Η ποιητική συλλογή Στιγμές και στίγματα του Άγγελου Λάππα (Κουκκίδα, 2025, ISBN: 978-618-208-157-0) συνιστά ένα έργο ώριμο, πολυστρωματικό και αισθητικά συνεκτικό, που κινείται με άνεση ανάμεσα στο λυρικό βίωμα και τη συλλογική εμπειρία. Ήδη από την πρώτη επαφή, το εξώφυλλο –σε πλήρη σύμπνοια με την εσωτερική ατμόσφαιρα του βιβλίου– προαναγγέλλει τον πυρήνα της γραφής. Το φως που διαθλάται ή εκρήγνυται μέσα στο σκοτάδι δεν αποτελεί μια απλή εικαστική επιλογή, αλλά συμβολίζει τη θεμελιώδη ένταση της συλλογής: τη σύγκρουση ανάμεσα στο στιγμιαίο και το ανεξίτηλο. Ο τίτλος υπογραμμίζει αυτή τη διττότητα, καθώς οι «στιγμές», ως φευγαλέες καταγραφές του βίου, μεταστοιχειώνονται σε «στίγματα» – σε μόνιμα ίχνη που εγγράφονται στη συνείδηση.
Το έργο του Oskar Schlemmer που κοσμεί την έκδοση προσφέρει μια συμπυκνωμένη οπτική ερμηνεία του κειμένου. Η λιτή, κάθετη οργάνωση της σύνθεσης κατευθύνει το βλέμμα από τον λόγο στην εικόνα, όπου οι παραμορφωμένες ανθρώπινες φιγούρες και ο κεντρικός όγκος –που παραπέμπει σε πέτρα ή κεφάλι– αποδίδουν ανάγλυφα το αίσθημα της αποξένωσης. Ο κεντρικός αυτός όγκος μπορεί να νοηθεί ως το «στίγμα» της μνήμης ή του τραύματος, ενώ η δραματική αντίθεση φωτός και σκιάς ορίζει το βασικό δίπολο του έργου: τη διαρκή πάλη ανάμεσα στη φθορά και την ελπίδα. Με αυτόν τον τρόπο, η αισθητική του εξωφύλλου προδιαγράφει την εσωτερική διαδρομή της συλλογής: μια πορεία από το σκοτάδι της εμπειρίας προς τη λυτρωτική δυνατότητα του φωτός.
Το εναρκτήριο ποίημα «Η ΜΟΥΣΙΚΗ, Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΣΥ» (σ.7) λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση της συλλογής. Ο στίχος «Ακούς τον παλμό μέσα στην πέτρα» θέτει τον βασικό άξονα της ποιητικής του Λάππα: την ικανότητα της τέχνης να αποκαλύπτει ζωή μέσα στο άψυχο και να ανιχνεύει το φως μέσα στην ύλη. Η τέχνη εδώ είναι μύηση, μια εσωτερική διαδικασία ακρόασης που προοικονομεί το κυκλικό σχήμα της συλλογής, συνομιλώντας άμεσα με την τελική αναγέννηση του κόσμου στον επίλογο.
Η πρώτη ενότητα «ΤΟ ΤΣΙΜΠΙΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ» αναπτύσσει έναν έντονα λυρικό και στοχαστικό λόγο, εστιάζοντας στη συγκρότηση της εμπειρίας ως στιγμής. Στα ποιήματα «ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ» (σ.13) και «ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ», (σ.35) ο χρόνος και η μνήμη παρουσιάζονται ως ρευστές και επώδυνες διαδικασίες: «Η μνήμη έχει πάντα το υγρό χρώμα της θλίψης». Η εικόνα αυτή αποδίδει εύστοχα τη φύση της ανάμνησης ως κάτι μεταβαλλόμενο και συναισθηματικά φορτισμένο. Παράλληλα, η αναφορά στον Οδυσσέα –«Τον καίει ο νόστος»– λειτουργεί ως σύμβολο της αέναης περιπλάνησης και της αδυναμίας επιστροφής σε μια αρχική αθωότητα.
