Σκέψεις για το ποιητικό βιβλίο “Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά” της Ευαγγελίας Τάτση (ISBN: 978-618-231-104-2)
Σοφία Ελευθερίου

Μετά από τριάντα πέντε χρόνια γνωριμίας, φιλίας και αλληλεπίδρασης με την Ευαγγελία (Βαγγελιώ) Τάτση, το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι αποτελούν τελικά όλα αυτά τα χρόνια (και ακόμη πιο πίσω). Είναι άραγε χρόνος χαμένος;
Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του βιβλίου Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά (Εκδόσεις Βακχικόν, 2024). Ένας στοχασμός, η αναζήτηση νοήματος, κι ένα άνοιγμα στο χωροχρόνο. Ένα άνοιγμα που μπορεί να έχει τη μορφή του ανέμου που θα μας ταξιδέψει στο πριν και στο τώρα: (σελ.11):

[Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
(Ορμάς αόρατος )
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου
που διαστέλλεται]

Σε λιγότερο από είκοσι στίχους έχουμε γίνει παιδιά που τρέχουν πίσω από μια σαπουνόφουσκα. Αυτός είναι ο χρόνος στην ποίηση. Το πώς δηλαδή καταγράφονται τα πράγματα μέσα μας. Κι αυτό είναι το στοίχημα στο εν λόγω βιβλίο.
Όπως άλλωστε στα Εκατό χρόνια μοναξιάς του Μάρκες περιγράφεται (μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας – των Μπουενδία) η ιστορία μιας χώρας, μιας ηπείρου και ολόκληρου του κόσμου, δηλαδή εκατό ολόκληρα χρόνια χωρούν μέσα σε μόλις τριακόσιες πενήντα σελίδες.

Ενώ από την άλλη μεριά, στον Οδυσσέα του Τζ. Τζόυς, μία μόνο μέρα (16 Ιουνίου 1904) απλώνεται σε 900 σελίδες.

Ο χρόνος στη λογοτεχνία δεν είναι οι μέρες οι μήνες και τα χρόνια, αλλά πως θα ξαναζήσουμε τα πράγματα. Πως θα τα επικαιροποιήσουμε ώστε να βιωθούν εκ νέου.

Ο έρωτας βρίσκεται μέσα στο Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά σαν φαντασίωση ερωτικών στιγμών-που θα μπορούσε να είναι και δική μας φαντασίωση-και όχι σαν δικά της (της Τάτση) βιώματα. Ο έρωτας όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο είναι ένα μεγάλο γεγονός- κάτι που θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε.

Στο ποίημα “εκ του μηδενός” (σελ 49) (Το καλύτερο  κατ’ εμέ ποίημα της συλλογής):

[Και τότε ήταν η αρχή που ήταν πάντα αρχή
κι έγινε πρωί κι έγινε βράδυ
τότε ο ώμος μου έγινε βότσαλο
και ξεχώρισε από το νερό
κι έγινες το νερό να με περιέχεις
και το νερό των ψαριών και των δέντρων μου
να σε ζω.
Έγινε κόκκινο αίμα το αίμα σου
και το χώμα έγινα και το χιόνι]

ή αλλού: (σελ. 35) με στοιχεία μυστηριακής λατρείας, με μια θρησκευτικότητα που ταιριάζει στον έρωτα:

[Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος]

ή πάλι στη σελίδα 19 με μία εσωτερική ελευθερία,

[Λίγο πριν το τέλος αυτής της παράστασης, λέω σ’ αγαπώ
ενώ θα ήθελα να σ’ αγαπώ
με τον τρόπο που σε σκέφτομαι.]

Και συνεχίζει
[Τότε γίνομαι η μηχανή
που κουβαλάει τα από μηχανής άλογα.]

