Σε πρώτη δημοσίευση: “Ήντα ‘ναι ο πόλεμος” της Μαρίας Μαυράκη
Μαρία Μαυράκη

ΗΝΤΑ ‘ΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

-Άντε δα παιδί μου Νικολιό, σήκω και πάρε το ψωμί με το τυρί και τσ’ ελιές, να τα πας του παππού σου, στο χωράφι, γιατί ‘ναι εκειά από τα μαύρα ξημερώματα και θα πεινά ο κακομίτσης! Κιαπόκιας να πας στο σόχωρο να κόψεις τα κολοκύθια και τσι μελιτζάνες, να τα κάμω με τσι χοχλιούς και το ξινόχοντρο. Ήκουσες?

Μα το Νικολιό, δεν είχε μέντε ν’ ακούσει ήντα τούλεγε η μάνα ντου. Το μόνο που τον ήνοιαζε εδά, ήτανε να βρει τη πουλιτσά που τούπε ο Νικήτας, πως είδε απάνω στη μουρνιά και είχε δέκα αυγουλάκια πρασινωπά και μικιά μικιά.

-Σάικα ψευθιές μούλεγε, για να γελάσει μεταμένα, μα εγώ θα τηνε βρω τη πουλιτσά και θα βγάλω τα αυγά και όντε θα βγούνε και θα γενούνε μεγάλα πουλάκια θα τόνε δω ‘γω ήντα θα λέει!

Και ήσηρε προς το λιβάδι πούχει τσι μεγάλες μουρνιές.

Τζάμπα του φώνιαζε η μάνα ντου, όλο το πρωί. Ποθές δεν τον ήβρε, μούδε στση γειτόνισσας τση Παρασκής, που ήπαιζε κιαμιά φορά με το γιό τζη, μούδε στον καφενέ να ξανοίγει τσι γέρους που παίζανε πρέφα και πίνανε ρουφηχτά το καφέ ντως από ροβύθια.

Αφού απελπίστηκε η Αννίκα πως δε θα τόνε βρει, επήρε τη βούργια με το φαΐ του πατέρα τζη και ήφυγε να κάμει τσι δουλειές τση, αμοναχή και μανισμένη.

-Κοντό και δε θα γιαγύρει? θα τόνε κάμω του αλατιού!

Μετά τον πόλεμο, άντρας στο χωριό δεν υπήρχε ούτε για δείγμα. Όσοι δεν εσκοτωθήκανε, ήτανε τραυματισμένοι στο νοσοκομείο και εδά ήπρεπε το χωριό να συνεχίσει να ζει και να υπάρχει. Μα ήντα να σου κάμουνε πέντε γέροι, κιαμιά δεκαρά κοπελάκια και οι γυναίκες που δουλεύανε ολημερνίς του Θεού τση μέρας, στα χωράφια, στη σκάφη, στο ζυμωτό (όντε βρίσκανε μιαολιά στάρι) και είχανε και την έγνοια ντως στους υπόλοιπους χωριανούς, να τους βοηθούνε στσι δουλειές τως, στα χωράφια και στα σπίθια!

-Ήτανε δύσκολα τα πράματα, μα κάμαμε κουράγιο. Ήπρεπε να να αναστηθούμε πάλι, για το καλό τω κοπελιώ και για τη χάρη τω σκοτωμένω!

Ετσά τάλεγε η γιαγιά Αννίκα στα εγγόνια της μια ταχινή, πριν να φύγουνε για τα ξένα.

 

ήντα = τι
εκειά = εκεί
κακομίτσης = κακομοίρης
σόχωρο = χωράφι δίπλα από το σπίτι
χοχλιοί = σαλιγκάρια
ξινόχοντρος = είδος τραχανά με γάλα
τα μέντε = μυαλό, νους
εδά = εδώ, τώρα
πουλιτσά = πουλάδα
μικιός = μικρός
σάικα = ασφαλώς
μεταμένα = μαζί μου
όντε = όταν
μούδε = μήτε
ξανοίγω = κοιτάζω
βούργια = υφαντό σακίδιο πλάτης
μανισμένη = θυμωμένη
κοντό = άραγε
κοπελάκι = παιδάκι
ντως = τους
ταχινή = ξημέρωμα

Περισσοτερα αρθρα