Στον κύκλο «ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ – ΠΛΕΙΑΔΕΣ» (σ.19), ο μύθος μετασχηματίζεται σε σύγχρονη υπαρξιακή αλληγορία. Η Αλκυόνη «έχει μια θλίψη κι η θλίψη έγινε δάκρυ» και η Ηλέκτρα «τη μοναξιά της θρηνεί απόμακρα» ενσαρκώνουν στιγμές όπου το φως και η απώλεια συνυπάρχουν. Η γλώσσα της ενότητας χαρακτηρίζεται από έντονη εικονοποιία και ρευστότητα: «Οι χρόνοι ψάρια γλιστρούν», «Πεισμώνει ο Καιρός». Οι στιγμές εδώ δεν είναι ακόμη τραύματα· είναι όμως ήδη φορτισμένες με τη δυνατότητα να μετατραπούν σε στίγματα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο έρωτας εμφανίζεται ως δύναμη βαθιά αντιφατική αλλά και δημιουργική: «…Ηδονή και οδύνη ο έρωτας/ Έρωτας κι η ζωή· κανείς δε το αρνήθηκε» (σ.17). Η εμπειρία του δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως άμεσο βίωμα που συμπυκνώνεται σε στιγμιαίες, σωματοποιημένες εικόνες, στο ποίημα «Η ΕΛΙΑ» (σ.41): «Η ελιά στον λαιμό της/ Παραδίπλα άλλη σχεδόν αόρατη/ Κι ασήμαντη/ Μα τόσο ερωτική». Το σώμα μετατρέπεται έτσι σε φορέα μνήμης και συγκίνησης, σε ένα πεδίο όπου το ελάχιστο, το σχεδόν ανεπαίσθητο, αποκτά καθολική σημασία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η ερωτική εμπειρία εντάσσεται πλήρως στη λογική της ενότητας: ως ακόμη μία «στιγμή-τσίμπημα» που, αν και φευγαλέα, αφήνει το αποτύπωμά της ως «στίγμα» στην ποιητική και υπαρξιακή συνείδηση.
Η γλώσσα της πρώτης ενότητας χαρακτηρίζεται από λυρικότητα, ρευστότητα και έντονη εικονοποιία. Οι μεταφορές «Οι χρόνοι ψάρια γλιστρούν» και οι προσωποποιήσεις «Πεισμώνει ο Καιρός» συνθέτουν ένα ποιητικό σύμπαν όπου τα φυσικά στοιχεία αποκτούν ανθρώπινη διάσταση. Το ύφος, αν και στοχαστικό, δεν χάνει τη συναισθηματική του ένταση· αντιθέτως, η λιτότητα της έκφρασης ενισχύει την πυκνότητα του νοήματος.
Στη δεύτερη ενότητα «ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΝΤΟΧΗΣ», η γραφή αποκτά πιο αιχμηρό και εξωστρεφή χαρακτήρα. Η εμπειρία δεν είναι πλέον φευγαλέα· έχει εγγραφεί ως τραύμα. Στο ποίημα «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» (σ.55), η ειρωνική ανατροπή της εικόνας της φύσης –«ειρηνικά τοπία» που μυρίζουν «φορμόλη»– αποκαλύπτει έναν κόσμο διαστρεβλωμένο. Στο ποίημα «ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ» (σ.81), η φωνή των νεκρών –«Δεν έχουμε ανάγκη της ανθρωπιάς σου τα ψιχία»– λειτουργεί ως ισχυρή καταγγελία της κοινωνικής υποκρισίας, ενώ στο «ΒΙΑ-ΣΜΟΣ» (σ.79) η εικόνα «Αυτήν την ώρα ένα τριαντάφυλλο στάζει αίμα…» αποδίδει τη βία χωρίς εξωραϊσμό.
