Στο φως της νύχτας (για το ποιητικό βιβλίο “Υπό καθεστώς ομηρίας” του Δημήτρη Μπαλτά – ISBN: 978-618-5748-51-7)
Νίκη Μισαηλίδη

Η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας αποτελεί την έκτη κατά σειρά εκδοτική εμφάνιση του Δημήτρη Μπαλτά και κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Πρόκειται για μια ώριμη ποιητική κατάθεση, στην οποία συμπυκνώνονται θεματικές και μορφολογικές αναζητήσεις που διατρέχουν το σύνολο του έργου του ποιητή. Η συλλογή συγκροτείται από ποιήματα ελεύθερου στίχου και πεζόμορφα ποιήματα και αρθρώνει ένα πολυεπίπεδο θεματικό πλέγμα που περιλαμβάνει τον έρωτα και την αγάπη, τη μοναξιά και τον ψυχικό πόνο, την απώλεια και τον θάνατο, τη φθορά του χρόνου, τον κοινωνικό προβληματισμό, αλλά και τον ρόλο της ίδιας της ποιητικής τέχνης ως μέσου κατανόησης και αντίστασης.

Βασικό οργανωτικό σχήμα της συλλογής συνιστά το αντιθετικό δίπολο σκοτάδι – φως, νύχτα – μέρα, πάνω στο οποίο αρθρώνονται πολλές από τις ποιητικές συνθέσεις. Το δίπολο αυτό λειτουργεί όχι μόνο σε επίπεδο εικόνας, αλλά και ως υπαρξιακό και συμβολικό πλαίσιο, εντός του οποίου συμπλέκονται θεματικές όπως ο θάνατος, η απώλεια, η μοναξιά, ο έρωτας και η κοινωνική αγωνία. Η νύχτα, ειδικότερα, αναδεικνύεται σε προνομιακό χρόνο της υπαρξιακής αναζήτησης και της εσωτερικής ενδοσκόπησης, όπως αποτυπώνεται στο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Είναι κάποιες νύχτες που οι ώρες σέρνονται βαριές σαν πατήματα αρκούδας χωρίς προσανατολισμό, χωρίς προορισμό. Οι ώρες πάλλονται. Τις μισώ. Πιάνω τον σφυγμό του. Τικ τακ τικ τακ. 120. Υπό καθεστώς ομηρίαςˑ σε κατάσταση νηνεμίας» (σ. 11). Ο νυχτερινός χρόνος εμφανίζεται ως χώρος παγίδευσης, αλλά ταυτόχρονα και ως πεδίο συνειδητοποίησης της ανθρώπινης ευαλωτότητας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η νύχτα συνδέεται άρρηκτα με την εμπειρία του έρωτα και της προσδοκίας της συναισθηματικής πλήρωσης. «Σε περίμενα μιάμιση ώρα στην πλατεία/Σκότωνα την ώρα μου χαζεύοντας περιστέρια.// Θα ’χει κίνηση στον δρόμο κι ας είναι άδειος./Θα σε καθυστέρησαν συγγενείς και φίλοι: «Καλή Ανάσταση! Καλό Πάσχα!»./Ίσως σου συνέβη κάτι. Αποκλείεται/Θα ’ρθεις είμαι σίγουρος./ […] Η ώρα περνούσε. Νύχτωσε. […] «Χριστός Ανέστη!»//Μα η ψυχή μου που διψάει για μια Ανάσταση,/για λίγη ζεστασιά/έμεινε να ξεπαγιάζει ξεσκέπαστη/κι αυτό το βράδυ/κι αυτόν τον χρόνο» (σ. 14). Η αναμονή, η ματαίωση και η επιθυμία συνυφαίνονται και η Ανάσταση αποκτά διττό νόημα: θρησκευτικό και βαθιά υπαρξιακό. Η εσωτερική στυγνή μόνωση και απομόνωση εντείνονται «Τις νύχτες που γυρεύουμε τρόπους/να βολέψουμε το πάθος μας/ξεπουλάμε όσο όσο/κι αξιοπρέπεια κι εγωισμό/για μια σάρκα ναρκωτική/για λίγες ρανίδες ηδονής.//Έπειτα φουντώνει η μοναξιά και μας καίει.» (σ. 16).

