Οι αστραπές εδώ βροντούν στο στέρνο
(από το ποίημα «Γράμμα στο ασύλληπτο»)
Το μαύρο στην ποίηση αναπαράγει τη σημασία του οριακού κόσμου του εγώ, που δύναται να αντιμετωπίσει τη θλίψη του ως διαύγαση αλήθειας, συμμετέχοντας στο κάλεσμα του άφατου καθώς και στη διαδικασία διαχείρισης της απώλειας.
Η ποιητική συλλογή του Λευτέρη Τσώνη Στο μαύρο κλικ του διακόπτη – από τις εκδ. Εκάτη, 2023 – αναζητά το συναίσθημα απέναντι στον άλλον αλλά και τη θλίψη μέσα μας, ενώ την προσδιορίζει ως σιωπή. Μια σιωπή που επανέρχεται, διατυπώνεται μέσα από τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις της, για να μετουσιωθεί ως ύστατη εμπειρία και να καθιερωθεί ως άλλη, όταν ανάψει το φως. Σε μια απόδειξη, έστω και μεμονωμένα, ότι πιθανόν ελέγχεται και είναι επιλογή να βλέπεις το μαύρο αντί για το φως.
Με τη διατύπωση Στο μαύρο κλικ του διακόπτη ο ορίζοντας της σχέσης είναι και χρονοχώρου παραμένει ανοικτός σε ερμηνείες και ενδεχόμενα. Διότι, το ποιητικό εγώ μπορεί να βρίσκεται μέσα στο μαύρο, έξω από την περιφέρεια του διακόπτη, ενώ μπορεί, από την άλλη, να είναι ένα βήμα – κλικ πριν από το μαύρο, εντός της επικράτειας του φωτός. Δεν είναι το αίνιγμα αλλά η αινιγματική σιωπή επί της ουσίας αυτή που ορίζει τη γλώσσα της ελάσσονος φόρμας, ενόσω οι περιορισμένες εικόνες της δονούνται προς την κίνηση που επαληθεύει τη σιωπή. Στο μόρφωμα που δεν παρακάμπτει το διάκοσμο της σιωπής παρατηρείται η κίνηση προς τα μέσα, η στροφή προς τον ενδότερο κόσμο του ποιητικού υποκειμένου, ενώ το τελευταίο αποστρέφεται την κοινωνία και πλησιάζει μια κατά τα φαινόμενα δυαδική σχέση και επαφή.
Ειδικότερα, από το πρώτο ποίημα, την «Υποψία» ακόμη, βλέπουμε πως ο Λευτέρης Τσώνης εστιάζει σε μία βαρύτητα αυτοαναφορικότητας, για να αποδώσει την εικόνα της «σιωπής με στόμα» που συγκροτεί το αφόρητο ως υποψία. Η ατμόσφαιρα έχει ήδη δημιουργηθεί, ώστε επάνω σε αυτά τα θεμέλια να χτίσει το έργο της γλωσσικής λειτουργίας του. Η Σιωπή με στόμα, εικαστικά, είναι άλλη μία Σειρήνα. Ο ποιητής αφήνει τα ενδεχόμενα ξεκλείδωτα, ώστε να οραματιστούμε μία θηλυκή υπόσταση του Κρόνου του Γκόγια που τρώει ένα από τα παιδιά του.
Ξαφνιάζουν, ωστόσο, κάποια ξεσπάσματα σαν αφροί του καθημερινού που πεισμώνουν ενάντια στη γλωσσική οικονομία ως αυθαιρεσίες δικαιολογημένου επιμερισμού καταστάσεων:
Ο χρόνος μια μακαρονάδα είχες πει
(..)
Ρέουσα σιωπή ολόγυρα
όπως το νερό
γύρω απ’ το κορμί στο μακροβούτι
(..)
Ενώ, λοιπόν, η πρόθεση να αφουγκραστεί τη σιωπή και κατ’ επέκταση τη θλίψη είναι εξαρχής δεδομένη, ο Λευτέρης Τσώνης επιδίδεται σε μια δημιουργική φαινομενολογική απόπειρα να αποτυπώσει διά της ποιητικής γλώσσας τα δικά του γόνιμα στίγματα της αποσυναρμογής του κόσμου. Οι εικόνες του είναι αφαιρετικές αντί για καθημερινές. Ως εκ τούτου, τα 32 ποιήματά του εστιάζουν στη ρηματική πράξη ή συνθήκη, αποκαθιστώντας την ένταση του ρήματος μέσα σε μια ποίηση που επιδιώκει την έξοδο από την επικοινωνιακή συνιστώσα, προκειμένου να διαφωτίσει την πράξη της διαφυγής προς την αλήθεια. Προς τη θλίψη.
