
Μετά την αριστουργηματική συλλογή του Δημήτρη Πέτρου Εικοστός κόσμος (εκδόσεις Πόλις 2022), που πραγματευόταν αριστοτεχνικά το ζήτημα του πολέμου, μια άλλη δυνατή και καθαρή φωνή, αυτή της Αγγελικής Πεχλιβάνη, έρχεται να μιλήσει για το ίδιο θέμα. Και το κάνει με περισσό σθένος και τέχνη στη συλλογή της Σκοτεινά φλας «ενός» πολέμου (εκδόσεις ΑΩ, 2025).
Εστιάζοντας σε στιγμιότυπα, μικρές σκηνές από τη ζωή ανθρώπων που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε κάποιον πόλεμο, φέρνει τον ανθρώπινο παράγοντα στο προσκήνιο και εξετάζει όλες τις παραμέτρους της δυστυχίας που προκύπτουν από την πολεμική συνθήκη. Δεκαεννέα όλα όλα τα (πεζο)ποιήματα, με λατινική αρίθμηση γραμμένοι οι αριθμοί καθενός στη θέση του τίτλου, οι εικόνες όμως που αντανακλούν πολύ περισσότερες, πολύ βαθύτερες και πολύ πιο σύνθετες, δημιουργούν καθεμία ένα υποβλητικό και προσεκτικά σκηνοθετημένo, θεατρικό, θαρρεί κανείς, σκηνικό.
Στο πρώτο ποίημα, η Αλίνα και ο Αντρέι, ένα νεαρό ζευγάρι που ζει απέναντι από ένα πάρκο κι ένα μουσικό σχολείο, δυο νέοι άνθρωποι που «πριν από λίγες μέρες, […] χόρευαν βαλσάκι υπό τους ήχους ενός βιολιού και φιλιόντουσαν στο στόμα» βρίσκεται στη δίνη του πολέμου και αναγκάζεται να οχυρώσει τα παράθυρα του σπιτιού του με βιβλία: «Τώρα ο Τσέχοφ, η Αχμάτοβα, ο Γκόγκολ και ο Πούσκιν, ο Παστερνάκ, η Σεντακόβα και η αγαπημένη τους Παύλοβα αμύνονται περί πάτρης. Περί πάτρης». Η κυριολεξία απλά σκοτώνει, αλλά και μεταφορικά να το δει κάποιος (ότι η ανάγνωση είναι ικανή να παράσχει τα εφόδια για να αντεπεξέλθει κάποιος σε μια φριχτή συγκυρία όπως εκείνη του πολέμου), η εικόνα συγκλονίζει. Μα η Αλίνα φωνάζει στον Αντρέι να σταματήσει, «να αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά, θέλει αέρα δροσερό, θέλει να βλέπει το τέλος να έρχεται σαν φως, σαν φλας να τη φωτογραφίσει»…
Στο τρίτο ποίημα, μια γυναίκα σφίγγει το χέρι του 5χρονου γιου και της 60χρονης μάνας της. Περπατούν, γιατί το χωριό τους πλημμύρισε αφού οι κάτοικοί του γκρέμισαν το παρακείμενο φράγμα «για να εμποδίσουν την προέλαση των εχθρικών αρμάτων μάχης». Η εικόνα της είναι εκείνη του ρημαγμένου ανθρώπου που ξεριζώνεται για να αποφύγει μια καταστροφή και συγχρόνως να προστατέψει τα αδύναμα μέλη της οικογένειάς του: «Τα μάτια της είναι κόκκινα από την αγρύπνια, προσπαθούν να προσηλωθούν στον μαύρο απ’ τη φωτιά ορίζοντα, αλλά δεν υπάρχουν στηρίγματα για να κρατηθούν, χύνονται κάτω ματωμένοι βολβοί, σαν τις αμαρυλλίδες που άνθιζαν στον κήπο τους μέχρι χθες».
Το τέταρτο πεζοποίημα ξεκινά με μια λυρική περιγραφή του περιβάλλοντος όπου ανθίζουν το ροδόδενδρο, η λευκή ελάτη, το μαύρο πουρνάρι. Η ομορφιά τους έρχεται σε ωμή αντίθεση με την οσμή από σάπιο κρέας γουρουνιού και μέταλλο καυτό που αναδίδει η ατμόσφαιρα. «Γιατί τα λείψανα δεν τα φυτέψανε στους κήπους τους, μήπως κι ανθίσουνε του χρόνου, τα έθαψαν στους δρόμους μες στην πίσσα». Κι αυτό κάνει κείνο τον Απρίλη τον πιο σκληρό, «γιατί ή γλυκύτατη αύρα» ξεγελά: «διαπερνά ακόμα και το αίφνης./ Σαν σφαίρα εννέα χιλιοστών».
