Το τέταρτο βιβλίο της Ελένης Γούλα (εκδ. Ενύπνιο, 2026) είναι μία νουβέλα, σε αντίθεση με τα προηγούμενα, που ήταν διηγήματα ή και υβριδικά κείμενα που σχετίζονταν με εικόνες ή ημερολογιακές καταγραφές. Κινούνταν πάντα, όπως και αυτό, ανάμεσα στο βίωμα και τη μυθοπλασία, με οδηγό συχνά το συναίσθημα, όπως επίσης συμβαίνει και εδώ.
Ο τίτλος, αυτή τη φορά, λιτός, μισός θα έλεγα, όπως και συνολικά το εξώφυλλο -προφανώς όχι τυχαία. Καλύπτεται μόνο η μισή σελίδα, ενώ η υπόλοιπη μένει άδεια. Εκτός από το ρήμα που περιμένει λογικά ένα συμπλήρωμα για να αποκτήσει νόημα, και η φωτογραφία που το κοσμεί είναι μισή (αλλά και θολή, σκοτεινή) και μοιάζει να περιμένει κι αυτή ένα συμπλήρωμα. Η φωτογραφία που αποτυπώνει μία γυναίκα υποδηλώνει μια συρρικνωμένη ύπαρξη, κι ακόμα θλιμμένη ίσως, πάντως ανολοκλήρωτη, ένα «τραυματισμένο» -τουλάχιστον μεταφορικά- είδωλο.
Το βιβλίο πράγματι αναφέρεται σε ένα οδυνηρό θέμα, την κακοποίηση των γυναικών. Μέσα από την εκτύλιξη μιας κεντρικής ιστορίας και ορισμένων περιφερειακών, αναδύεται η ιστορία της καταπίεσης της γυναίκας, η χρόνια αλαζονεία της κυρίαρχης αρσενικής στάσης, η ασυλία της πατριαρχικής συμπεριφοράς και το επείγον αίτημα της αλλαγής. Κι αν υπάρχουν στο βιβλίο ιστορίες που η συγγραφέας μπορεί να έχει βιώσει ή ακούσει, η νουβέλα συμπυκνώνει με επιτακτικό τρόπο αυτό το αίτημα, διατρανώνει τη φωνή της θηλύτητας και καταγράφει με πάθος το πρόταγμα της ισότητας και της δικαιοσύνης.
Το βιβλίο είναι γραμμένο με πάθος, όπως αυτό της κεντρικής ηρωίδας, της Γεωργίας Χρήστου. Η Γεωργία είναι καθηγήτρια φιλόλογος, συνεπής, μετρημένη, σοβαρή, ισορροπημένη, «κανονική», που κάποια στιγμή, φαινομενικά ξαφνικά (γιατί στην πραγματικότητα τίποτα ποτέ δεν γίνεται ποτέ ξαφνικά, κάτι σιγοβράζει και κοχλάζει, συγκεντρώνεται και ξεχειλίζει και οδηγεί στην έκρηξη) προβαίνει σε ένα απονενοημένο διάβημα, όχι σε αυτό που συνήθως χαρακτηρίζουμε ως τέτοιο, δεν αυτοκτονεί δηλαδή, αλλά με έναν τρόπο αυτοκαταστρέφεται (και με αυτή την έννοια μοιάζει να αυτοκτονεί μεταφορικά), μέσα από τη δημόσια διαπόμπευση ενός άντρα στην οποία προέβη υπό μορφή αυτοδικίας – δεν αναφέρω εδώ τις λεπτομέρειες, αφού και στο βιβλίο αποκαλύπτεται σταδιακά η πράξη της στην ολότητά της, ωστόσο οφείλω να επισημάνω το βασικό, ότι ο άντρας είχε διαπράξει το αδίκημα του βιασμού, αν και όχι προς την καθηγήτρια. Αυτή η κομβική επιλογή τη φέρνει αντιμέτωπη με το περιβάλλον της, τον σύζυγο, τους συναδέλφους, ακόμα και τον πρότερο εαυτό της, μετατρέπει τον οικείο της χώρο σε εχθρικό και επικίνδυνο, την καλεί να πάρει καίριες αποφάσεις και να ανασύρει ό,τι διαθέτει σε ψυχικό απόθεμα.
