Μόνο λίγα ποιήματα
να γράψω ακόμα
πριν σωπάσω
(από το ποίημα «Ο φρουρός»)
Ο Δημήτρης Ζάχαρης είναι ιδιαίτερη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Πρωτίστως επειδή είναι από τους λιγοστούς Έλληνες ποιητές της αναπηρίας που διαθέτουμε και, κατά δεύτερο λόγο επειδή, στην ιδιαίτερη συνθήκη στην οποία τον έχει φέρει η νόσος του, χρησιμοποιεί την ποίηση σαν μέσο επιβίωσης – κυριολεκτικά. Όπως γράφει ο ίδιος, «θέλω ο λέξεις μου να στέκονται όρθιες, εκεί που το σώμα μου λυγίζει» (από το ποίημα «Μια μικρή ανταρσία στο σκοτάδι»). Αλλά και επειδή τα λόγια και οι πράξεις μας είναι ό,τι διασώζεται τελικά από μας – γι’ αυτό ίσως και η ποίηση του Δημήτρη, σε συνδυασμό με την κατάσταση της υγείας του, δίνει την αίσθηση του επείγοντος.
Ο Δημήτρης πάσχει από πλάγια μυατροφική σκλήρυνση (ALS), μια νόσο που αφήνει μικρό προσδόκιμο ζωής, αλλά από την οποία επιβιώνει ήδη έξι χρόνια τώρα. Είναι έξι χρόνια σκληρά, που τον οδήγησαν σταδιακά στην ακινησία: πλέον μπορεί και κουνάει μόνο τα δάχτυλα των χεριών του και με αυτά επικοινωνεί με τον κόσμο, ενίοτε γράφοντας ποίηση.
Το κυνήγι της στιγμής (εκδόσεις Κουκκίδα, 2025) περιλαμβάνει 25 ποιήματα, διαιρεμένα σε πέντε ενότητες, και ένα θεατρικό μονόπρακτο. Δεν μιλούν όλα τα ποιήματα ή τα κείμενα της συλλογής για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Δημήτρης ή τα όσα νιώθει εξαιτίας της ALS, όχι. Υπάρχουν ποιήματα-τεκμήρια της παλιότερης, υγιούς ζωής του: περιγράφουν στιγμές που παρακολούθησε πιο στενά, που τον προβλημάτισαν, που τις ζύγισε. Τα περισσότερα όμως χρωματίζονται από την τωρινή του κατάσταση και τους αναπόφευκτους προβληματισμούς που αυτή γεννά:
Η αβεβαιότητα του λάθους
Μου πήρε χρόνια
ώρες ατελείωτες
με υπολογισμούς
υποθέσεις και σενάρια.
Τα είχα σκεφτεί όλα
όλες τις παραμέτρους.
Καθετί που μπορούσε
να συμβεί αναπάντεχα
θα ήταν σίγουρα
εκ προμελέτης.
Εκτός κι αν
Κάποια βασική υπόθεση
ήταν λάθος
και η ζωή μας τελικά
να μην είναι μια εξίσωση
μα ένα τραύμα
που πρέπει να βιωθεί.
Η ζωή σαν ένα τραύμα που πρέπει να βιωθεί είναι μια εξήγηση που βγάζει νόημα. Η ποιητική μαρτυρία του Δημήτρη, εκτός από το αποτύπωμα της πάλης του με τον χρόνο όπως πολύ σωστά υποδεικνύει η Διώνη Δημητριάδου στο προλογικό της σημείωμα στην έκδοση, είναι πρωτίστως ένα τεκμήριο. Το τεκμήριο της συμφοράς που μπορεί να μας βρει οποιαδήποτε ώρα, μιας συμφοράς για την οποία είμαστε «βαθιά ανέτοιμοι» για να δανειστώ τον στίχο του Γιάννη Πατίλη. Έρχεται πάντα με τη μορφή κάποιου αιφνίδιου συμβάντος (ενός συμπτώματος, μιας διάγνωσης) που σκίζει τον χρόνο σε πριν και σε μετά, διαιρώντας την ύπαρξη σε δύο εκδοχές: την πρότερη «φυσιολογική» και τη μεταγενέστερη «αφύσικη» της ασθένειας: για τον Δημήτρη Ζάχαρη η τελευταία ισοδυναμεί με πλήρη ακινησία και με τη διαρκή, επικρεμάμενη απειλή του θανάτου. Δεν μπορώ να έρθω στη θέση του ούτε και θα καμωθώ πως μπορώ: η δική μου νόσος, μολονότι σοβαρή, δεν είναι μοιραία – γεγονός που μου δίνει τον χρόνο να συμφιλιωθώ μαζί της και να στρογγυλέψω το αφύσικο των συμπτωμάτων με τα οποία με καταδυναστεύει. Όμως ο Δημήτρης κάθε βράδυ κοιμάται χωρίς να ξέρει αν θα ζήσει ολόκληρη την επόμενη μέρα – είναι σα να βιώνει μια θανατική καταδίκη σε διαρκή αναστολή («Δαίμονες […] κι όταν κοιμάμαι/ ακονίζουν τα νύχια τους/ πάνω στα όνειρά μου» από το ποίημα «Τα κατοικίδια»).