Η αντίστιξη φωτός και σκότους αποκτά ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση στο «Μεγάλο Σάββατο ΙΙ» (σ. 15): «Το βράδυ στην Ανάσταση πρόσεξα μια κοπέλα/με βαθιά πυρετικά μάτια και ξανθά μαλλιά/να μου χαμογελά.//Πάντα, εσύ, μου έδινες το φως και με φιλούσες/με τη μυρωδιά σου να με πλημμυρίζει./Θυμάσαι;//Δεν της μίλησα. Έφυγα βιαστικά χωρίς να πάρω το φως./Πρώτη φορά έμεινε το κερί σβηστό, μάνα.» Το φως συνδέεται με τη μνήμη και την απώλεια, ενώ η αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να «πάρει το φως» λειτουργεί συμβολικά ως ρήξη με την παρηγορητική διάσταση της μνήμης και ως ένδειξη οριστικής απουσίας. Παράλληλα, στο ποίημα «Αμυχή» (σ. 30), η νύχτα φιλοξενεί την ένταση του ερωτικού βιώματος, το οποίο όμως δεν κατορθώνει να αναστείλει την αναπόφευκτη επάνοδο της μοναξιάς. Το ξημέρωμα σηματοδοτεί την επάνοδο στο τραύμα και στη συνειδητοποίηση του εφήμερου χαρακτήρα της ανθρώπινης εγγύτητας: «Κάτω απ’ τη μπλούζα ανθίζει το στήθος σου./Τα μάτια σου ξαναμμένα φωτοβολούν, όσο τα δάχτυλά/σου σεργιανίζουν στο κορμί και το πρόσωπό μου.//Δεν μπορώ να παγώσω τη στιγμή./Δεν μπορώ να καθυστερήσω το ξημέρωμα./Δεν μπορώ να εμποδίσω το μοιραίο.//Ντύνομαι βιαστικά και φεύγω./Αμίλητος, απαρηγόρητος.//Σε κάθε αθώα αμυχή βρίσκει τρόπο να τρυπώνει/η μοναξιά».

Πέρα από την υπαρξιακή και ερωτική θεματολογία, η συλλογή διακρίνεται για τον έντονο κοινωνικό της προσανατολισμό. Ο Δ. Μπαλτάς ασκεί κριτική στην κοινωνική υποκρισία, την αλλοτρίωση και την ιδεολογική απονέκρωση του σύγχρονου ατόμου. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα που στηλιτεύει την προσχηματική φιλανθρωπία και τη ρητορική της αλληλεγγύης που συγκαλύπτει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό (σ. 10): «Κάθε λίγο τρέχει σε φιλανθρωπίες,/δίνει μαθήματα προσφοράς και αλληλεγγύης,/φωτογραφίζεται πλάι σε άπορους/και αρρώστους.//Αλλά μόλις κλείνεται στο καβούκι της/αμέσως στάζει φαρμάκι για τους μιαρούς/πρόσφυγες που λυμαίνονται τα συσσίτια,/για τα κακορίζικα ασθενικά και/τους αναξιοπαθούντες./[…] Την επόμενη τρέχει πάλι στις κοινωνικές/της υποχρεώσεις» (σ. 10). Η αλλοτρίωση του σύγχρονου ατόμου και η διαφθορά με το προσωπείο της κοινωνικής αλληλεγγύης αποτυπώνεται στο ποίημα «Ασυμπτωματικός» (σ. 32): «Όταν ήταν νέος μιλούσε για ιδεολογία,/έτρεχε σε πορείες και διαδήλωνε στο πλευρό/του λαού. [….] Τώρα, μεσήλικας πια, κάθε Κυριακή διαβάζει εφημερίδα/και μιλά για διεθνή οικονομία./Στέλνει τα παιδιά του σε ηχηρές φιλανθρωπίες/και υπερασπίζεται τις δυο όψεις του ίδιου συνδικάτου.//Το πιο παράξενο: η μετάλλαξη επήλθεν εν κρυπτώ,/τίποτε δεν την πρόδιδεˑ ήταν απολύτως ασυμπτωματικός.» Η «ασυμπτωματική» αυτή μετάλλαξη λειτουργεί ως σχόλιο για τη σιωπηλή ιδεολογική προσαρμογή και την κοινωνική κανονικοποίηση της υποκρισίας.

Η κοινωνική κριτική κορυφώνεται στο πεζο-ποίημα «Εν απορία» (σ. 21), στο οποίο τίθεται ευθέως το ζήτημα του πολέμου και της οικονομικής του διάστασης καθώς και η κατάρρευση των ατομικών και κοινωνικών/συλλογικών αξιών στον βωμό του συμφέροντος και του χρήματος. Η ποιητική φωνή θέτει το ερώτημα: «Μα, πόσοι άνθρωποι πρέπει να πεθάνουν ακόμα, για να πάψουν οι πόλεμοι σ’ αυτόν τον κόσμο;». Η απάντηση δηλώνεται με βεβαιότητα: «Στον κόσμο μας όλα μετριούνται είτε ως κέρδος είτε ως ζημία. Είναι ποτέ δυνατόν να πάψει η πιο επικερδής επιχείρηση; Να πτωχεύσουν την πιο προσοδοφόρα μπίζνα; Στο όνομα τινός; Της ειρήνης; Μα, η ειρήνη, φίλε μου, είναι σαν την ποίηση. Δεν πουλάει». Η απάντηση απογυμνώνει τον κυνισμό του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο τα πάντα αποτιμώνται με όρους κέρδους και ζημίας. Η ειρήνη, όπως και η ποίηση, παρουσιάζεται ως μη εμπορεύσιμη αξία, γεγονός που υπογραμμίζει τη βαθιά πολιτική διάσταση της ποιητικής γραφής του Μπαλτά.

