γάλλο συγγραφέα Ρομαίν Ρολάν. Τελικά στάθηκε τυχερός όχι μόνο γιατί σώθηκε αλλά και γιατί στη νέα  επιστολή που έστειλε στον   Ρομαίν Ρολάν έλαβε ενθαρρυντική απάντηση, στην οποία θα τον αποκαλέσει Ανατολίτη παραμυθά. Στα 14 πολύ δημιουργικά χρόνια που θα ακολουθήσουν θα γράψει τα καλύτερα έργα του.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι έμαθε μόνος του Γαλλικά αισθανόμενος την ανάγκη να εκφραστεί μέσω της γλώσσας, πράγμα που εντυπωσίασε τον Ακρίβο, ως γνώστη της δύναμης της γλώσσας. Επιπλέον τον θαύμασε για τη σταθερή και έμπρακτη υποστήριξή του στους αδύναμους, στη φτωχολογιά, με απότοκο τον προσανατολισμό του στις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αυτή πίστευε ότι είναι το όχημα για να γίνουν πράξη η ισότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη. Έτσι προέκυψε η συνάντησή του με τον Καζαντζάκη και η επίσκεψη στη Σοβιετική Ρωσία, η συνάντηση με τους Γκόρκι, Μαγιακόφσκι και άλλους παράγοντες του νέου συστήματος. Η απογοήτευσή του από την πολιτική πρακτική που ακολουθείτο, με επίκεντρο τη γραφειοκρατία και τη λογοκρισία, ήταν οι λόγοι της διαφοροποίησής του ως προς την εφαρμογή του σοσιαλιστικού εγχειρήματος με τις ανάλογες πολιτικές αντιπαραθέσεις, την ψυχρότητα στις σχέσεις του με τον Καζαντζάκη, επομένως και τη διαφοροποίησή του ως προς την εφαρμογή του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Θα μπορούσε να είχε ζήσει άνετα με κοινωνική αποδοχή, αλλά για τη δικαιοσύνη και την ελεύθερη έκφραση προτίμησε να πεθάνει, στο τέλος περιφρονημένος από όλους. Εδώ εδραζόταν και η διαφωνία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, που αποτύπωσε τα παραπάνω στη μεγάλη αλήθεια των λόγων του: «Παναΐτ, η καρδιά σου εσένα ξεπερνάει κατά πολύ το μυαλό σου».

Ο Κώστας Ακρίβος τιθασεύει και αναδεικνύει το υλικό του μέσα από ποικίλους αφηγηματικούς τρόπους και αφηγηματικές τεχνικές, στοιχεία συνυφασμένα με τη δόμηση του βιβλίου. Απολαμβάνουμε μια μεταμοντέρνα γραφή με εγκιβωτισμούς ιστοριών σε ανάδρομες αφηγήσεις, μια ευρηματική αρχή της αφήγησης από το μέσον -in media res-, μια γραφή εναρμονισμένη με την ανασύνθεση μιας ζωής αυτής καθαυτής μυθιστορηματικής. Το βιβλίο διαβάζεται με προσεκτικό ενδιαφέρον καθώς η προσωπικότητα του ήρωα ξεπηδάει μέσα από την αναδιήγηση των έργων του και μέσα από τους ήρωές του, ένας από τους οποίους είναι και ο ίδιος. Στο υλικό αυτό εντάσσονται οι περιπέτειές του ως αληθινού πλάνητα, που φτωχός και κατατρεγμένος από την απουσία του κοντραμπατζή πατέρα του και με πονεμένη σχέση με τη μητέρα του, αναζητά την πατρική φιγούρα στην αληθινή φιλία, αντιπαλεύει την εχθρότητα των συγγενών του, ζει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, συναναστρέφεται κακοποιά στοιχεία, παλεύει για τους αδύναμους, στρατεύεται ιδεολογικά γι’ αυτούς και μάχεται για την ελευθερία του πνεύματος και της έκφρασης, συμβιβασμένος μόνο με την ανθρωπιά. Τα περιπετειώδη ταξίδια του με σκοπό τη γνωριμία με τους άλλους τόπους τον οδήγησαν σε πολλά λιμάνια σε όλη τη Μεσόγειο (Αλεξάνδρεια, Δαμασκό, Πειραιά, Νίκαια) και όλες οι επιλογές του συνέθεσαν μια πολυτάραχη ζωή.

Βρήκε όμως ο Ιστράτι καταφύγιο στην τέχνη, απογοητευμένος από την πολιτική της εποχής του, που δεν εναρμονιζόταν με την κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία της έκφρασης. Ο Ακρίβος με τη μυθιστορηματική του βιογραφία εστιάζει στην Τέχνη, που με συνέπεια υπηρετεί σε όλη του τη ζωή, εναρμονιζόμενος με τα όσα διάβασε 80 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιστράτι στην ταφική στήλη του βανδαλισμένου τάφου του:

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Η ΤΕΧΝΗ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΦΩΣ
ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΝΑ ΒΕΛΤΙΩΘΟΥΜΕ
ΠΑΝΤΑ ΠΙΣΤΕΥΑ ΟΤΙ Η ΤΕΧΝΗ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ
ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΟ ΑΣΧΗΜΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ ΜΟΝΟ ΑΥΤΗ ΠΕΡΙΕΧΕΙ
ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΓΑΠΗ

ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕ ΠΟΤΕ.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο Ακρίβος με όχημα τον Ιστράτι, σε ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο αφήγημα, που προκαλεί και αισθητική συγκίνηση με τον λιτό πλούτο των εκφραστικών μέσων του, θα μας θυμίσει την παρουσία του Ελληνισμού στον Δούναβη στις αρχές του 20ού αιώνα και θα ταυτίσει τον ήρωα-συγγραφέα με την ελεύθερη έκφραση και τη δύναμη της τέχνης απέναντι στην κοινωνική ανισότητα, στην ανεπάρκεια των ιδεολογιών, στην κυνική εφαρμογή της πολιτικής και στο υπαρξιακό αδιέξοδο. Με μείξη ρεαλισμού και φαντασίας, ο συγγραφέας μας ζωντανεύει τον ιδεολόγο, που κατάφερε να είναι εχθρός με το ελληνικό αστικό πολιτικό κατεστημένο και ταυτόχρονα κριτής της ιδεολογίας που πρέσβευε. Σπαρτιάτης και είλωτας μαζί, είναι προπάντων ένας παραμυθάς της Ανατολής, στον οποίο ο Ακρίβος έδωσε όνομα πατρός: Δούναβης.

 

 

* Η Αντωνία Παυλάκου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και κατέχει τον μεταπτυχιακό τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία» από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αφυπηρέτησε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μετά από 32 χρόνια ως διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Καλαμάτας. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη βιβλιοκριτική και την επιμέλεια κειμένων. Κριτικές, άρθρα, διηγήματά της και άλλα κειμενικά είδη έχουν φιλοξενηθεί σε μεσσηνιακές και αθηναϊκές εφημερίδες, σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Ήταν επί σειρά ετών πρόεδρος της Ένωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.

Περισσοτερα αρθρα