Μύριαμ (απόσπασμα)
… Οι προσπάθειες να ξετρυπώσουν τη λύκαινα μεγάλωσαν.
Οι άντρες δυσφορούσαν που δεν μπορούσαν να τη βρουν,
που το κρέας που είχαν μαζί τους
δεν λειτουργούσε ως δόλωμα.
Την έψαχναν κάθε πρωί, έως να πέσει ο ήλιος,
κι όταν η νύχτα βάθαινε τότε έβγαινα εγώ
να τη βρω
να την ταΐσω.
Ήταν ένα υπέροχο θηρίο.
Αφού έτρωγε μου έγλυφε τα χέρια,
ανέβαινα στη ράχη της και γυρίζαμε μαζί όλο το δάσος,
λουσμένες στο φως του φεγγαριού
μου μετρούσε με την απόκοσμη φωνή της τα αστέρια,
μου μάθαινε τα ονόματά τους,
μου έδειχνε λουλούδια και βοτάνια
και πώς τα χρησιμοποιούσανε οι πρόγονοί της
να ελέγχουνε τα στοιχειά της Φύσης.
Αυτή ήταν η Λύκαινά μου κι εγώ την αγαπούσα
κι έτσι κύλησε ένας μήνας.
Πλάι της ο κόσμος
όπως τον ήξερα
φάνταζε άσχημος,
κι εγώ κι Αυτή ονειρευόμασταν έναν νέο κόσμο.
Όταν τα πρωινά έβλεπα τους άντρες
να κινούν με αξίνες και τσεκούρια
έτοιμοι το αίμα της να χύσουν,
το μίσος μου για κείνους συνεχώς μεγάλωνε,
ήθελα από το είδος τους να απαλλαγώ.
Και πλέον ήταν σίγουρο πως δεν θα αποτύχω.
Εκείνοι θα γίνονταν τροφή για τη Λύκαινά μου,
κι αυτή θα ήταν η νέα μας θρησκεία.
Το αίμα τους θα λευτέρωνε τις προγόνισσες
που μέσα μας κρυβόντουσαν
και αυτή θα ήταν η αρχή του νέου κόσμου.
Όταν εξομολογήθηκα στη Λύκαινα τι ήθελα να κάνουμε,
μου είπε:
Μύριαμ, γι’ αυτό ήρθα να σε βρω.
Εσύ είσαι ο θάνατος κι η νέα ζωή.
Εσύ η νομοθέτις, η αρχηγός της μάχης
κι εγώ η προστάτισσά σου, Μύριαμ.
Δεν κρατάς στα χέρια σου το Βρέφος,
εσύ κρατάς τον Λύκο…
Βίκυ Κατσαρού
από τη συλλογή της Μόρα: Το σημάδι της Σάρας
εκδόσεις Ενύπνιο, 2025