Ιδιαίτερη σημασία στη συλλογή αποκτούν τα ποιήματα ποιητικής, στα οποία ο Δ. Μπαλτάς στοχάζεται ρητά πάνω στη λειτουργία της γραφής σε έναν κόσμο ηθικής και συναισθηματικής αποσύνθεσης. Στο ποίημα «Κάστρο άπαρτο» (σ. 35) σε εξολογογητικό τόνο η ποιητική φωνή δηλώνει πως «Γράφω μήπως μείνει κάποιο κάστρο άπαρτο,/να έχω ένα σημείο αναφοράς,/όταν όλα μυρίζουν σήψη και ναφθαλίνη». Η μεταφορά του «κάστρου» προσδίδει στην ποίηση χαρακτήρα οχυρού, ενός τελευταίου χώρου αντίστασης και αξιακής συνοχής, μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης παρακμής.  Έτσι, η ποίηση νοείται ως πράξη αντίστασης και διατήρησης ενός ελάχιστου, αλλά κρίσιμου, σημείου αναφοράς απέναντι σε μια νοσηρή πραγματικότητα.

Αντίστοιχα, στο ποίημα «Ράβε ξήλωνε» (σ. 35) «Η ποίηση μαντάρει τους καημούς», η ποιητική λειτουργία παρομοιάζεται με μια πράξη επιδιόρθωσης, η οποία επιχειρεί να επουλώσει τα τραύματα της εμπειρίας. Ωστόσο, με το ρητορικό ερώτημα που ακολουθεί: «Αλλά τι να σου κάνουν οι στίχοι,/όταν η μοναξιά έχει ξηλώσει/τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;», ο ποιητής εισάγει μια κρίσιμη αμφισημία, αναγνωρίζοντας τα όρια της ποιητικής λειτουργίας όταν η μοναξιά έχει ήδη διαβρώσει τα «πιο αγνά» και «πιο τρυφερά» όνειρα. Έτσι, η ποιητική τέχνη ορίζεται ως ένας τρόπος διαχείρισης του πόνου και επιμονής της υποκειμενικής φωνής απέναντι στη διάλυση των ονείρων και των αξιών.

Σε επίπεδο μορφής, η συλλογή χαρακτηρίζεται από λιτότητα και οικονομία. Ο ελεύθερος στίχος, οι κοφτές φράσεις, οι παύσεις και οι διασκελισμοί δημιουργούν έναν λόγο που προσεγγίζει την προφορικότητα και ταυτόχρονα δημιουργούν την αίσθηση μιας προσωπικής κατάθεσης. Η γλώσσα είναι άμεση, συχνά πεζολογική, λειτουργώντας ως καθρέφτης των εσωτερικών διακυμάνσεων του ποιητικού υποκειμένου· έτσι, μορφή και περιεχόμενο συνδέονται οργανικά.

Η συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας συγκροτεί ένα συνεκτικό ποιητικό σύμπαν, στο οποίο η υπαρξιακή αγωνία, η ερωτική ματαίωση και η κοινωνική κριτική συνυφαίνονται οργανικά. Με λιτό, συχνά πεζολογικό λόγο και έντονη προφορικότητα ο Δημήτρης Μπαλτάς αποτυπώνει με νηφαλιότητα τα αδιέξοδα της σύγχρονης εμπειρίας, αναδεικνύοντας την ποίηση όχι μόνο ως μέσο έκφρασης, αλλά και ως χώρο μνήμης, στοχασμού και ήπιας αντίστασης. Ταυτόχρονα, εκφράζει και μεταδίδει στον/στην αναγνώστη/-στρια την επιθυμία και την προσδοκία για απόδραση, μια σιωπηλή αλλά επίμονη διεκδίκηση ελευθερίας απέναντι στις συνθήκες που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη:

«Να ’χα φτερά κι εγώ, να πετούσα ελεύθερα
-να γλίτωνα τυπικότητες και υποχρεώσειςˑ να μην έδινα
Αθετημένες υποσχέσεις και αναμενόμενες απαντήσεις

Να δραπέτευα…» (σ. 36)

Περισσοτερα αρθρα