Στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα πιο όμορφα λουλούδια (για το βιβλίο “Γαλότσες νούμερο 44” της Χριστίνας Μιχαηλίδου, ISBN: 978-960-640-186-2)
Δημήτρης Μπαλτάς

Η Χριστίνα Μιχαηλίδου εμφανίζεται πολύ δυναμικά στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας με τη συλλογή διηγημάτων Γαλότσες νούμερο 44 (Ιωλκός, 2024). Πρόκειται για είκοσι επτά διηγήματα μικρής έκτασης, τα οποία υποδηλώνουν τους τρόπους κατασκευής της έμφυλης ταυτότητας της γυναίκας, κυρίως, στην ελληνική επαρχία. Η γραφή της Μιχαηλίδου συμπυκνώνει τις αρετές ενός καλού διηγήματος: τη συμπαγή δομή της ιστορίας, τον καλά ψυχογραφούμενο αφηγητή, την αξιοποίηση της υπαινικτικής και ελλειπτικής διάστασης του λόγου, τη βαθμιαία κλιμάκωση της έντασης που αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της κάθε αφηγούμενης ιστορίας, το στρωτό και γοργό ύφος. Οι ήρωες των διηγημάτων είναι γυναίκες, χωρίς να απουσιάζουν οι έμμεσες αναφορές στα ανδρικά πρόσωπα μέσω των σχέσεων που ζυμώνονται με τις κύριες γυναικείες φιγούρες. Η γυναίκα προσεγγίζεται από όλους τους διαφορετικούς ρόλους που αναλαμβάνει άμα τη γεννέσει της. Βρέφος, έφηβη, κοπέλα, σύζυγος, ερωμένη, μητέρα, γιαγιά. Οι ρόλοι αυτοί επηρεάζονται άμεσα από την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία γεννιέται, ανατρέφεται, ζει και πεθαίνει. Επομένως, ο επαρχιωτισμός και το κοινωνικό κατεστημένο αυτού πλαισιώνουν de facto αυτές τις γυναίκες, με τη συγγραφέα να φωτίζει διεξοδικά το γιατί και το πώς αυτής της δεσποτικής επιβολής των κοινωνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων.

Ωστόσο, η Μιχαηλίδου δεν περιορίζεται μονάχα στην καταγραφή της συμπτωματολογίας που διαγιγνώσκει την έμφυλη θέση της γυναίκας. Αντιθέτως, ακολουθεί το νήμα της ιστορίας της κάθε ηρωίδας, μέχρι την κομβική στιγμή της αλλαγής, της μεταμόρφωσης. Μέχρι το σημείο εκείνο που οι ίδιες οι γυναίκες, επιτέλους, πετάνε τις παρωπίδες από πάνω τους και αλλάζουν τη μοίρα τους. Συνήθως, αυτή η μεταστροφή έρχεται ως απόρροια κάποιου τραυματικού ή και εντελώς απρόσμενου γεγονότος, που μπορεί να τις βρίσκει σε νεαρή ή και σε περισσότερο ώριμη ηλικία. Ποτέ δεν είναι αργά για την αλλαγή και την εκ νέου διαπραγμάτευση των όρων της ζωής τους. Παρ’ όλα αυτά οι γυναίκες αυτές φέρουν στο σώμα και την ψυχή τους το τραύμα που τις πλήγωσε και τις καθόρισε, όσο θεαματική κι αν είναι η εκ των υστέρων μεταβολή της ζωής τους. Το τραύμα δεν αποσιωπάται, αλλά επουλώνεται και η πληγή ιαίνεται αλλά το σημάδι της παραμένει εκεί ως υπενθύμιση της αφετηρίας από την οποία, ακούσια και απρόκλητα, άρχισε να ξεδιπλώνεται το νήμα της ζωής τους.