Την συναντάμε αρχικά στο Αστυνομικό Τμήμα όπου καλείται να καταθέσει, εξ ου και το «ονομάζομαι», και από κει και πέρα η ιστορία εκτυλίσσεται και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, γιατί πρέπει να μάθουμε βέβαια τόσο όσα προηγήθηκαν και την οδήγησαν στην πράξη αυτή, όσο και όσα θα συμβούν στη συνέχεια. Μέσα από αυτές τις διαδρομές γνωρίζουμε και άλλα πρόσωπα, ιδίως του σχολικού περιβάλλοντος – η συγγραφέας ξέροντας καλά τον χώρο του σχολείου τον επιλέγει όχι μόνον ως σκηνικό αλλά και ως πεδίο όπου οι σχέσεις των ανθρώπων και των φύλων/ φίλων δοκιμάζονται, όπου ανθούν ιστορίες, εφηβικές εξομολογήσεις, ενήλικες αντιδράσεις, στάσεις και επιλογές. Είναι ένα πρόσφορο περιβάλλον, λόγω της συνύπαρξης ή συνάντησης πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, εμπειριών και ψυχισμών.
Σε σχέση με την εκτύλιξη του μύθου να πούμε λίγα πράγματα ακόμα. Εφόσον μαθεύτηκε η πράξη της καθηγήτριας και ουσιαστικά βρέθηκε κατηγορούμενη και διωκόμενη, όλοι άρχισαν να την πιέζουν επιτακτικά ακόμα και ασφυκτικά να απομακρυνθεί από το σχολείο, ώστε να μην στοχοποιηθεί αυτό, πράγμα που -παρά τις πιέσεις- η Γεωργία αρνείται να κάνει. Παρακολουθούμε μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια τη συνεδρίαση ενός συλλόγου διδασκόντων με αναλυτικά καταγραμμένες τις τοποθετήσεις διαφόρων συναδέλφων, έναν τρόπον τινά αγώνα λόγων, ώστε να αναδειχθούν με ενάργεια και μεγάλη ευστοχία οι ποικίλες στάσεις και οι χαρακτήρες που περιβάλλουν τη Γεωργία, δειλοί, υποτακτικοί, τολμηροί, μεσοβέζικοι, ελισσόμενοι, φιλόδοξοι κλπ.
Υπογραμμίζω εδώ μιαν αξιοσημείωτη αντιστροφή: το βασικό γεγονός δεν είναι ο βιασμός που έκανε ο άντρας, αλλά η πράξη τιμωρίας που έκανε η γυναίκα, η αυτοδικία, αφού αυτός προχώρησε σε μήνυση εναντίον της, και κατηγορούμενος – διωκόμενος δεν είναι εκείνος αλλά εκείνη, στοιχείο που δείχνει με τον τρόπο του τη δομή της κοινωνίας και την εμπεδωμένη πατριαρχία που διαποτίζει τα πάντα.
Άλλωστε, μια από τις ιστορίες του βιβλίου, μια παρέκβαση, που ουσιαστικά δεν είναι παρέκβαση, αλλά είναι συμπλήρωση, είναι στοιχειοθέτηση, είναι άλλη μια πικρή σταγόνα που προστίθεται στο σύνολο, διαδραματίζεται πάλι σε σχολείο, σε ένα σχολείο παλιότερων χρόνων σε χωριό, όπου ο δάσκαλος με την αχλή της αυθεντίας και το συμβολικό βάρος της θέσης του θεωρεί δικαίωμά του να παρενοχλεί σεξουαλικά τη μικρή μαθήτρια, που δεν τολμά να μιλήσει. Άλλες εποχές. Άλλες εποχές; Κι εδώ το θύμα ντρέπεται αντί για τον θύτη.
Αυτή η ιστορία ακολουθείται από μιαν ακόμα μυθοπλαστική αφήγηση, μια ιστορία τοποθετημένη σε ένα τρένο, όπου μια επιβάτισσα αντιλαμβάνεται πως το κοριτσάκι απέναντί της, που συνοδεύεται από έναν άντρα, μάλλον είναι θύμα αρρωστημένων ορέξεων του ενήλικα.
