Η δοξασία της παπαρούνας (αποσπάσματα)
ποτέ οι τάφοι δεν μου φάνηκαν τόσο άσπροι, ποτέ τα κυπαρίσσια τόσο πένθιμα.
περιστοιχισμένοι από αθώους κρατήσαμε στη χούφτα μας μια άνοιξη νιογέννητη, βάλαμε τις μάσκες και μοιράσαμε το κλειδί, αφήνοντας τη θάλασσα να μπει απ’ τα κάγκελα.
με κραυγές μπλεγμένες ακούγαμε την ιστορία της παπαρούνας, που ξεπλένεται από το αίμα για να ξαναγίνει κρίνος.
ήρθε η σειρά της να παζαρέψει λίγα πούπουλα που ξέφυγαν απ’ την καταιγίδα.
πάνινες τελικά οι ελπίδες στην εποχή των βροχών που φύτρωσαν στα λιβάδια για να κρατήσουν μακριά τις αστραπές
τα πουλιά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τα όνειρα. γι’ αυτό κι εμείς κάψαμε τ’ άγρια κρίνα κι αρχίσαμε να χτίζουμε σύννεφα.
[…]
τα τείχη που υψώσαμε με τη σιωπή μας είναι τόσο περίεργα. στην αρχή δεν τα θέλαμε. μετά τα συνηθίσαμε. και τώρα τοποθετούμε νάρθηκες στο στόμα και στολίζουμε το κυπαρίσσι με λουλούδια που ξέμειναν από τον Επιτάφιο.
πάνω που αρχίσαμε να γινόμαστε αισιόδοξοι και να βλέπουμε με πίστη το μέλλον, πνιγήκαμε στα πούπουλα από την ξαφνική αναχώρηση των αγγέλων. πεινάμε και θυσιάζουμε ανθρώπους καταπίνοντας ψεύτικες ειδήσεις.
στην εποχή του κομφορμισμού επανάσταση είναι η ανεξάρτητη σκέψη.
ποτέ δεν φοβήθηκα τέτοια ταυτοσημία απόψεων.
τουλάχιστον μας έμεινε η τέχνη και το φως της ποίησης. μα κι αυτή σαν ηχώ σκοντάφτει στους έρημους δρόμους της τυποποίησης.
στις μαραμένες πόλεις λεηλατήθηκαν οι καταλήψεις και τα οδοφράγματα. ούτε μια παράφωνη εξέγερση δεν μπορούμε να στήσουμε πια, και μόνο αυνανιζόμαστε με τη φαντασίωση ότι αλλάζουμε τον κόσμο μέσα απ’ το σπίτι μας.
πόσο όμορφα κυβερνώνται οι αδειανές πολιτείες,
πόσο ήσυχες είν’ οι πόλεις με κλειστούς δρόμους.
Δήμος Χλωπτσιούδης
από τη συλλογή του Παραχάραξη
εκδόσεις Μανδραγόρας 2025