Έχει μεγάλη σημασία να δει κανείς προσεχτικά το ταξικό πλαίσιο, όπου εγγράφονται οι ήρωες της κάθε ιστορίας. Η συγγραφέας εξετάζει τη ζωή, τα κίνητρα, τις επιθυμίες, τη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρωίδων της πάντοτε στο ταξικό τους πλαίσιο, το οποίο δεν είναι άλλο από τη φτώχεια, τη στέρηση, την καθημερινή βιοπάλη και το βάρος μιας ζωής που δε γνώρισε προνόμια παρά μόνο ένιωσε την αδικία στο πετσί της. Αυτό το ταξικό πλαίσιο είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο επειδή τεκμηριώνει το αίτιο και το αιτιατό της συμπεριφοράς της κάθε ηρωίδας ή του κάθε ήρωα, αλλά πρωτίστως επειδή το ίδιο αυτό πλαίσιο είναι που ορίζει τη μοίρα τους. Οι ήρωες είναι εγκλωβισμένοι σε αυτό και κάθε τους ενέργεια αποτελεί σύμπτωμα και εύλογη συνέπεια αυτού. Η βία, ο πόνος, η υπαρξιακή αγωνία, τα κοινωνικά στερεότυπα απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή διαφορετικότητας είναι άμεσα συνδεδεμένα και εξαρτώμενα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν οι ήρωες.

Ήδη από την Αγγέλω του πρώτου διηγήματος η φτώχεια και η κοινωνική περιφρόνηση ορίζουν το πλαίσιο στο οποίο η ίδια περνά ολόκληρη τη ζωή της και μονάχα με τον θάνατό της διεκδικεί μια ισότιμη αντιμετώπιση από το ισχυρό, εντός εισαγωγικών, φύλο. Στο ομώνυμο διήγημα, ο προσδιορισμός της έμφυλης ταυτότητας της Λαμπρινής γίνεται η αιτία να νιώθει την ασφυξία και τη μοναξιά να καταδυναστεύουν την αδέσποτη ζωή της. Ένα αριστοτεχνικό διήγημα με ένα τέλος που μάς θυμίζει έντονα το αριστουργηματικό έργο του Στάινμπεκ, Τα σταφύλια της οργής. Στα ψίχουλα της φωνής, η ζωή της Θοδωρούλας σημαδεύεται από το τραύμα της παιδικής της ηλικίας προφέροντας μονάχα κάποιες λέξεις, σαν πληγωμένο ζώο με μάτια υγρά.

Στο ψωμί της επόμενης μέρας, η κυρα-Χρηστίδα βιώνει το τραύμα του πολέμου και της Κατοχής αλλά και την κοινωνική επιτίμηση όταν μένει έγκυος στο τέταρτο παιδί και σε προχωρημένη ηλικία. Το στερνοπούλι της χάνεται κι εκείνη ζυμώνει το ψωμί μαζί με τις θύμησές της. Η Ασημίνα παίρνει τη μεγάλη απόφαση να στερηθεί το δεύτερο παιδί της δίνοντάς το στην κουνιάδα της που δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει και χρόνια μετά, όταν η άνοια την στέλνει σε ίδρυμα, εκείνη θυμάται την κορούλα που στερήθηκε, την καρδιά που δεν άκουσε και τη λογική που την πρόδωσε. Στη συγκλονιστική ευχή η γιαγιά Αγγελικώ παρακαλιέται στον Θεό η κόρη της να αποκτήσει παιδιά. Η κόρη της αποκτά τρεις γιους, όταν εκείνη έχει πια φύγει, αλλά στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ, ωσεί παρούσα στη ζωή των εγγονιών της που την επισκέπτονται στο κοιμητήριο. «Μάνα, σου έφερα τα εγγόνια σου να τα γνωρίσεις, όπως σου υποσχέθηκα. Ολόκληρα παλικαράκια έγιναν πια, ετοιμάζονται για το σχολειό».

