Η σιωπή, ο θάνατος, ο χρόνος και η μνήμη, το όνειρο και η πραγματικότητα, καθώς και η λυτρωτική δύναμη της αγάπης συνιστούν τις βασικές θεματικές που συμπλέκονται δημιουργικά στην έβδομη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, με τίτλο Στο μονοπάτι των σκύλων, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη το 2024 (ISBN: 978-618-5739-59-1). Τα σαράντα τέσσερα ποιήματα της συλλογής κατανέμονται στις τρεις ενότητες με τους τίτλους, «Χώμα», «Νύχτες» κα «Ίσως η σιωπή». Η διάρθρωση αυτή υποδηλώνει μια μελετημένη οργανωτική πρόθεση, καθώς δημιουργεί μια αίσθηση ισορροπίας: η πρώτη και η τρίτη ενότητα περιλαμβάνουν από δώδεκα ποιήματα, ενώ η δεύτερη – κεντρική ενότητα – είκοσι.
Η ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου χαρακτηρίζεται από έντονο υπαρξιακό και φιλοσοφικό προβληματισμό, ο οποίος δεν εκφράζεται με ρητορικές εξάρσεις ή κραυγαλέα εκφραστικά μέσα, αλλά αναπτύσσεται σιωπηλά και υπόγεια, καλώντας τον/την αναγνώστη/-στρια σε μια διαδικασία εσωτερικής ενδοσκόπησης. Το ποιητικό υποκείμενο διατυπώνει καίρια ερωτήματα που το διαπερνούν και το ταλανίζουν, επιχειρώντας, με τη διαμεσολάβηση της μνήμης, να προσεγγίσει την κατανόηση της ύπαρξης και των ορίων της, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Αισθάνεται το βάρος της» (σσ. 17-18):
«[…] Τη σταυρώνει πίστη αλλόκοτη
Υποβολέας μνήμης την εξορίζει
σε σύμπαν μαγικό
σώμα γυμνό – πύλη εισόδου – σκοτάδι
που άρπαξε φωτιά
πίσω απ’ τον καθρέφτη
Είναι η πτώση ανεστραμμένη άνοδος
ή διάβασε λάθος τα σημάδια;
Άγγελε του πικρού νερού
της αλήθεια νερά μιλήστε
δείξτε της αυτό που αγνοεί
Σε ποια θάλασσα γλιστράς
με πανοπλία
ποιο δάσος σιωπής διασχίζεις
με κραυγές
ποια παγωμένη έρημο αναφλέγεις
κάθε νύχτα […]
Έτσι, η μνήμη λειτουργεί ως υπαρξιακός μηχανισμός καθοδήγησης και ταυτόχρονα αποπροσανατολισμού, οδηγώντας το ποιητικό υποκείμενο σε έναν μεταιχμιακό χώρο, όπου το φαντασιακό και το πραγματικό, το φως και το σκοτάδι, η γνώση και η άγνοια συνυπάρχουν σε διαρκή ένταση. Οι εικόνες της πτώσης, της ανεστραμμένης ανόδου και της περιπλάνησης σε εχθρικά ή αφιλόξενα τοπία συγκροτούν ένα ποιητικό σύμπαν συνεχούς δοκιμασίας, μέσα στο οποίο η σιωπή και η κραυγή δεν λειτουργούν αντιθετικά, αλλά συμπληρωματικά, ως ισότιμες εκφάνσεις της ανθρώπινης υπαρξιακής αγωνίας.
Η απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που διατυπώνονται στο «Αισθάνεται το βάρος της» παρέχεται από την Ε. Καλογεροπούλου στο αμέσως επόμενο ποίημα της συλλογής, με τίτλο «Αυτοψία» (σσ. 19–20), όπου ο χρόνος, η μνήμη και η ιστορική συνείδηση συνδέονται άρρηκτα με την εικόνα, τη σιωπή και την εμπειρία της απώλειας. Η δημιουργός προβαίνει σε μια καίρια αναθεώρηση της έννοιας του χρόνου, ο οποίος δεν νοείται ως γραμμική ή μνημειακή κατασκευή, αλλά ως «ερείπιο εν εξελίξει», ως μια διαρκής διαδικασία φθοράς και αποσύνθεσης. Η εικόνα αποκτά πρωτεύοντα ρόλο, καθώς λειτουργεί ως το μοναδικό ίχνος νοήματος μέσα σε έναν κόσμο όπου η ιστορική μνήμη δεν παγιώνεται σε μνημεία, αλλά διασώζεται αποσπασματικά, μέσα από θραυσματικές εμπειρίες. Παράλληλα, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στο «ζώο σε αιχμαλωσία» λειτουργεί ως ισχυρή αλληγορία της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία παγιδεύεται μέσα στην ιστορική βία, την απώλεια και την αδυναμία διαφυγής.
