Πότε είναι η ώρα να πούμε αντίο;

Ο Τζούλιαν Μπαρνς λίγο πριν την ηλικία των 80 ετών αποφασίζει να πει το δικό του αντίο, ολοκληρώνοντας τη συγγραφική του δραστηριότητα και χαρίζοντας στους αναγνώστες του το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «Αναχωρήσεις» (“Departures”, στα ελληνικά κυκλοφόρησε στις αρχές του 2026 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά), μιλώντας στην ουσία εφ’ όλης της ύλης. Ολες οι σκέψεις του συγγραφέα για τη ζωή και το θάνατο, τη μνήμη, τη φθορά του χρόνου, την ασθένεια, τις σχέσεις, την απώλεια, την ίδια την ύπαρξη ενώνονται και πλέκουν τον αφηγηματικό ιστό ενός ιδιαίτερου μυθιστορήματος που συνδυάζει τη μυθοπλασία με μια φιλοσοφική και εξομολογητική διάθεση. Μη φανταστείτε μια ιστορία μυθοπλασίας που προχωρεί με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με μια ροή μυθιστορήματος που ξεκινά από τους ήρωες και καταλήγει πάλι σε αυτούς. Εδώ πρόκειται για μια πρωτότυπη μυθιστορηματική σύνθεση που εμπλέκει την κεντρική ιστορία με τις σκέψεις του συγγραφέα για τη ζωή, ενώ ανάμεσα σε όλα αυτά διεισδύουν και πολλές αυτοβιογραφικές πληροφορίες.
Αρχικά είναι η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν που ερωτεύονται νέοι. Η ιστορία αυτή χωρίς να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύνθεση του μυθιστορήματος εντάσσεται στην αφηγηματική ροή. Παρεμβάλλεται μια ολόκληρη ενότητα όπου ο συγγραφέας μιλά για την ασθένειά του και έπειτα επανέρχεται για να γράψει το τέλος της ιστορίας όταν οι δυο τους ξαναβρίσκονται στην ηλικία των εξήντα. Στο διάστημα αυτό ο καθένας έχει διαγράψει πλέον τη δική του πορεία. Μπορούν οι δυο αυτοί άνθρωποι να ξαναβρεθούν και να αγαπηθούν από την αρχή; Μπορούν να καλύψουν ένα κενό σαράντα χρόνων; Οτι έχει υπάρξει στο παρελθόν μπορεί να ξαναγεννηθεί στο παρόν; Θα έχουν τελικά μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία να γευτούν την ευτυχία;
Ο συγγραφέας είναι εντός της ιστορίας ως φίλος του ζευγαριού και κατά κάποιον τρόπο δημιουργός της τύχης τους, αλλά και εκτός αυτής ως παρατηρητής – αφηγητής. Βλέπει ουσιατικά τα γεγονότα που συμβαίνουν με τη δική του υποκειμενική ματιά και παίρνει θέση αναλύοντας τις απόψεις του, ενώ συνομιλεί νοερά με ένα ολόκληρο λογοτεχνικό σύμπαν.
Παίρνει αφορμή από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα για να εμβαθύνει σε όλες τις υπαρξιακές αναζητήσεις του και να μιλήσει για πλήθος θέματα που τον απασχολούν. Η μνήμη που συγκρατεί τα γεγονότα με κριτήρια μάλλον υποκειμενικά, ο χρόνος που περνά σηματοδοτώντας μια μορφή φθοράς και οι «αναχωρήσεις» των αγαπημένων μας αποτελούν τη βασική θεματική του προβληματισμού του.
Ο αφηγητής-δημιουργός χρησιμοποιεί άπειρες διακειμενικές αναφορές, αρχίζοντας τη συνομιλία του με τον Προυστ, από τον οποίο φαίνεται να έχει δεχτεί πολλές επιδράσεις στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μιας και τα θέματα που τον απασχολούν εδώ μοιάζουν να έχουν άμεση συνάφεια με αυτά που βρίσκουμε στο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο». Θα έλεγε κανείς πως αυτό που συνδέει ουσιαστικά τη φαινομενικά πολυφωνική θεματολογία του μυθιστορήματος είναι η αύρα του Προυστ που εμπνέει το συγγραφέα να ενώσει όλα τα θέματα που τον ενδιαφέρουν σε μια πρωτότυπη, ιδιαίτερη, προσωπική κειμενική πραγματικότητα.
«Θα θυμάστε πως η Μαντλέν δεν ήταν ο έρωτας της ζωής του Προυστ, αλλά ένα μπισκότο που, όταν το βουτούσες στο τσάι, δημιουργούσε μια ακούσια αυτοβιογραφική ανάμνηση».