Η αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα σε τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη, αφού εκτός από τον εξωτερικό αφηγητή, παρακολουθούμε και τις καταγραφές της ηρωίδας υπό μορφή σημειώσεων (γιατί είναι λύτρωση να μιλάς και υπάρχει και ένα είδος ροής συνείδησης σε κάποια σημεία), που ανατρέχουν και στο παρελθόν και σε άλλα αποξεχασμένα περιστατικά, αλλά και την αφήγηση της Φωτεινής, φίλης και συναδέλφου της Γεωργίας, που της συμπαραστέκεται. Μάλιστα μέσω της δικής της αφήγησης παρεισφρέει ακόμα ένα ανατριχιαστικό περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης. Κι ακόμα μια καταγγελία στο σχολείο διαρκούσης της ιστορίας της Γεωργίας, μια καταγγελία μαθήτριας για ενδοοικογενειακή, σεξουαλική βία. Το φριχτότερο πρόσωπο αυτής της βίας.
Η συγγραφέας στέκεται με συμπάθεια απέναντι στην ηρωίδα της, προσπαθεί με κάθε τρόπο όχι απλώς να εξηγήσει αλλά και να δικαιολογήσει την πράξη της, στηριγμένη στη συσσωρευμένη αγανάκτηση που κουβαλά το φύλο της. Προτείνει ένα πρότυπο γυναίκας που δεν λυγίζει μπροστά στις πιέσεις, που ακόμα κι όταν μένει μόνη έχει αποθέματα για να αντλήσει κουράγιο, που αγωνίζεται με πάθος και συμπαραστέκεται στους αδύναμους, που έχει βαθιά και ζηλευτή αίσθηση αξιοπρέπειας.
Το βιβλίο δυναμώνει τη φωνή των γυναικών αντιμετωπίζοντας ένα σωρό επιχειρήματα που ακούγονται εναντίον των θυμάτων, αποδομεί τα στερεότυπα που θέλουν το θύμα να φταίει, όπως «τα ήθελε», «κουνιόταν», «ντυνόταν προκλητικά» κλπ. Δεν είναι τυχαίο που η συγγραφέας έχει προβεί σε αρκετά εκτεταμένη έρευνα και παραθέτει αρκετές πηγές για ποικίλα σχετικά θέματα, νομοθεσίες, γυναικοκτονίες, ενδοοικογενειακή βία, βιβλία, ταινίες, ιστοσελίδες, αποσπάσματα ακόμα και στα αγγλικά, όπως δηλαδή τα βρήκε στο διαδίκτυο, και πολλά ακόμη. Και μ’ αυτή την έννοια, νιώθει κανείς ότι το βιβλίο συνεχίζεται ή μπορεί να προεκτείνεται δυστυχώς στην πραγματική ζωή, στα επόμενα περιστατικά ή να απλώνεται στον χρόνο, σε ό,τι έχει συμβεί είτε έχει καταγραφεί είτε όχι, λειτουργεί δηλαδή συνεκδοχικά. Επίσης, η αφήγηση παρουσιάζει πολύ εύστοχα και φωτίζει τον μικρόκοσμο και τον ευρύτερο κόσμο, την οικογένεια και το επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον, τον όποιο περίγυρο και τον ιδιαίτερο ρόλο που αποκτά σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με το σεξουαλικό έγκλημα, που είναι πιο υποφωτισμένο σε σχέση με τα άλλα, αφού – όπως σωστά έχει ειπωθεί- δεν έχει μάρτυρες.
«Η σάρκα η τραυματισμένη, δεν αντέχει κανονικό χάδι. Και όχι δεν ξέρετε, δεν μπορείτε να καταλάβετε, να συχωρήσετε αυτή την αδυναμία του πόνου. Κι αν αρχίσει κάποιος να λέει, χίλιες δυο αιτίες, τόσες στρεβλώσεις, τόσα συμπλέγματα οδηγούν στη βουλιμία που έφερα για παράδειγμα, ή σε ουσίες εθιστικές που ναρκώνουν τον εγκέφαλο να μην πονάει, δεν έχει ιδέα, δεν μπορεί να ξέρει και να υπολογίσει τη βία της διείσδυσης και μετά τις ενοχές και την ανημπόρια. Τόση ανημπόρια. Και πώς μετά να αφεθείς στο χάδι, πώς να δεχτείς το φιλί και τον οργασμό, πώς να τον αφήσεις να σε διαλύσει και καβάλα στο μαΐστρο να ταξιδέψεις στη ζωή».