Γιατί όλα είναι εικόνες
Ερείπια εν εξελίξει, όχι μνημεία
χρόνος. Μόνο
Κι αυτός που αρνείται να είναι
είναι συνένοχος σιωπής
Χαμένος
Χαμένοι όλοι
στις μικρές μας βροχές
Γιατί υπάρχει χρόνος
Γιατί δεν υπάρχει χρόνος
Γιατί δεν έχει νόημα, το νόημα
Το πουλί που το τραγούδι του
θυμίζει αναφιλητό
Πέταξε πίσω απ’ το φράχτη
λυγμός που με συνοδεύει
μέχρι το κατώφλι
Η φύση είναι φως, μα η ιστορία της
αιμάτων περιπέτεια
κι εσύ φύση αθώα, ζώο πληγωμένο
να ξέρεις το αίμα
της δικής απώλειας
με θάνατο με σημαδεύει έτσι
που ζαρωμένη στο παράθυρο
κοιτάζω το οδόστρωμα
Ζώο κι εγώ σε αιχμαλωσία
Ζώα σε αιχμαλωσία
Η συνείδηση είναι βλέμμα ζώου
σε αιχμαλωσία
όσο η ζωή συμβαίνει
εδώ
Η Ε. Καλογεροπούλου ασκεί, ταυτόχρονα, έντονη κοινωνική κριτική και εγείρει βαθύ προβληματισμό σχετικά με το προσφυγικό ζήτημα και την απώλεια ανθρώπινων ζωών, και δη των παιδιών, στο ποίημα «Προς/φυγες» (σσ. 22-23). Η επαναλαμβανόμενη εικόνα:
Αυτή η γυναίκα κρατά στα χέρια
το νεκρό παιδί της
το παιδί είναι νεκρό
Το ποίημα είναι νεκρό
κάθε ποίημα είναι παιδί νεκρό
Μια γυναίκα που κρατά ένα παιδί νεκρό
είναι μια γη
δίχως νερό
κι η γυναίκα δεν μπορεί να γυρίσει πίσω
το πίσω είναι το παιδί
και το παιδί είναι νεκρό
και το ποίημα είναι νεκρό
πιο νεκρό κι απ’ το παιδί […] (σ. 22)
αισθητοποιεί με τη λιτότητα του λεξιλογίου την αδιάρρηκτη σχέση μητέρας–παιδιού, η οποία αποκτά υπαρξιακή διάσταση και καθορίζει το νόημα της ανθρώπινης υπόστασης. Η απώλεια του παιδιού συνεπάγεται την ανεπανόρθωτη απώλεια του μητρικού ρόλου και της μητρικής ταυτότητας, καθιστώντας την εμπειρία της μητέρας ανείπωτα τραυματική. Παράλληλα, η σχέση μητέρας–νεκρού παιδιού λειτουργεί ως αλληγορία για την ποιητική δημιουργία: το ποίημα, όπως το παιδί, μπορεί να θεωρηθεί νεκρό, ανήμπορο να διατηρήσει τη ζωή και το νόημά του, ενώ η ίδια η δημιουργική πράξη παραμένει συνδεδεμένη με την απώλεια και τον πόνο, φωτίζοντας τη διαπλοκή ζωής και τέχνης.
Ο στενός δεσμός μητέρας–παιδιού αναδεικνύεται ποιητικά και στη «Φωνή» (σ. 16). Ο διαλογικός χαρακτήρας, σε συνδυασμό με τη σύζευξη του υπερφυσικού και του παράλογου, εντείνει την ένταση της συναισθηματικής σχέσης και υπογραμμίζει τον ισχυρό δεσμό ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Η σχέση αυτή αποκτά υπαρξιακή διάσταση, καθώς αποτυπώνει την παρουσία του άλλου ως καθοριστικού στοιχείου της προσωπικής ταυτότητας και του συναισθηματικού κόσμου του ποιητικού υποκειμένου:
Να έρθεις απ’ το σπίτι, μου είπε
η μητέρα
εφτά μήνες τώρα πεθαμένη
Δεν μπορώ να βρω το δρόμο, της λέω
χάθηκα, ψάχνω, μα έχασα το δρόμο
Θα τον βρεις, μου λέει
ησύχασε, θα τον βρεις
Είμαι πάντα εδώ και σε/περιμένω.
Η επαναλαμβανόμενη φωνή της μητέρας, αν και νεκρής, λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς, καθοδηγώντας και καθησυχάζοντας το παιδί. Μέσα από την ποιητική αυτή επικοινωνία, η συλλογή διερευνά την έννοια της παρουσίας και της απουσίας, τον χρόνο που διαστέλλεται μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και την ψυχολογική ανάγκη του ατόμου για συναισθηματική και υπαρξιακή στήριξη. Η αίσθηση απώλειας και η συγχρόνως διαρκής καθοδήγηση της μητέρας δημιουργούν ένα ισχυρό υπαρξιακό και συναισθηματικό πλαίσιο, που συνδέεται με τη θεματική της μνήμης, του χρόνου και της ανθρώπινης ευαλωτότητας που διατρέχει ολόκληρη την ποιητική συλλογή.
Συνολικά, η συλλογή της Καλογεροπούλου οικοδομεί ένα συνεχές θεματικό και συμβολικό δίκτυο. Οι έννοιες της μνήμης, της απώλειας, του χρόνου και της αιχμαλωσίας διαπλέκονται με κοινωνικά ζητήματα, ενώ η ποιητική τέχνη αναγνωρίζεται ως μέσο αναστοχασμού και υπαρξιακής διερεύνησης. Μέσα από την ισχυρή εικονοπλασία και τη συνειδητή δομή της συλλογής, η ποιήτρια προσφέρει ένα βαθιά στοχαστικό ποιητικό σύμπαν, όπου η ανθρώπινη εμπειρία, η κοινωνική κριτική και η καλλιτεχνική δημιουργία συναντώνται και αλληλοδιαπλέκονται, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται η ικανότητα της ποιήτριας να συνθέτει προσωπικά και συλλογικά βιώματα σε έναν πλούσιο, ερμηνευτικά πολλαπλό ποιητικό κόσμο. Η συλλογή Στο μονοπάτι των σκύλων ενισχύει την αίσθηση ότι η ποίηση δεν είναι απλώς εκφραστικό μέσο, αλλά εργαλείο εσωτερικής και κοινωνικής αναστοχαστικής διαδικασίας.


