«Καταβυθιζόμαστε στα πονήματα του Κώστα Ουράνη ως αυτοδύτες, αναζητώντας της έμπνευσης γλωσσικά κοράλλια και διαμάντια πολυσυλλεκτικά, συνδημιουργικά. Η παραπάνω διαδραστικότητα στον 21ο αιώνα σπάει τα τείχη της ατομικής έμπνευσης, εξασφαλίζοντάς μας μια εκφραστική συλλογικότητα, που επαναφέρει τη σύγχρονη Λογοτεχνία στον κοινωφελή της ρόλο» συνοψίζει εν κατακλείδι ο Κώστας Μπούρας στο πόνημά του «ΦΥΓΗ-ΤΑΞΙΔΙ-ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον Θ΄ αφιερωματικό τόμο των «Μεσσηνιακών Δημιουργιών» προς τον ποιητή -και όχι μόνο- Κώστα Ουράνη. Και πράγματι, σαράντα τρεις δημιουργοί, μέλη της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων, σπάζοντας το ατομικό τους κέλυφος και με το ιδιότυπο αναζητώντας ο καθένας τους, «γλωσσικό κοράλλι», αποκρυστάλλωσαν την έμπνευσή τους διαδραστικά με το συγγραφικό έργο του Ουράνη και οπωσδήποτε διηθημένη μέσα από άμεσα και έμμεσα βιώματά τους, σε εξήντα πρωτότυπα, αδημοσίευτα κείμενα (ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, μελέτες). Καρπός αυτής της συνδημιουργίας είναι ένα εκδοτικά προσεγμένο βιβλίο (εκδόσεις 24γράμματα, 2025), του οποίου η εικονογραφική, ωσεί καρτ ποστάλ, αποτύπωση στο εξώφυλλο καλεί τον αναγνώστη/-στρια μέσα από τα «νοσταλγικά ταξίδια του νου και της ζωής», όπως προϊδεάζει και ο υπότιτλος, να αναπολήσει τα δικά του. Κυρίως όμως, προσφέρει τη δυνατότητα, αφ’ ενός μεν, με τέτοιου είδους δύσκολες και δημιουργικές προσπάθειες, να επαναφέρουμε στη μνήμη και να ξαναμελετήσουμε, κάτω από τις συνθήκες και τα δεδομένα του δικού μας παρόντος, έναν λογοτέχνη, του οποίου ο ψυχισμός εκφράστηκε και απoτυπώθηκε με τις αισθητικές αναζητήσεις της εποχής του. Αφ’ ετέρου, δίνεται η δυνατότητα να δοκιμαστεί η γραφή του νέου συγγραφέα μέσα στο πεδίο της συγχρονίας του, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα αιτούμενα και το κλίμα του καιρού της, εφόσον κατά τη διερεύνηση θεματικής και ύφους του υπό μελέτη προτεινόμενου λογοτέχνη, μπαίνει στη διαδικασία των δικών του συσχετισμών με το έργο αυτού, δικαιώνοντας τον πολλαπλά κοινωφελή ρόλο της Λογοτεχνίας. Αλλά, ιδιαίτερα, δίνεται η δυνατότητα να αναζητήσει το προσωπικό εκφραστικό του πολυδύναμο, με το οποίο θα θέσει σε εγρήγορση τους συγκινησιακούς και νοητικούς αναγνωστικούς μηχανισμούς απέναντι στην οπτική της καινούριας εν τέχνη δημιουργίας του. Όλα τα παραπάνω καθιστούν αξιέπαινο το εν λόγω εγχείρημα της Ένωσης των Μεσσηνίων Συγγραφέων.