Έρχεται στο νου μας ο από μηχανής θεός της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, που είναι συνήθως ένας Ολύμπιος Θεός, ή ένας ήρωας, που εμφανιζόταν απρόσμενα-πάνω σε ένα ειδικό μηχάνημα (τις περισσότερες φορές ένας ξύλινος γερανός)-από το επάνω μέρος της σκηνής ή καμιά φορά από την καταπακτή-για να δώσει λύση σε μία δύσκολη κατάσταση.

Εδώ, (στο ποίημα) έρχονται τα από μηχανής άλογα, σαν τη μούσα που επεμβαίνει από το πουθενά και αφήνει το Λόγο να εισχωρήσει μέσα στην Ε. Τάτση..

Και ασφαλώς, [τότε γράφονται τα ποιήματα] (σελ. 19) μας ομολογεί η ίδια.

Άλλοτε πάλι έρχεται ο έρωτας με τη μορφή της μάχης (σελίδα 47):

[οι άνθρωποι μυρίζουν τον πόλεμο σαν τα κυνηγόσκυλα
κι ανοίγουν τότε όλες τις πόρτες τους στον ορμητικό έρωτα
με τα μάτια κλειστά
του φανερώνονται ατρόμητοι και τυφλοί]

Η μνήμη μέσα στο βιβλίο δεν είναι μια παθητική ανάμνηση αλλά μια ενεργητική πράξη. Έχει άλλες φορές χαρακτήρα ερωτικό και άλλες ταξικό (σελ. 13):

[Άλλο οικοδόμος, άλλο εργολάβος.
Απ’ όσους το κατάλαβαν
οι μισοί έγιναν κατασκευαστές
Κάπως έτσι χώρισαν όλα
τα σπίτια, οι γειτονιές, η πατρίδα ξανά.

Και αλλού (σελ. 27):

[Παρασκευούλα λένε
μετά τη δουλειά οι ντελιβεράδες
μετά τη δουλειά κι οι καθαριστές
οι μεταφορείς, τα logistics κι οι άνεργοι]

Και συνεχίζει:

[στο μπαρ της γειτονιάς
με μάτια κόκκινα η εργατική τάξη
πίνεται και λιώνει κι απαρνιέται
την πολιτεία μας, την πολιτεία.]

Και μέσα σε όλα αυτά ο Στράτος Διονυσίου (σελ. 14) τραγουδάει σε μία λαϊκή γειτονιά.

Στην ποίηση της Τάτση, ενώ ο έξω χρόνος κινείται με ρυθμούς ρολογιού, ο μέσα της χρόνος έχει διαφορετική κίνηση. Αυτός ο εσωτερικός χρόνος μπορεί να κρατήσει τα μεγάλα γεγονότα. Τα αληθινά (σελ. 17):

[Το ποίημα πρέπει να λέει
μόνο την αλήθεια,
ενώ για μένα,
εγώ, ένα καινούργιο ψέμα να σκαρώνω]

Οι λέξεις είναι ζωντανές μορφές (σελ. 16):

[που κουνούν συνεχώς μπρος πίσω το λαιμό τους
ψάχνοντας σπόρους έξω και μακριά από μένα]
Παρακάτω:
[Κι αν τις πεις ανθρώπους
έχουν τα γρήγορα πόδια των παράνομων μικροπωλητών
ο τρόπος τους να σκίζουν τον αέρα τη στιγμή της εκκίνησης
όταν ο αέρας σφυρίζει κίνδυνο.]

Μέσα από τα ποδοβολητά και τα σφυρίγματα τους συνεχίζει η Ε. Τάτση, [ο ήλιος δύει σα να είμαι απολύτως μόνη μου] (σελ 18).

Ο χρόνος στο βιβλίο της Τάτση είναι ενιαίος, δεν χωρίζεται σε παρόν παρελθόν και μέλλον.