Η γυναίκα στο αγάπη δηλητήριο, θύμα κακοποίησης από τον άντρα της, ορκίζεται εκδίκηση, όταν χάνει εξαιτίας του το παιδί απ’ τα σπλάχνα της. Τον σκοτώνει πετώντας του βιτριόλι. Μια ιστορία, που θα μπορούσε να είναι και αληθινή, αν αναλογιστεί κανείς την αντίστοιχη περίπτωση της Σωτηρίας Μπέλλου. Στο καλύτερο δώρο η επιστροφή του άσωτου υιού από την ξενιτιά λυτρώνει τη μάνα που τον προσμένει με λαχτάρα. Η κυρα-Ευτέρπη, γέννημα θρέμμα Μυτιληνιά, πίνει πάντα βαρύ γλυκό τον καφέ της ως αντιστάθμισμα της ζωής της· μιας ζωής γεμάτης πόνους, καημούς, σεκλέτια και στερήσεις· μιας ζωής που λαβώθηκε από έναν έρωτα ανεκπλήρωτο. Η Μαρκέλλα, ένα κορίτσι κακοσχηματισμένο και άσχημο, γίνεται φορέας ντροπής για τη μάνα της που λαχταρά να υψώσει το ανάστημά της στην τοπική κοινωνία του νησιού, όταν μένει έγκυος αλλά τελικά μαντρώνεται στο κλουβί μετά απ’ αυτήν τη γέννα. Όταν το κορίτσι καίγεται στην εκκλησία της Αγίας Μαρκέλλας, η μάνα της αποκτά πια το κοινωνικό γόητρο που σ’ όλη της τη ζωή καρτερά. Σπαρακτικό διήγημα, όπως και το επόμενο, η γάτα του Ανδρέα, μοναδική παρηγοριά του αυτή η καμαρωτή με τρίχωμα φουσκωτό γάτα που του συμπαραστεκόταν, σαν μετενσάρκωση της μάνας του, σε μια ζωή γεμάτη από μοναξιά λόγω της διαφορετικότητάς του και της ομοφοβίας που δεν τον άφηναν να αναπνεύσει ελεύθερος.

Η Κατίνα λόγω της φτώχειας μεταναστεύει κάποτε στην Αμερική μαζί με τον έρωτά της, τον Κοσμά. Γεννά μια κορούλα με σύνδρομο και λίγο αργότερα ένα δεύτερο κοριτσάκι υγιές, αλλά όταν χάνει τον άντρα της σε μια επέμβαση ρουτίνας λιποψυχά βρίσκοντας κουράγιο μονάχα στα σπλάχνα της. Στο γηροκομείο η Όμορφη Ζωή καταλήγει η μάνα του ομώνυμου διηγήματος που χήρεψε νωρίς και η μοναξιά ήταν ο μοναδικός συνδαιτυμόνας της. Στα προσφυγικά της Νίκαιας η ανθρωπιά θάλλει από τα δάκρυα των ξενιτεμένων και τον πόνο τους. Και η Αγγέλα σμίγει με τον Σαμίρ από το Αφγανιστάν αγνοώντας τα σχόλια του κοινωνικού περίγυρου και τιμώντας τις διδαχές του παππούς της, που όταν τον ρώτησαν από που κρατά η σκούφια του, εκείνος «”είμαι άνθρωπος“, απάντησε. Αυτό είμαστε. Σαμίρ και Αγγέλα, Αγγέλα και Σαμίρ. Ένας άνθρωπος και ένας άνθρωπος.»

Για την Πόπη η λύτρωση έρχεται όταν πια πεθαίνει ο εξαφανισμένος της πατέρας, εκείνος που της έδινε αραιά και που αποφάγια στοργής σε μια ζωή γεμάτη από πόνο και θρήνο για την απουσία του. Και όταν «το στόμα μεγάλωσε και έμαθε να μιλάει», τότε ο αποχαιρετισμός έγινε πραγματικός αφήνοντάς την πια να κλείσει την πόρτα του παρελθόντος και να προχωρήσει ελεύθερη στη ζωή της. Στην Προδοσία, η γυναίκα τσαλακώνοντας τις επιθυμίες της συμβιβάζεται σε μια ζωή περιχαρακωμένη από έναν υποκριτικό κοινωνικό καθωσπρεπισμό, ενώ στις Ιστορίες περί ονείρων ο Μιχάλης χάνει τη ζωή του κυνηγώντας ένα όνειρο πλασμένο από ακριβά υλικά, κυνηγώντας ένα όνειρο ως όχημα για να ξεφύγει από τη λογική που τον εγκλώβιζε σε μια καταπιεσμένη από τη φτώχεια και τη στέρηση ζωή που δεν άντεχε άλλο. Ο ανεξομολόγητος καημός βαραίνει και το όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Η τελευταία ανάμνηση μιας μάνας με άνοια είναι η κόρη που έχασε, ενώ η Μαιρούλα καταφεύγει πάντα στον κανόνα του τελικού ν, για να επανακτήσει την ψυχραιμία της και να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια την προδοσία και τη μοιχεία του συζύγου της. Από την άλλη, σε μια σύντομη είδηση ένα αγαπημένο ζευγάρι ηλικιωμένων, χτυπημένο από την επάρατη νόσο, αποφασίζει να τελειώσει μαζί τη ζωή του, χωρίς να περιμένει το φυσικό τέλος. Η Κλαίρη και ο Άρης έμελλε να είναι για πάντα μαζί καθισμένοι στα σκαλιά ενός ετοιμόρροπου σπιτιού, μιας και ο αναπάντεχος θάνατος τους βρήκε μαζί στον εγκέλαδο που χτύπησε τη Σάμο στις 30-10-2020.