Ποια είναι η σχέση μας λοιπόν με το παρελθόν; Πώς λειτουργεί η μνήμη και πώς ενεργοποιείται από κάτι ίσως τελείως ασήμαντο;
Η μνήμη για το συγγραφέα είναι μια τελείως προσωπική ερμηνεία του παρελθόντος. Είναι ένας ασταθής τόπος όπου η αλλοίωση και η ωραιοποίηση αλληλοεπικαλύπτονται. Θυμόμαστε ό,τι θέλουμε με τον τρόπο που θέλουμε. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τζούλιαν Μπαρνς εστιάζει το ενδιαφέρον του στον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη. Στο γνωστό του μυθιστόρημα «Ενα κάποιο τέλος» είχε παρόμοιους προβληματισμούς σχετικά με τις αυταπάτες μας για το παρελθόν, τα σκοτεινά του σημεία που μας βασανίζουν και που επιχειρούμε να αφήσουμε πίσω, τις ηθελημένες παραποιήσεις που επιχειρούμε για να κατευνάσουμε τον ψυχισμό μας. Ο συγγραφέας -όπως συχνά κάνουν και άλλοι γνωστοί συγγραφείς στη συγγραφική τους πορεία- επιστρέφει με εμμονή και πάλι στο ίδιο θέμα, σαν το δολοφόνο στον τόπο του εγκλήματος, προσπαθώντας να ανακαλύψει πώς επιδρά η προσωπική μας παρέμβαση στην «ανακατασκευή» του παρελθόντος.
«Διότι αυτό που συμβατικά θεωρούμε ανάμνηση είναι κάτι το οποίο στο διάβα της ζωής μας συχνά ή σπάνια αποθηκεύεται στη μνήμη, κάτι που μεταλλάσσεται ελαφρά κάθε φορά που το αφηγούμαστε, ώσπου να σταθεροποιηθεί τελικά σε μια εκδοχή που πείθουμε τον εαυτό μας ότι είναι αλήθεια».
Εχει όμως τελικά καμιά σημασία αν αυτό που θυμόμαστε συνέβη πραγματικά; Μήπως η μνήμη λειτουργεί ως μια διαδικασία κάθαρσης που μας επιτρέπει να «μονιάσουμε» εντέλει με το παρελθόν και να συνεχίσουμε; Μάλλον προς τα κει κλίνει η άποψη του συγγραφέα που μοιάζει να μην εμπιστεύεται τελικά την αντικειμενική αλήθεια της μνήμης, την θεωρεί ωστόσο ως σημαντικό μέσο ταυτότητας και επαναπροσδιορισμού.
Το δεύτερο σημαντικό θέμα είναι η φθορά του χρόνου. Το πέρασμα του χρόνου δεν μας αφήνει δυστυχώς -πόσο θα το θέλαμε- αναλλοίωτους. Εδώ, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να εκθέσει τον εαυτό του στο αναγνωστικό κοινό, μιλώντας για την ασθένειά του και μη φοβούμενος να μιλήσει για τον ενδεχόμενο μελλοντικό του θάνατο.
Το τρίτο σημαντικό θέμα που απασχολεί πολύ έντονα το συγγραφέα και είναι αυτό που δίνει κιόλας τον τίτλο στο βιβλίο είναι οι αναχωρήσεις. Εκμεταλλευόμενος κατά κάποιον τρόπο τη δυναμική που κρύβει η λέξη μιλά για όλες τις ενδεχόμενες αναχωρήσεις μας αφορούν, είτε είναι ένας χωρισμός είτε ο ίδιος ο θάνατος, αναχωρήσεις στην ποίηση και στη ζωή, αναχωρήσεις φανταστικές, πραγματικές, προσωρινές ή τελειωτικές.
Ξεκινά από τις αναχωρήσεις στην ποίηση. Επιλέγοντας την πολύ όμορφη λέξη αναχώρηση μιλά για την ποίηση της φυγής. Η λέξη από μόνη της προϊδεάζει σε κάποιο ταξίδι, σε ένα δρόμο καινούριο, σε έναν άγνωστο προορισμό, αν και στην ποίηση σπάνια οδηγεί σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό. Εδώ ο συγγραφέας δημιουργεί μια ολόκληρη λογοτεχνική συντροφιά που περιλαμβάνει τον Μαλαρμέ, τον Μπωντλέρ, τον Ρεμπώ, τον Τ.Σ. Ελιοτ συνομιλώντας συμβολικά με το έργο τους για να ενδυναμώσει την επιχειρηματολογία του. Βρίσκει άπλετο συγγραφικό χώρο για να φωτίσει τις μορφές τους και μέσω αυτών να αναλύσει και ο ίδιος τις απόψεις του.
Και βέβαια δεν αφήνει έξω από τον κύκλο αυτό των αναχωρήσεων και τη δική του αναχώρηση αποχαιρετώντας το κοινό του.
«Όσο για μένα, είμαι πλέον εβδομήντα οχτώ ετών και αυτό θα είναι οπωσδήποτε το τελευταίο μου βιβλίο – η επίσημη αναχώρησή μου, η τελική συνομιλία μου μαζί σου».
Ωστόσο στο τέλος δεν μπορεί να μη μιλήσει για την αναχώρηση που πονά πιο πολύ από τις άλλες μιλώντας για τη σύζυγό του. Κι ενώ το ύφος του Μπαρνς είναι συχνά υποδόρια καυστικό με εμφανή την αίσθηση του χιούμορ, ωστόσο στην τελευταία του εξομολόγηση το αφήνει για λίγο στην άκρη και αποκαλύπει έναν έντονο συναισθηματισμό, απευθυνόμενος καθαρά σε εκείνη.
«Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω να απόλαυσες τη σχέση μας όλα αυτά τα χρόνια. Εγώ σίγουρα την απόλαυσα. Η παρουσία σου με έκανε ευτυχισμένο -στην ουσία δεν θα ήμουν τίποτα χωρίς εσένα».
Γιατί ίσως αυτό που είναι το πιο σημαντικό σε αυτή τη ζωή τελικά να είναι η ευτυχία που βρίσκουμε στους ανθρώπους.