Μέσα στη δυστοπία της συνθήκης του, κρίσιμη είναι η παρουσία των αγαπημένων του δίπλα του:
Το κλάμα μου βουβό
το συνήθισα
και είσαι πάλι δίπλα μου
να ανάψεις το φως στο δωμάτιο
που κλείσαμε την αγάπη μας
να μη μολυνθεί.
(από το ποίημα «Μαζί ξανά»)
Οι άνθρωποι που μας αγάπησαν και που αγαπήσαμε, που επιλέγουν να παραμένουν δίπλα μας ακόμα και μετά την εμφάνιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, δημιουργούν έναν χώρο αποδοχής και αγάπης – και όχι μόνο αυτό: μέσα από τα μάτια τους συναντάμε τις εκδοχές του εαυτού μας που έχουν συγκρατηθεί στη μνήμη τους. Γίνονται επομένως ζωντανές υπενθυμίσεις εκείνης της άλλης μας ζωής, που είναι σημαντικό να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ενιαίας εσωτερικής μας κατάστασης. Αλλά αυτό πρέπει να το εξηγήσω με περισσότερα λόγια.
Η νόσος αφορά το σώμα, επηρεάζει τα όργανα και τα μέλη, το αν λειτουργούν καλά ή έστω κάπως, και μας δημιουργεί προβλήματα όχι τόσο εξ εαυτού της αλλά κυρίως επειδή πρέπει να ζήσουμε σε έναν κόσμο που δεν είναι σχεδιασμένος να προσφέρει λύσεις σε αυτά τα προβλήματα – σε κανένα επίπεδό του. Ωστόσο, ο εγκέφαλός μας λειτουργεί ενιαία και ανεξαρτήτως. Μολονότι μπορεί να πλημμυρίζει από μηνύματα πόνου, μηνύματα αβεβαιότητας ή μηνύματα αδυναμίας, είναι σωτήριο να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή μας σαν συνέχεια. Σε ένα βαθύ, πυρηνικό σημείο είναι πολύ σημαντικό να ξέρει ότι είμαστε η ίδια ύπαρξη: γιατί αυτό ακριβώς σημείο μας δίνει το κουράγιο να συνεχίζουμε. Το καθρέφτισμά μας λοιπόν στα μάτια των αγαπημένων ενδυναμώνει την αίσθηση της εσωτερικής μας συνέχειας και αυτό είναι παρηγορητικό, ενίοτε και θεραπευτικό.
Πέρα από όλα αυτά, ο Δημήτρης Ζάχαρης είναι καλός ποιητής. Ξέρει να χειρίζεται τον λόγο με ακρίβεια, να τον μετασχηματίζει σε λυγμό, να εκφράζει βάθος. Θα σας το αποδείξω με το συγκινητικό ποίημά του «Ο τοίχος των ήχων», που θα κλείσει και το αξιολογικό μου σημείωμα για τη συλλογή του:
Ο τοίχος των ήχων
Ήρθε ένα δέμα σήμερα
συστημένο με το όνομά μου.
Κάτι δίσκοι βινυλίου
που για κάποιον
απροσδιόριστο λόγο
ακόμα αγοράζω.
Το άφησα κλειστό
μαζί με τα άλλα
των τελευταίων μηνών
στο ίδιο σημείο.
Θα χτίσω έναν μικρό τοίχο
από ήχους που δεν έπαιξαν ποτέ
μήπως και κρατήσει τον χρόνο
μακριά μου.
Μήπως προλάβω
να γεράσω.
Σου το ευχόμαστε ολόψυχα, Δημήτρη!