Σε ένα ταξίδι διαφυγής υποχρεώνεται ένας φιλόλογος λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού του, ο οποίος σε μια κλειστή επαρχιακή πόλη δεν γίνεται ανεκτός. Ο φόβος και το μίσος καθιστούν καταδιωκόμενο αυτόν τον «αφελή ονειροπόλο» που τα παιδιά αγαπούσαν αλλά οι γονείς τους είχαν διαφορετική γνώμη και εχθρική στάση απέναντί του. Μια κοπέλα την ημέρα του γάμου της αναπολεί την από χρόνια εξαφανισμένη μητέρα της που εγκατέλειψε εκείνη, την αδερφή της και τον πατέρα τους, σε ένα γράμμα που άργησε να βάλει τελεία. Ταυτόχρονα, η απώλεια της μάνας την παραμονή των Χριστουγέννων αδειάζει μια για πάντα την πιατέλα με τα ψιλά, που εκείνη μάζευε για να δίνει στα παιδιά που της έλεγαν τα κάλαντα.

Η Σοφία, κυρά και αρχόντισσα στην αρχή, κατορθώνει μετά από δέκα χρόνια κακοποίησης να ξεφύγει από έναν άντρα βίαιο και επικίνδυνο, να αποτινάξει τα δεσμά του φόβου από πάνω της και να κάνει μια καινούργια αρχή. Στην ίδια γραμμή και η κακοποίηση μιας γυναίκας στην παιδική της ηλικία που το τραύμα της έρχεται να επουλώσει ένα απρόσμενο ιατρικό ανακοινωθέν. Τέλος, μια γκαρσονιέρα νοικιασμένη σε μια γυναίκα που ζει τον έρωτα χωρίς φόβο και ενοχή, γίνεται αφορμή για την συναισθηματική-ερωτική αφύπνιση της γειτόνισσάς της που έζησε μια ζωή βουτηγμένη στη μοναξιά και την κοινωνική καταπίεση.

Η Χριστίνα Μιχαηλίδου πλάθει ιστορίες ρεαλιστικές που με την σπαρακτική ειλικρίνειά τους συγκινούν βαθιά και προβληματίζουν τον αναγνώστη. Ιχνογραφώντας την ταξική βία των κοινωνικών στρωμάτων στα οποία ανήκουν οι ηρωίδες και οι ήρωές της, παρουσιάζει ανάγλυφα όψεις της καθημερινότητας και υφαίνει τα βήματά τους στο δικό τους προσωπικό ταξίδι κάθαρσης και λύτρωσης. Οι ήρωές της μπορεί να λυγίζουν από το βάρος της αδικίας, του φόβου, της διάψευσης, της ματαίωσης, του κοινωνικού στραγγαλισμού, αλλά δε λιποψυχούν. Βρίσκουν ρανίδες κουράγιου και δύναμης, για να συνεχίσουν να παλεύουν ξεπερνώντας τις δυσκολίες, πιστεύοντας με όλη τους την ψυχή ότι στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα πιο όμορφα λουλούδια.

 

 

* Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (Μετρονόμος, 2025).

Περισσοτερα αρθρα