Ο έρωτας και η διάψευση των προσδοκιών στην ποιητική συλλογή Εγκαταλείψεις (Αθήνα 2025, Εκδόσεις Εκάτη) της Άννας Αμπατζόγλου διαπερνά όλες τις ενότητες, ιδιαίτερα την τελευταία, η οποία φέρει τον τίτλο ολόκληρης της συλλογής. Το συναισθηματικό στοιχείο δεν είναι μονοδιάστατο και δεν προκαλείται αποκλειστικά και μόνο, φυσικά, από τον έρωτα. Παρατηρείται ότι εξελίσσεται από την απογοήτευση της ενήλικης ζωής στη νοσταλγία της παιδικής αθωότητας και ανεμελιάς, απ’ την κοινωνική στην καλλιτεχνική ανησυχία, απ’ την ερωτική διάψευση και τον πόνο στην μετουσίωση αυτού σε λόγο και τέχνη και προσπάθεια πρόσκαιρης, έστω, ανακούφισης. Η εξέλιξη αυτής της ψυχολογικής πορείας αντικατοπτρίζει και τη ροή του έργου, ξεκινώντας από το πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Mare Tenebrarum», συνεχίζοντας με το δεύτερο που τιτλοφορείται «Μαγδαληνή ποιήτρια», αναζητώντας απεγνωσμένα μια, σχεδόν, θρησκευτική κάθαρση στα ψυχοφθόρα κοινωνικά και προσωπικά βιώματα, και καταλήγοντας στις «Εγκαταλείψεις», μια μονολεκτική στυγνή συνειδητοποίηση των βιωμάτων. Εγκαταλείψεις νοούμενες είτε ως ανθρώπινη εγκατάλειψη, είτε ως συναισθηματική εγκατάλειψη των προσπαθειών. Είτε και τα δυο. Σαν ένας «καμένος χάρτης».
Με λιτό και καθαρό λόγο, αλλά ταυτόχρονα με μεγάλη νοηματική πυκνότητα, η ποιήτρια επιτυγχάνει να προκαλέσει απόλυτη ταύτιση στον αναγνώστη, να αντικατοπτρίσει και να ξεσηκώσει το κοινό αίσθημα απογοήτευσης για τα απάνθρωπα ανθρώπινα, παρασύροντας σε ένα εσωτερικό και πολύ βαθύ σκοτάδι, χαρακτηριστικό της έντονης γραφής της.
Διάχυτη αυτή η ψυχική περιδίνηση και η επιτακτική ανάγκη για κάθαρση σε φράσεις όπως «η παλιρροϊκή κίνηση του πόνου», «η ξαφνική άβυσσος από το χέρι μου στο δικό σου που ανεβαίνει στους ώμους μου και μου αρπάζει το στόμα», «οι πνιγμένες κραυγές». Αλλού πάλι, «μασάω ένα-ένα τα παιδικά φτερά μου», «φώτα καμένα», «περπατάω εντός μου σε σύρματα ηλεκτροφόρα», «επιθυμίες ενταφιασμένες», «νέοι και ανήσυχοι για τα ψηλά κάγκελα», «λησμονημένοι μα τόσο απόλυτα παρόντες». Η ποιητική φωνή καταγράφει τη μελλοντική βίωση του πόνου σχεδόν ταυτόχρονα με την συνθήκη της ευτυχίας. Αναμετράται συνεχώς με την μετέπειτα αποκαθήλωσή της. Δηλώνει τον πόνο που προκλήθηκε από αυτήν όταν πια έγινε η υποψία πραγματικότητα, όταν η αθώα και ονειροπόλα νεότητα νικήθηκε απ’ την ενήλικη βιαιότητα και δειλία. Μια χαρακτηριστική φράση της Αμπατζόγλου που θα μπορούσε να σημάνει την εν λόγω βίαιη αμείλικτη αλλαγή είναι «η φθαρμένη κουβέρτα του χρόνου» , όπως και η προσωποποίηση του μέλλοντος που γράφει πως «τρέχει καταπάνω μας και πλακώνει τα πρόσωπά μας με μουσκεμένα μαξιλάρια».
