Disability: “Καλός οιωνός” του Μανώλη Νανούρη (απόσπασμα)
Μανώλης Νανούρης

Το πρωί ξύπνησα με μια διαπίστωση ενοχλητική σαν αγκάθι. Στην προσωπική μου ιστορία υπήρχαν εκείνοι που έκαναν κακό και εκείνοι που έκαναν καλό. Αυτοί που κάνουν κακό πώς το δικαιολογούν στη δική τους προσωπική ιστορία; Το ονομάζουν καλό, υπέθεσα. Όπως κι εγώ. Ένιωσα παγιδευμένος. Μια κραυγή που καλούσε σε βοήθεια μ’ έκανε να ξεχάσω αυτόματα την αντίφαση στην οποία είχα οδηγηθεί. Πετάχτηκα έξω απ το δωμάτιο.

“Βοήθεια!” ακούστηκε για δεύτερη φορά έτσι που τραντάχτηκε όλο μου το σώμα.

Η απελπισμένη γυναικεία φωνή ερχόταν απ’ το απέναντι δωμάτιο. Έσπρωξα την πόρτα κι είδα έναν γεροδεμένο Φροντιστή να έχει ακινητοποιήσει μια μικροκαμωμένη ξανθιά γυναίκα.

“Προσπαθώ να της δώσω το χάπι της” αποκρίθηκε με το που μ’ αντίκρισε με σφιγμένες γροθιές.

Βγήκα απ’ το δωμάτιο, χωρίς να τραβήξω την πόρτα. Πήγα στο σαλόνι.

“Τι έγινε;” με ρώτησε ο Νίκος που καθόταν στον καναπέ και κατάλαβε ότι ήμουν αναστατωμένος.

Προτού απαντήσω, μπήκαν μέσα τέσσερις Φροντιστές και κατευθύνθηκαν προς το μέρος μου. Τελευταίος ήταν ο εμπλεκόμενος. Με υπέδειξε.

“Αυτός είναι” είπε.

“Έρχομαι μόνος μου” τους καθησύχασα.

Μ’ έπιασαν οι δύο απ’ τα μπράτσα κι οι άλλοι δύο απ’ τα πόδια.

“Δεν αντιστέκομαι” τους διαβεβαίωσα.

Με μετέφεραν στο δωμάτιο και με πέταξαν στο κρεβάτι μου. Εκεί με δέσανε με κάτι λουριά πολύ σφιχτά ώστε να είναι βέβαιοι ότι πονάω. Τα μάτια ενός απ’ τους Φροντιστές γυάλιζαν. Προσπάθησα να προσδιορίσω αν ένιωθε μίσος ή ηδονή, αλλά συμπέρανα ότι ένιωθε κάτι ανάμεσα στα δύο.

//

Βγήκαν απ’ το δωμάτιο κι έμεινα μόνος. Μια ψηλή Φροντίστρια με μαύρα μακριά μαλλιά μέχρι τη μέση τούς διαδέχτηκε. Στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι μου και με κοίταξε με οίκτο.

“Θα πρέπει να το κάνω” είπε.

Μου σήκωσε το μανίκι και μου έμπηξε μια ένεση στο δεξί μπράτσο. Έσφιξα τα δόντια καθώς το υγρό εξαπλωνόταν μέσα μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχα μουδιάσει ολόκληρος. Ένιωσα τα βλέφαρά μου να πρήζονται. Τα μάτια μου έκλεισαν βίαια. Είδα τον παιδικό μου εαυτό να κάθεται στα πόδια του πατέρα μου στη σκιά ενός δέντρου. Εκείνος κρατούσε ένα μαχαίρι. Με τάιζε κρέας. Ένα σφαγμένο κατσίκι κρεμόταν ανάποδα από έναν γάντζο στο κλαδί.

“Το διαμάντι μόνο από διαμάντι χαράζεται”.

Άνοιξα τα μάτια και είδα τον γερο-μουσικό μπροστά απ’ το κρεβάτι μου.

“Ορίστε;” απόρησα.

Εκείνος ξάπλωσε στο κρεβάτι του ανάσκελα, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι.

Η νύχτα μπήκε απ’ το παράθυρο και ξανάκλεισα τα μάτια.

 

Μανώλης Νανούρης
απόσπασμα από το βιβλίο του Καλός Οιωνός

εκδόσεις Μικρή κυψέλη, 2026

Περισσοτερα αρθρα