Σ’ αυτόν τον ενιαίο χρόνο τη βλέπουμε να φεύγει μες στη νύχτα για να κάνει είκοσι τέσσερα χιλιόμετρα και να δει τους πατατοπαραγωγούς που απεργούν στην κάτω Αχαγιά τριάντα πέντε χρόνια πριν: (σελ. 22)
[Μόνο είκοσι τέσσερα χιλιόμετρα
δεν είναι μακριά να πας
]

Η αλλού (σελίδα 23)
[Χθες, ταξίδεψα με το τρένο.

(…)
Μιλούσα διαρκώς με κάποιον άγνωστο ταξιδιώτη
για όλα τα σπίτια που έζησα, χωρίς να πω λέξη.]

Ένα τέτοιο ταξίδι με το τρένο δεν μπορεί παρά να θυμίζει το συγκλονιστικό ποίημα “Limited” του Καρλ Σάντμπεργκ:

[“I am riding on a limited express, one of the crack trains
of the nation.
Hurtling across the prairie into blue haze and dark air
go fifteen all-steel coaches holding a thousand people.
(All the coaches shall be scrap and rust and all the men
and women laughing in the diners and sleepers shall
pass to ashes.)
I ask a man in the smoker where he is going and he
answers: “Omaha.”]

Ο αφηγητής εδώ, αναφέρεται σε ένα τρένο που διασχίζει ολοταχώς τις αχανείς εκτάσεις των Μεγάλων Πεδιάδων στις Ηνωμένες πολιτείες. Οι άνθρωποι μιλάνε δυνατά και γελάνε μέσα στα βαγόνια. Ρωτά ένα συνταξιδιώτη του “που πηγαίνει το τρένο” κι εκείνος απαντά “Στην Ομάχα”. Όλοι μας βέβαια ξέρουμε πως το τρένο δεν πηγαίνει στην Ομάχα. (Όλοι ξέρουμε που πάει το τρένο στο οποίο είμαστε επιβάτες.)

Η Ε. Τάτση μιλά με τον ίδιο συνταξιδιώτη (σελ. 23) και μας δίνει με μια γρήγορη και ελλειπτική ματιά όλη την προοπτική του ταξιδιού σε πέντε μόλις στίχους:

(…)

[Μιλούσα κι όπως μιλούσα άλλαζα γλώσσες και ηλικίες
και ενδεχόμενους εαυτούς.
Στα μάτια του είδα τα φινιστρίνια κάποιου πλοίου σ’ ένα ταξίδι υπερατλαντικό.
Πάνω στα μάτια του έσπαγαν τα κύματα.]

Κι έτσι περνάει ο χρόνος, ένας χρόνος  που συγκεφαλαιώνει τις ήττες και τις νίκες μας:

(Σελίδα 25)
[Σήμερα ήταν μια ήσυχη μέρα.
Γύρισα από τη δουλειά σαν να γύρισα από δυο πολέμους∙
έναν που κέρδισα κι άλλον έναν που έχασα]

Για την Ε. Τάτση ο χρόνος είναι σίγουρα πράσινος, σε σημείο να την αφομοιώνει εξ ολοκλήρου (σελ. 29):

[Σιγά σιγά πρασινίζουν οι άκρες των δακτύλων μου
αργά πρασινίζω κι εκτείνομαι
απ’ αυτό που υπάρχει
σε κείνο που δεν υπάρχει.]
(Ένας σαφής υπαινιγμός για την εξέλιξη όλων μας σε πράσινο-σε δέντρα και λουλούδια.)
Μέσα μας κουβαλάμε πολλούς ανθρώπους, έτσι και μέσα σ’ ένα βιβλίο απλώνονται πολλά θρυμματισμένα κομμάτια του εαυτού μας.