Κι έτσι καταλαβαίνουμε -τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου- ότι το «ονομάζομαι» του τίτλου μένει λειψό γιατί στη θέση της Γεωργίας Χρήστου θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε γυναίκα, όπως και στη θέση της θολής φωτογραφίας η καθεμιά, αφού όλες λίγο πολύ οι γυναίκες έχουν κάποια στιγμή στη ζωή τους δεχτεί σεξιστικά σχόλια ή υποτίμηση λόγω του φύλου τους, παρενόχληση ή διάκριση, ακόμα και βία κάποιου είδους. Την ίδια ώρα το «ονομάζομαι» λειτουργεί και ως δήλωση υπόστασης. Το βιβλίο συνολικά είναι η συμπύκνωση της γυναικείας εμπειρίας, είναι η φωνή, η κραυγή της γυναίκας που έχει υποστεί την ορατή ή αόρατη έμφυλη βία, που θέλει, ζητά, αγωνιά να αλλάξει τον κόσμο, να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη, να βρει τη δύναμη της διεκδίκησης, της άρνησης των στερεοτύπων και της επανόρθωσης των αξιών.
Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στη γραφή της Ελένης Γούλα. Η γλώσσα της είναι πάντα απλή και καθημερινή, το ύφος της οικείο. Χωρίς να τονίζεται αφήνεται να διαφύγει ένα συναίσθημα, ένας πόνος, μια συγκίνηση. Ο προφανής ρεαλισμός εμποτίζεται από στοιχεία ποιητικά, υπαινικτικά, εμβόλιμες αφηγήσεις με ασάφεια στη σύνδεση, αλλά σαφήνεια στο μήνυμα. Και κάτι ακόμα: η σχέση της με τη φύση είναι καθοριστική. Τα βιώματα του χωριού, της αγροτικής ζωής ζουν μέσα της ανεξίτηλα και λειτουργούν εξακολουθητικά. Στο συγκεκριμένο βιβλίο το ίδιο το θέμα δεν αφήνει χώρο για τη φύση. Και όμως. Υπάρχουν στιγμές που το αγαπημένο θέμα εισχωρεί και τότε η αφήγηση παίρνει μια άλλη μορφή, ποτίζεται από έναν λυρισμό, παρότι κατά τα άλλα δεν είναι λίγες οι στιγμές που η γλώσσα γίνεται ωμή, ακόμα και πρόστυχη θα μπορούσε να πει κάποιος αν δεν ήταν απολύτως φυσική, πειστική, ρεαλιστική. Γι’ αυτή την ανατροπή αντιγράφω μια «κόντρα» παράγραφο, που βέβαια χρησιμεύει για να υπογραμμίσει τη δύναμη των αδυνάτων: «Παινεύεται ο άνθρωπος ότι μπορεί να τη νικήσει τη Φύση, να τη δαμάσει, να την κυβερνήσει. Σκάβει τα σωθικά της γης, σχίζει τους αιθέρες, πατάει με τα πόδια του το φεγγάρι. Ε, και; Να η ταπεινή μαργαρίτα που σπάει το ντουβάρι, να το δέντρο που φυτρώνει μόνο του από την κουτσουλιά του πουλιού και ψηλώνει, ψηλώνει, θεριεύει και μπορεί να δροσίζει ένα ολόκληρο χωριό κάτω από τον ίσκιο του, να γκρεμίσει ένα σπίτι με τις ρίζες του, να κρύψει φίδια, κουνάβια, πουλιά, μέλισσες, και ένα σωρό άλλα ζωντανά πλάσματα της φύσης».
Έτσι και η γυναίκα σαν την ταπεινή μαργαρίτα, σαν το δέντρο, μπορεί και πρέπει να υψωθεί, μπορεί και πρέπει να ανθίσει, μπορεί και πρέπει να νικήσει.