Κομματιασμένα αισθήματα, λοιπόν, και διαλυμένες προσδοκίες σε μορφικά κομματιασμένους στίχους. Ο συνειρμικός ελεύθερος στίχος της και οι αλλεπάλληλοι ασταθείς και άναρχοι διασκελισμοί δείχνουν την προσπάθεια αντίστασης, αποτυπώνουν γλωσσικά τη φθορά όπως ένα σώμα την ψυχή. «Κωματώδεις στίχοι» διαβάζουμε στο ποίημα «Ναυμαχία». Αλλού ο στίχος πνίγεται ορμητικά από τη ζωή και οι λέξεις συνδυάζονται ως εξής: «το μαύρο καμπυλώνει το δωμάτιο, βαθιά μέσα στο σκοτάδι σκάβει βελούδινες αγκαλιές», «ελεύθερα να πέφτεις, ελεύθερα να κόβεσαι», «δεν με περίμενε τίποτα, εγώ που διάλεξα εξαρχής το μάταιο ταξίδι». Παραδοχή της θέλησης της νεότητας για όμορφα άγουρες επιλογές, για ελευθερία ατιθάσευτη, για γοητευτικό παιχνίδι και μελλοντικές υποσχέσεις.
Και ύστερα στο ποίημα «Βλαδίμηρος και Εστραγκόν», γράφει η ποιήτρια: «γεράσαμε ξαφνικά, στρώναμε το τραπέζι υποσχέσεις αχόρταγες και μείναμε στο τέλος νηστικοί» . Η υπόσχεση κατανοούμε πως αφέθηκε μετέωρη και ανεκπλήρωτη σε ένα σκληρό και άσαρκο αύριο. Φράσεις όπως «Διασχίζω την κοιλάδα των παθών», «οι κουβέρτες της μοναξιάς», «ηφαιστειακές πληγές στα περιθώρια μεγάλων σελιδοποιήσεων», «Έτσι, αιχμάλωτη σε μουχλιασμένους αιώνες, δίχως οξυγόνο, μιλιά και ύπνο», «υπόνοια ότι το άπιαστο απέχει μια νεότητα απ’ την πλήρωσή του. Έτσι ζήσαμε ανυποψίαστοι για την αυριανή μας εκτέλεση». Στο ποίημα «Άρρωστη» απ’ την τελευταία ποιητική ενότητα, διαβάζουμε συγκεκριμένα: «Έφτυσα κάρβουνα στα υγρά σεντόνια της αμφιβολίας», ενώ στο ποίημα «Xειρουργείο», ο πόνος βιώνεται τόσο οξύς που παρομοιάζεται με «λάμα έτοιμη μαχαιριού».
Η ποιητική ύπαρξη περνά απ’ την υγεία στην αρρώστια, από την οικειότητα στο ξένο τρομακτικό αίσθημα της προδοσίας. «Xρόνια αγύριστα και δανεικά δεκάδες φορές τα μάσησε μαζί με το κόκαλο του νεκρού πουλιού κάτω απ’ το κυπαρίσσι», όπως καταγράφει η Αμπατζόγλου με άγρια ειλικρίνεια και παραστατικότητα τον έρωτα που θανατώνει και νεκρώνει την θνητότητα πρόωρα, εκδικητικά, αλύπητα. Που αφήνει πια να εκτελούνται «άγνωστα δρομολόγια και αγκαλιές με κομμένα χέρια».
Συνοψίζοντας, η ποιητική συλλογή της Αμπατζόγλου διακρίνεται για την έντονη συναισθηματική της φόρτιση, η οποία προκαλεί στον αναγνώστη μια βαθιά και μεταμορφωτική εμπειρία. Η επιδέξια χρήση της γλώσσας, σε συνδυασμό με την άρτια συναισθηματική επεξεργασία των ποιημάτων, αλλά και τον αυθόρμητο ρέοντα λογο, οδηγεί σε μια ανάγνωση που αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στους τίτλους των ποιημάτων, οι οποίοι άλλοτε εκπλήσσουν και άλλοτε λειτουργούν ως αναπόσπαστο μέρος του ποιητικού κειμένου.
Με την πρώτη της αυτή συλλογή, η ποιήτρια θέτει υψηλές αξιώσεις για τη συνέχεια. Το πάθος της γραφής της, ο λεκτικός συνδυασμός που προκαλεί ισχυρούς αναγνωστικούς παλμούς, η γοητευτική ευθύτητα του συναισθήματος σαν κοπίδι που αιματώνει πνεύμα και σώμα, καθώς και ο πρωτότυπος και αντισυμβατικός τρόπος έκφρασής της, αναδεικνύονται με εξαιρετική ευστοχία σε αυτή την πρώτη της συλλογή.
Σίγουρα η ποίηση της Αμπατζόγλου γυρίζει ανάποδα τον προσωπικό κόσμο με τη δυναμική της. Και το ιδιωτικό μετατρέπεται σε συλλογικό. Αναμένουμε με προσμονή τον μελλοντικό συγγραφικό βηματισμό της.