Απέναντι σε αυτή τη στάση «καταστολής» διά της ποίησης, η φύση της γλώσσας είναι σκοτεινή και διατηρεί ένα ύφος εκλεπτυσμένο:
Η σιωπή σχημάτισε σαφήνεια
καμία απάντηση είναι μια απαίσια απάντηση
και απευθύνεται στο γάλα
το καταπίνεις μουλωχτά τη νύχτα
συγκλονισμένος
μες στη νηνεμία.
Είναι καθαρές οι εικόνες της ποίησης του Λευτέρη Τσώνη, για να δείξουν την ποιότητα της γλώσσας που ξεφεύγει από τη λειτουργικότητα ώστε να μετονομαστεί σε αισθαντική κατάσταση μεταγλώσσας. Για το σκοπό αυτό, η σημασία του ρήματος είναι κυρίαρχη της εικόνας που επικαλείται. Λόγου χάρη, στο παραπάνω ποίημα «Αίσθηση ριγμένη στο κουτί των αντανακλάσεων», το ρήμα σε δεύτερο ενικό «καταπίνεις» ακολουθεί το απαίσιο και καταλήγει στη νηνεμία, ήτοι, στη σιωπή. Στην φαινομενική ακινησία.
Αν και η σειρά των ποιημάτων δεν υποστηρίζει την αλληλουχία τους, από την άλλη έρχεται να καταστήσει σαφές ότι η ποίηση του Λευτέρη Τσώνη είναι αποσπασματική, σαν «μια αστραπή στο στέρνο». Οι εικόνες της, αρκετές φορές, μας πιάνουν απροετοίμαστους, καθώς έγκεινται σε εσωτερικά ερεθίσματα αντί σε επικοινωνιακά παράγωγα στίχων. Ώστε, οι στίχοι έχουν νόημα ως οπτικές αναπαραστάσεις της εσωτερικής μάχης αντί να θίγουν τις εξωτερικές καταστάσεις της προβληματικής ατομικής υπόθεσης.
Σε συμφωνία με τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι το τέλος σηματοδοτεί και μια νέα αρχή. Επί της ουσίας, πρόκειται για ένα ατέρμονο τέλος. Για ένα τέλος που πληροί περισσότερο το σκοπό και λιγότερο το τέλμα.
Από το ομώνυμο ποίημα, ένα βήμα πριν από το τέλος:
Ζει στο μαύρο κλικ του διακόπτη
προσποιείται την ανάσα
σε εξώκοσμη διαπασών
και εξαφανίζεται· όταν το φως ανάψω.
Με λίγα λόγια, ο Λευτέρης Τσώνης ολοκληρώνει σχεδόν την ποιητική συλλογή του με αυτήν την εικόνα που είναι καθημερινή, επαναληπτική, εύκολη και γρήγορη, προκειμένου να διαταράξει τη δυνατότητα της πράξης με ένα «όταν». Στην υπόθεση εργασίας του, το ποιητικό ζητούμενο είναι το «πότε». Όταν, είναι η απάντηση. Ένα ανοικτό συμβόλαιο με το χρόνο, το ρήμα που υπονοείται, δεν εκμαιεύεται, αλλά αποκρύπτεται όπως η μαύρη ουσία του διακόπτη. Συμβολικά, και ο νους λειτουργεί με διακόπτες. Καθένας μπορεί και αντιδρά, ανταποκρίνεται σύμφωνα με τις εσωτερικές λειτουργίες του εγκεφάλου του.
Εν κατακλείδι, η ποίηση του Λευτέρη Τσώνη απευθύνει και στερεώνει το ανάστημά της κόντρα στην ποίηση των μεγάλων λόγων. Εξού και οι στιγμές της ελευθεριότητας που τη χαρακτηρίζουν, ενόσω ο ποιητής γίνεται εξωστρεφής και δεν αποφεύγει τη βία της απαξιώνουσας απόφανσης προκειμένου να αποδώσει με δυνατά μέσα το γεγονός ότι η γλώσσα προσβάλλει όταν έχει κάτι να πει υπέρ των καταπιεσμένων.
(..)
Για τα χρόνια, το υποτιθέμενο ταξίδι στην Αμερική
την πουστιά που του έπαιξαν οι συνέταιροι· τη φυλακή.
Εν τέλει, αυτή η πράξη της βρισιάς είναι η αποφασιστικότητα κόντρα στη σιωπή, η απόφαση ότι με κάθε επιλογή λέξης (επι)βαρύνεται το… λεξιλόγιο ως σύνολο που επιφορτίζεται με τον ιδανικό σκοπό της επαναφοράς της γλώσσας ως καθρέφτης, μαχαίρι, σιωπή. Και, προφανώς, ως διακόπτης. Εκεί καταλήγουμε ύστερα από τις προτεινόμενες όψεις θέασης του απείρου, της γλώσσας και της ποίησης.


