Το ακριβό τίμημα της συναίνεσης (για το μυθιστόρημα «Συναίνεση» της Vanessa Springora, ISBN: 978-618-5963-10-1)
Χριστίνα Λιναρδάκη
Vanessa Springora

Εξαιρετικά επιδραστικό ήταν στη Γαλλία το αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα προς το τέλος του 2025 από τις εκδόσεις Μετρονόμος, σε μετάφραση του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Το βιβλίο περιγράφει τη στυγνή εκμετάλλευση της εύθραυστης ψυχολογίας της συγγραφέως κατά την εφηβεία της από τον διάσημο – καίτοι παιδόφιλο – Gabriel Matzneff (που εμφανίζεται με τα αρχικά Γ. Μ. στο βιβλίο), φιγούρα των γαλλικών γραμμάτων που καταξιώθηκε για την υπεράσπιση του δήθεν δικαιώματος των εφήβων να επιλέγουν το σεξ με μεγαλύτερους ηλικιακά άνδρες – κάτι που ο ίδιος διατυμπάνιζε σαν άκρα έκφραση ελευθερίας στον απόηχο του κινήματος του Μάη του ’68. Προφανώς επρόκειτο για μια διεστραμμένη ανάγνωση της αμφισβήτησης του κατεστημένου που επεδίωξε το εν λόγω κίνημα, προς την κατεύθυνση της άκρατης ελευθεριότητας.

Το βιβλίο περιγράφει πώς οι απανωτές επιστολές που έστελνε στη Βανεσά και η φλογερή πολιορκία του γοητευτικού συγγραφέα έδωσαν νόημα στην εφηβική ζωή της, την οποία χαρακτήριζαν η εκκωφαντική απουσία του πατέρα και μια τεράστια ανάγκη για ορατότητα.

Ο 49χρονος τότε συγγραφέας σιγά αλλά σταθερά την οδήγησε στο στούντιό του: οι κινήσεις του απαλές, οι λόγοι του κατά του πουριτανισμού πύρινοι. Στο κεφάλι της 14χρονης μικρής ο έμπειρος άντρας αναλάμβανε διαστάσεις θεότητας, ανακατεμένης με γερές δόσεις λαγνείας. Όσο για κείνον, είχε πια βρει τη νέα του μούσα.

Περιγράφονται διάφορα γεγονότα στο βιβλίο που μοιάζουν εξαρχής εξοργιστικά: πρώτα-πρώτα, ότι η μητέρα της, αρχικά σοκαρισμένη με την αποκάλυψη της παράταιρης σχέσης, έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή της(!). Δεύτερον, ότι δεν κινητοποιήθηκε καμιά κοινωνική υπηρεσία ακόμη και όταν η μικρή περισσότερο απουσίαζε από το σχολείο παρά το παρακολουθούσε. Τρίτον, ότι η γεμάτη κομπασμό υπεράσπιση των πιστεύω του από τον Γ. Μ. και μάλιστα δημοσίως όχι μόνο δεν στάθηκε εμπόδιο αλλά μάλλον ενίσχυσε τη συγγραφική του καριέρα. Όπως γράφει η ίδια η συγγραφέας στο βιβλίο, «Όταν είσαι δεκατεσσάρων, δεν είναι φυσιολογικό ένας πενηντάρης να σε περιμένει έξω από το σχολείο σου. Δεν είναι φυσιολογικό να ζεις μαζί του σε ξενοδοχείο, να βρίσκεσαι στο κρεβάτι του το απόγευμα […] Ήμουν μόνο δεκατεσσάρων, αλλά δεν μου έλειπε εντελώς η κοινή λογική. Κι όμως, από αυτή ακριβώς την ανωμαλία, δόμησα την ταυτότητά μου. Καταλάβαινα, ενστικτωδώς, πως το γεγονός ότι κανείς γύρω μου δεν έδειχνε έκπληξη, σήμαινε ότι ο ίδιος ο κόσμος γύρω μου ήταν προβληματικός».

Χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία που θα επέτρεπε κάποια σύγκριση, ο Γ. Μ. εκθείαζε «τα ασύγκριτα ύψη της οργασμικής τους ηδονής», περιενδύοντας τη σχέση του με την έφηβη με μια σχεδόν μυστηριακή υφή. Ώσπου άρχισε να γράφει ένα μυθιστόρημα για αυτήν, μετατρέποντας την κοπέλα, από μούσα, σε μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Έναν χαρακτήρα διαποτισμένο από τη σεξουαλικότητα που χαρακτήριζε τη σχέση τους και με στοιχεία τόσο πραγματικά που η ταύτιση όσων την ήξεραν με το πρόσωπό της ήταν αναπόφευκτη. Της αποστέρησε έτσι τη δυνατότητα να αφηγηθεί τον εαυτό της όπως θα επέλεγε η ίδια, αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Και της το έκανε αυτό, ντύνοντάς το με τον μανδύα της λογοτεχνίας, ασκώντας επομένως μία βία τόσο υποδόρια όσο και αναπόδραστη.

Πολύ αργότερα, όταν είχε πια φύγει από το πλάι του, στην ατέρμονη προσπάθεια να καταλάβει ποια πραγματικά είναι και περνώντας από τη νευρική ανορεξία στην εκούσια στέρηση ύπνου, η Βανεσά ξύπνησε μια μέρα σε ψυχιατρική κλινική, μετά από ένα ψυχωτικό επεισόδιο «με φάση αποπροσωποποίησης». Η ερώτηση που βρήκε να κάνει ήταν: «Δηλαδή… όλα αυτά είναι αλήθεια; Δεν είμαι… μυθοπλασμένη;».

Στην αμφισβήτηση της ίδιας της τής ύπαρξης, όπως εξομολογείται η ίδια στο βιβλίο, οδηγήθηκε από «τη συνενοχή μιας αγάπης που [μ]ε ντρόπιασε, από την αμφιβολία για τον εαυτό [μ]ου». Αυτά είναι που κρατούν τα θύματα σιωπηλά. Και η σιωπή, ως γνωστόν, λογαριάζεται ως συναίνεση. Συναίνεση σε κάτι που δεν συνιστά κάτι άλλο από βδελυρό έγκλημα.

Μολονότι στην Ελλάδα σημειώνονται περιστατικά παιδοφιλίας που δημιουργούν αίσθηση και παράγουν πηχυαίους τίτλους στις εφημερίδες, κανένας άνθρωπος των γραμμάτων δεν έχει υπεραμυνθεί ενός αντίστοιχου δικαιώματος και επομένως η υπόθεση που παρουσιάζει το βιβλίο ίσως να μοιάζει κάπως απόμακρη για τα ελληνικά δεδομένα. Η «Συναίνεση» ωστόσο είναι εξαιρετικά σημαντική γιατί δείχνει ανάγλυφα όλους τους ψυχολογικούς μηχανισμούς και τους δόλιους τρόπους που χρησιμοποιεί ένας νάρκισσος όπως ο Γ. Μ. για να ικανοποιήσει τους σκοπούς του. Περιέχει επομένως έναν ψυχολογικό χάρτη της εκμετάλλευσης για ίδιους σκοπούς της ψυχολογικής ανάγκης ενός ατόμου σε αδυναμία, εν προκειμένω μιας έφηβης, κάτι που μπορεί να προκύψει σε πλείστα όσα πλαίσια και όχι μόνο σε εκείνο της σεξουαλικότητας.

Προφανώς η Βανεσά Σπριγκορά δεν θα μπορούσε να έχει δει και καταλάβει όλα αυτά στα 14 χρόνια της, όταν δηλαδή συνέβησαν τα γεγονότα που περιγράφει. Γι’ αυτό και χρειάστηκε δεκαετίες ολόκληρες, ψυχοθεραπεία, κυρίως όμως την αναγκαία απόσταση από όλα αυτά, ώσπου να μπορέσει να γράψει σχετικά, αναλύοντας με νηφαλιότητα και ερμηνεύοντάς τα. Στοιχειοθετεί έτσι την περίπτωσή της ως κατάφωρη εκμετάλλευση του έφηβου εαυτού της – και, μαζί, δεκάδων άλλων κοριτσιών και αγοριών που επέλεγε ο Γ. Μ. Άργησε λίγο αλλά, επιτέλους, ήρθε και η σειρά των θυμάτων να μιλήσουν.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο στη Γαλλία, εκτός του ότι έγινε best seller, οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας του Matzneff με τους εκδότες του, από την πλευρά των τελευταίων, αλλά και στην αλλαγή του γαλλικού νομοθετικού πλαισίου για τη σεξουαλική συναίνεση. Ευτυχώς, οι καιροί έχουν αλλάξει.

Περισσοτερα αρθρα