Αγαπάω να διαβάζω λογοτεχνικά βιβλία και όχι μόνο, γιατί ανάμεσα στα πολλά σημαντικά που μου προσφέρουν είναι και η δυνατότητα προσέγγισης διαφορετικών τρόπων σκέψης και κουλτούρας όπως και πολυποίκιλα ανθρώπινα βιώματα που είναι δύσκολο να τα γνωρίσω και να εντρυφήσω σε αυτά όσο κι αν ταξιδέψω σε άλλους τόπους.
Διαβάζοντας μου δίνεται η δυνατότητα να σκαλώσω σε μια νέα άποψη ή σκέψη πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα, να προβληματιστώ , να ερευνήσω και εκτός βιβλίου. Ακόμη, μου δίνεται το έναυσμα να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός άλλου και ν’ ανακαλύψω οπτικές που ποτέ δεν μου είχαν περάσει από το μυαλό. Διαβάζοντας μετατίθεμαι και συνεπώς γίνομαι πιο κατανοητική αλλά και πιο εύκαμπτη στις απόψεις μου. Διευρύνω το συμπεριλαμβάνω και στενεύω το αποκλείω.
Πρόσφατα, το κίνητρο για να αναφέρω τα παραπάνω μου το έδωσε το νεοεκδοθέν βιβλίο από τις εκδόσεις Loggia «Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου» με όνομα συγγραφέα Qabel χωρίς κανένα άλλο βιογραφικό στοιχείο. Ένα αυτοαναφορικό βιβλίο έκπληξη για εμένα όπου σελίδα στη σελίδα, με λιτή και ωμή γραφή με συνεπήρε στο περιβάλλον, τα προβλήματα, τα συναισθήματα και την οπτική του κόσμου της γενιάς των millennials. Η ανάγνωσή του με τράβηξε από το χέρι και με ανάγκασε να κοιτάξω κατάματα όσα μέχρι χθες απλά παρατηρούσα ή δεν έβλεπα καθόλου λέγοντάς μου χωρίς ακριβώς να μου το λέει «Κοίτα τι έχετε κάνει! Έτσι σας βλέπουμε εμείς!», μια και αυτή η γενιά είναι ηλικιακά τα παιδιά μου.
«Εξηντάρηδες που είχαν χάσει τη ζωή τους χωρίς να το καταλάβουν συμπονούσαν αλαζονικά τριαντάρηδες που ήδη αντιστέκονταν στον χρόνο. […] Κι αυτοί μας λυπόντουσαν για τα σπίτια μας και τις εξαρτήσεις μας. Μας κοιτούσαν με μια μη ηθελημένη έπαρση. Αποχαυνωμένοι και απορημένοι. Βαριόντουσαν τη ζωή τους, είχαν ψυχραθεί με τους μισούς φίλους τους, τα γηρατειά τους γέμιζαν κόμπλεξ, τα παιδιά τους τους αντιπαθούσαν και παρ΄ όλα αυτά συνέχιζαν να κοιτάνε αφ΄υψηλού».
Τα κεφάλαια του βιβλίου αφορούν σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας του αφηγητή, από τις συνθήκες διαβίωσης στην γενέθλια πόλη, τις σκληρές εργασιακές συνθήκες, την διαχείριση του ελεύθερου χρόνου, τις σχέσεις με τους φίλους, τον έρωτα. Άλλοτε με ευθύβολο χιούμορ και πολύ συχνότερα με οξυδερκείς διαπιστώσεις που δεν χαρίζονται ούτε στους μεγαλύτερους αλλά ούτε και στον ίδιο τον εαυτό του, αναδύεται η ζωή του σημερινού τριαντάρη που αφού μορφώθηκε επέστρεψε στον τόπο του έχοντας επίγνωση του τι τον περίμενε χωρίς, όμως, να μπορεί να υπολογίσει και το κόστος.
«… μετά τα πτυχία έρχεται ένα σκοτάδι βαρύ και ασήκωτο. […] Η δουλειά κατασπάραξε το φως και μετέτρεψε όλη τη μέρα σε νύχτα. […] Το σκοτάδι αυτό όχι μόνο σμπαράλιασε τον συλλογικό και προσωπικό μας χρόνο αλλά άλλαξε την τιμή των πραγμάτων. Οι αργίες έγιναν ανεκτίμητες και οι διακοπές το νόημα της ζωής».
Μιλώντας πότε στο πρώτο ενικό και πότε στο πρώτο πληθυντικό ο συγγραφέας μετατρέπει την προσωπική εμπειρία σε συλλογική της γενιάς του ενώ η εμβρίθεια με την οποία αντιμετωπίζει καταστάσεις και συναισθήματα καταγράφουν έναν άνθρωπο που έχει προβληματιστεί βαθιά πριν μιλήσει. Σταδιακά δε, παύει να μας ενδιαφέρει η ανωνυμία του γράφοντα μια και χτίζει την βεβαιότητα ότι εκφράζει τους πολλούς.
«Το επεισοδιακό σεξ λειτουργεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της εργασίας. Κυριαρχείται από τον ανταγωνισμό και μοιράζεται την ίδια ανασφάλεια. Μας αγχώνει…»
Διαβάζοντας, όσοι από εμάς είμαστε στην ηλικία των γονιών του, στιγμές μπορεί να πικραθούμε ή και να θυμώσουμε με τα όσα μας καταλογίζει. Είναι όμως δύσκολο να τα προσπεράσουμε διότι το βιβλίο ανοίγει ένα παράθυρο μετακίνησης από το στερεότυπο « ο μεγαλύτερος έχει δίκιο γιατί έχει την εμπειρία» στο δίνω χρόνο να σε ακούσω και να συζητήσουμε.
Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας το δηλώνει ξεκάθαρα προς το τέλος του βιβλίου όταν επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα που θέτει «Γιατί γράφουμε για μας;»
«Το γράψιμο είναι η επιδίωξη μιας διακριτικής επαφής με τους άλλους. Ένας τρόπος να μιλήσεις με αυτούς μιλώντας για σένα. […] Το γράψιμο είναι μια μορφή αναζήτησης της κοινότητας. Ευκαιριακή αλλά δυνάμει λυτρωτική».