Η αποξένωση της σύγχρονης ζωής αποτυπώνεται και μέσα από τη διαμεσολαβημένη επικοινωνία στο ποίημα «ΜΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙΣ…» (σσ.63,64: «…Τα πάντα ήχους και εικόνες / Μόνο, να! / Λείπουν οι μυρωδιές τους και οι γεύσεις τους / Λείπει το ρίγος απ’ τα αγγίγματά μας / Εγώ ο έγκλειστος», αναδεικνύοντας έναν κόσμο όπου η εμπειρία έχει αποσπαστεί από τη σωματική της διάσταση.
Ιδιαίτερα στο «ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ» (σ.58), η πραγματικότητα αποδίδεται μέσα από θραυσματικές εικόνες: «Άντρας σπλάχνα σπαράγματα», «νεαροί από κομμάτια Lego». Ο άνθρωπος εμφανίζεται κατακερματισμένος, φορέας των «στιγμάτων» ενός κόσμου σε κρίση. Εδώ η μετάβαση έχει ολοκληρωθεί: οι στιγμές έχουν γίνει ίχνη ανεξίτηλα, εγγεγραμμένα στο σώμα της πραγματικότητας.
Η γλώσσα εδώ γίνεται πιο αιχμηρή, πιο άμεση. Η λυρικότητα δεν εγκαταλείπεται, αλλά συνυπάρχει με έναν τόνο σχεδόν δημοσιογραφικό σε ορισμένα σημεία «Ρεπορτάζ» (σ.69), δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα υφολογική ένταση. Ο ποιητής δεν διστάζει να ενσωματώσει στοιχεία της καθημερινότητας και της επικαιρότητας, μετατρέποντάς τα σε ποιητικό υλικό.
Τέλος, το χαϊκού «Επίλογος» (σ. 97) λειτουργεί ως η απαραίτητη συμπύκνωση και υπέρβαση, με το «άστραμμα του νου» προαναγγέλλει τη μεταμορφωτική ένταση που κορυφώνεται στο τελευταίο ποίημα, «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ» (σ. 99). Εκεί, το φως δεν είναι πλέον υπαινικτικό αλλά εκρηκτικό: «Σκάει το φως ανάμεσα στα δέντρα», «Τρυπάει την πέτρα», «Θραύσματα φως λιώνουν τη νύχτα». Η πορεία από την αρχική ακρόαση του «παλμού» στην τελική έκρηξη αποτυπώνει τη μετάβαση από την εσωτερική εμπειρία στη ριζική αλλαγή του κόσμου. Το φως εδώ δεν αναιρεί τη φθορά, αλλά αναδύεται μέσα από αυτήν, μεταμορφώνοντας την ύλη. Η καταληκτική εικόνα, «Περπατάς στέρεα στον καινούριο κόσμο», σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της ποιητικής διαδρομής: από τη στιγμή στο στίγμα και από το στίγμα στη δυνατότητα μιας νέας αρχής.
Η ποιητική γραφή του Άγγελου Λάππα διακρίνεται για τη συνθετότητά της, καθώς συνδυάζει το προσωπικό με το συλλογικό, το μυθολογικό με το σύγχρονο και το λυρικό με το καταγγελτικό. Τα εκφραστικά μέσα χρησιμοποιούνται με ακρίβεια, ενώ η γλώσσα, παρά τη φαινομενική της απλότητα, διαθέτει υψηλή νοηματική πυκνότητα.
Η συλλογή Στιγμές και στίγματα δεν αποτελεί απλώς καταγραφή εμπειριών, αλλά μια βαθιά ποιητική μαρτυρία για τον σύγχρονο άνθρωπο: έναν άνθρωπο τραυματισμένο αλλά όχι σιωπηλό, που μέσα στη φθορά εξακολουθεί να αναζητά –και τελικά να παράγει– το φως, μετατρέποντας τη στιγμή σε στίγμα και το στίγμα σε δυνατότητα αναγέννησης.