Οι αντιθέσεις είναι βασικό δομικό στοιχείο που λειτουργεί εξαιρετικά στη συλλογή. Πριν και μετά, τότε και τώρα, νωρίτερα και αργότερα, ζωή και θάνατος, χαρά και οδύνη, παρελθόν και παρόν. Η ανθρώπινη εμπειρία ανάμεσα σε αυτά τα δίπολα αλλάζει τόσο αιφνίδια και άρδην, που ο άνθρωπος σχίζεται, γίνεται κουρέλια και ξέφτια. Δεν υπάρχει ένας πόλεμος, αλλά πολλοί, είναι όμως όλοι ίδιοι: «Μόνο κόκκοι ήλιου και σφαίρες διαπερνούσαν τον γαλακτώδη και πηχτό φόβο της χώρας. Οι νεκροί θάβονταν τις νύχτες –ξέρετε, οι νεκροί προκαλούν όταν αδιαφορούν για το διαλεκτικό προτσές– και οι ζωντανοί τις μέρες, σε άνυδρα και σκοτεινά λαγούμια» (από το «ΙΧ»).
Το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι ενιαίο. Κάποτε μιλούν οι άνθρωποι που βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε ποιήματος-στιγμιοτύπου, κάποτε υπάρχει αφηγητής που περιγράφει με τρόπο συγκλονιστικό που ανατριχιάζει. Αλλού μιλούν τα κτήρια, αλλού οι πεθαμένοι. Όποιος όμως και να μιλά, καταφέρνει το ίδιο πράγμα: να υπογραμμίσει την παράλογη φρίκη, να φωτίσει τη μετατροπή του ανθρώπου σε κτήνος, να φοβερίσει με το τι είναι έτοιμος και μπορεί να κάνει σε άλλον άνθρωπο. Να δείξει τον θάνατο, τον φόβο, την πείνα: «Τις ημέρες αυτές, ο θάνατος είναι απλώς μια διάσταση, όπως ο χώρος και ο χρόνος˙ ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου και δεν ξανασηκώνεσαι ποτέ. Παρακολουθείς τα ίχνη του αρχαίου φόβου, χωρίς να φοβάσαι. Μόνο πεινάς (η πείνα υπερισχύει του φόβου)» (από το «ΧΙΙΙ»).
Στον πόλεμο, οι ταυτότητες ακυρώνονται – ή μάλλον σαρώνονται από την απάνθρωπη συνθήκη. Ωστόσο, ένας τοπικός ήρωας, που τον τραγούδησαν οι Iron Maiden, που «χειροκροτήθηκε σε στάδια και πλατείες με σηκωμένα χέρι, κεράκια αναμμένα», ο Μάικλ Φίλιπς από το Πλύμουθ, που διάβαζε Σέλλεϋ, Μπάυρον και Αδερφές Μπροντέ και ήθελε να είναι η Έμιλυ, εξακολουθεί να το θέλει στους αιώνες: «Έτσι να με θυμάστε» («ΧΙV»).
Για πολλά χρόνια, ο πόλεμος είχε γίνει για όλους μας θλιβερή ανάμνηση. Πλέον αποτελεί και πάλι φρικώδη πραγματικότητα, έρχεται όλο και κοντύτερα, μας περιτριγυρίζει. Οι μνήμες ζωντανεύουν, μας φοβίζουν, μας καταπίνουν:
«…Υπάρχουν δέντρα που λάμπουν στο σκοτάδι˙ δεντράκια φωσφορίζοντα σαν μάτια γάτας, που διασχίζοντας βαθιές κοιλάδες, ψηλές οροσειρές και νοτισμένα δάση, εισβάλλουν στο σαλόνι μας, κι εν ώρα περισυλλογής,
-βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής-
μάς καίνε με το φως τους.»
(«ΧVIII»).
Πρόκειται για μια απευκταία συγκυρία και συγχρόνως για μια απτή πραγματικότητα που παρακολουθούμε από τις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή μας. Και που δεν έχει αλλάξει από καταβολής κόσμου. Και επανέρχεται, ολοένα επανέρχεται. Μόνη ασπίδα μας, να διδαχθούμε επιτέλους από το παρελθόν.
Την (άκοπη! – έχει κι αυτό τη σημασία του, καθώς παραπέμπει σε παλαιότερες πρακτικές) έκδοση κοσμούν ασπρόμαυρες φωτογραφίες ερειπίων, ημιγκρεμισμένων και λυπημένων κτισμάτων της Ιωάννας Φραγκοστεφανάκη που υπογραμμίζουν αγαστά το ποιητικό αποτέλεσμα.