Μαζί με τη λαϊκή φωνή του Στράτου Διονυσίου, έρχεται ο Ρεμπώ ο μεγάλος συμβολιστής ποιητής από τη Γαλλία, που είναι γεννημένος την ίδια μέρα με την Ε. Τάτση-αν και έναν ολόκληρο αιώνα πριν- τον οποίο τον είχε πυροβολήσει ο εραστής του ο ποιητής Βερλαίν-και να πως η Τάτση κάνει τη ζωή του δικό της βίωμα στους δύο τελευταίους στίχους: (σελ. 33)

[Λέξη-λέξη τον χτίζω τον εραστή
που θα με πυροβολήσει]

Ο χρόνος μέσα στο βιβλίο-περιφέρεται και στο σήμερα, γίνεται η μοναξιά των συγγενών των νεκρών παιδιών από τα Τέμπη-ευτυχώς-“ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους” μας λέει ο Ρίτσος, γίνεται η μοναξιά των νεκρών της Ραμάλα και της Δυτικής Όχθης, η μοναξιά του γαλαξία με το γκρίζο χρώμα, γίνεται λυπημένο πουλί που πετάει έξω απ’ το παράθυρο του νοσοκομείου Μεταξά. Γίνεται έμβρυο δώδεκα εβδομάδων. Προσδοκία και αυτοσαρκασμός.

Τα γεγονότα εδώ δεν είναι ενθύμηση ή αναπόληση, αλλά εμφανίζονται ως ζωντανά πράγματα. Ο χρόνος γίνεται σκοπός για να σωθεί η εσωτερική μας ζωή από την εκμηχάνισή της.
Το βίωμα του χρόνου μέσα στο βιβλίο, γίνεται βίωμα αφθαρσίας, όχι φθοράς.

Στο βιβλίο υπάρχουν ποιήματα σε χρόνο Παρατατικό και Αόριστο που εντάσσονται πολύ καίρια στην ενότητα με τίτλο: “ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ”. Έτσι, στα κείμενα του μέλλοντος, μπαίνει κι εκεί παρόν και παρελθόν, για να φανεί το νόημα των πραγμάτων. Γιατί αυτό το παρελθόν αποτελεί μία διαρκή επικύρωση της εσωτερικής μας ζωής:

Το παρελθόν στην ενότητα “ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

(σελ. 55):

[Περπατούσα στο Λαζαρέτο όταν μέσα από ένα χάλασμα βγήκε ένας φίλος που έχω να δω τριάντα χρόνια,(…)
(…)Κρατούσε στα χέρια του ένα προσκλητήριο γάμου τόσο όμορφο που να θέλεις να πας. Έμοιαζε προσκλητήριο μιας μεγάλης αγάπης.
Έγραφε, ο χρόνος και το είδωλό του σε καλούν σε συνύπαρξη.]

(σελ. 56):

[Έραβε με μία ραπτομηχανή Singer στη μέση του σαλονιού.]

(σελ. 57):

[Ήμουν εντός του ονείρου μια πόλη αλλόκοσμη]

Το παρόν στην ενότητα “ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ”
(σελ 64):

[Εγκαταλείπονται άνθρωποι
να πεθάνουν μέσα μου]

Το παρόν μέσα από το δεκαεξάχρονο κορίτσι που υπήρξα: (Σελ. 66)

[Δεν ξέρει ποια είναι
ξέρω όμως πως είναι εγώ]

Παρακάτω: (Σελ. 67)

[Είμαι το κορίτσι
που εκείνη θυμάται
τα μάτια του να κλείνει]

Σ’ αυτό λοιπόν το χρόνο που δεν τελειώνει ποτέ θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά- θα είμαστε  όλοι παρόντες. Γιατί αυτός είν’ ένας χρόνος που περνά αλλά δεν χάνεται. Είν’ ένας χρόνος κερδισμένος.

 

 

 

* Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Πάτρα. Η Σοφία Ελευθερίου είναι συγγραφέας των: Το μάτι της βελόνας και άλλες ιστορίες (συλλογή διηγημάτων – εκδόσεις Ενύπνιο, 2023) και “Ήλιος και γιασεμί” (νουβέλα-μέρος συλλογικού τόμου, εκδόσεις 24 Γράμματα, 2024).

 

Περισσοτερα αρθρα