Στο θεματικό άξονα φυγή-ταξίδι-νοσταλγία προτάθηκε από το Δ.Σ. της Ένωσης να ενσκήψουν και να αντλήσουν την έμπνευσή τους οι μεσσήνιοι συγγραφείς. Σ΄αυτό το βασικό μοτίβο που διαπερνά το έργο του Κ. Ουράνη και που αποτελεί λύτρωση από μια πραγματικότητα πνιγηρή και βαρετή. Η νοσταλγία, ωθεί τον ποιητή στη φυγή – ταξίδι στο βιωμένο, ανακαλώντας την ανάμνησή του. Φυγή-ταξίδι-νοσταλγία ενώνονται σαν κρίκοι αλυσίδας και την ίδια στιγμή ενυπάρχουν το ένα στο άλλο σε μια σχέση δυναμικής αλληλεπίδρασης. Αυτά κινητοποιούν τον ψυχισμό του συγγραφι-κού υποκειμένου και με εισιτήριο επιστροφής στην περιοχή της τέχνης του, με «των ενθυμημάτων τ(ο)ν στοχασμό(ς)» στο «βαρύ του φθινοπώρου νοτισμό», -κατά το ποίημα «Στον Κώστα Ουράνη» του Γιώργου Μπεκιάρη-, μετουσιώνονται σε ζωντανή πραγματικότητα, την οποία θρέφει το ανολοκλήρωτο και την ριγούν οι τόνοι της θλίψης και της μελαγχολίας . Ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το ποίημα «ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ» της ομώνυμης συλλογής: «Μοιάζω τους γέρους ναυτικούς με τις ρυτιδωμένες/ και τις σφιγγώδεις τις μορφές, που είδα στην Ολλανδία, / παράμερα στων λιμανιών τους φάρους καθισμένους,/ να βλέπουνε, αμίλητοι, να φεύγουνε τα πλοία […]/ με τη μεγάλη πίπα τους σβησμένη πια στο στόμα,/ προς τα καράβια πού έφυγαν εκοίταζαν-ακόμα…
Κατ’ ανάλογο και όχι όμοιο τρόπο, και σε διηγήματα αυτού του τόμου, η ανάμνηση κεντρίζει τη μνήμη και την ανακαλεί βιωμένη, προσωπική ή συλλογική εμπειρία, αλλά σε ταξίδια στους τόπους εκείνους, όπου η αναζήτηση δεν αποσκοπεί σε νέες συγκινήσεις και σε ανεύρεση διεξόδου από ανία και πλήξη. Παρά στην πραγμάτωση και ολοκλήρωση προσδοκιών της ζωής, οι οποίες αδυνατούν να ικανοποιηθούν ως υποκειμενική επιλογή στο πλαίσιο της αντικειμενικής συνθήκης του τόπου τους. Ο αφηγητής, ο ήρωας φεύγει ως brain drain ή ως αναζητητής καλύτερης τύχης σε άλλα μέρη. Η νοσταλγία τον επιστρέφει εκεί από όπου έφυγε, για να αποτιμηθούν οι αναζητήσεις του στο μέτρο της νέας εμπειρίας με ό,τι άφησε πίσω του και η μνήμη το φύλαξε πολύτιμο εγκόλπιο. Αναφέρομαι στις διηγήσεις «Νοσταλγικός περίπατος» της Τίνας Κουτσουμπού, «Η ιστορία του Λουκά» της Ράνιας Λυμπεροπούλου, «Ο Αμερικάνος» του Στάθη Παρασκευόπουλου και στο ποίημα «Φυγή» του Αριστ. Φράγκου. Ταξίδι με την έννοια της περιδιάβασης τόπου και ανθρώπων έχουμε στο «Πέτρα και αρμύρα» της Βασιλικής Σγούρου, στο οποίο η περιοχή της Μάνης περιγράφεται με υποκειμενικούς τόνους, όπως και στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ουράνη, στην «Τελευταία ανάβαση» της Ελένης Αλαφογιάννη -κατά το «Ταΰγετος» του ποιητή- στην οποία όμως εντυπώνεται η ορειβατική κατάβαση στο μοιραίο της ζωής ως απότιση φόρου μνήμης, καθώς και στη «Μεσσηνία» του Δημήτρη Μπουσούνη, όπου ποιητικά εξυμνούνται οι ομορφιές της, κατ’ αντιστοιχία με το ταξιδιωτικό «Ευτυχισμένη Μεσσηνία» του Ουράνη, με το οποίο και ανοίγει η συλλογή.
Η φυγή στα ποιήματα και σε αφηγήματα της συλλογής έχει τη μορφή του νοερού ταξιδιού σε ό,τι προηγήθηκε και προϋπήρξε συντελεσμένα. Σε κάποια από αυτά, η γοητεία της ανάμνησης λαξεύει το βίωμα, το ανακαλεί, με τρόπο που αναδύεται σαν την εντύπωση, την οποία προκαλεί ο πίνακας του Κλωντ Μονέ: το φως διαχυμένο σβήνει τις καθαρές γραμμές και στην αχλύ του τοπίου, καθώς τα αντικείμενα είναι θαμπά, χάνονται περιγράμματα και γωνίες. Η φυγή μεταστοιχειώνει την ανάμνηση νοσταλγικά στις διηγήσεις «Ο γάμος» της Ελένης Αλεβίζου, «Αναπολήσεις» της Καίτης Καγκαράκη, «Ξεφυλλίζοντας μνήμες» της Δήμητρας Λιαράκου, «Δεύτερη ευκαιρία» του Αλέξη Χαραλαμπόπουλου και στα ποιήματα «Ιλισίων 32» της Τίνας Βρεττάκη, «Καλαμάτα», «Μεσσήνη» και «Γαργαλιάνοι» της Καγκαράκη, «Αγωνία» της Κορνηλίας Καδόγλου, «Η μουριά» του Δημητρίου Κολέτσου, «Η ομορφιά» και «Ταξιδιάρης ήλιος» της Σμαραγδής Κουτσοπέτρου, «Νοσταλγία» της Λιαράκου, στα 4 ποιήματα του Κων/νου Μακαρούνη, «Μακρινή μάνα» της Μαρίνας Σεφέρη, «Απουσία» και «Του τόπου μας αλλοτινές εικόνες» της Μαρίας Σταθέα, «Δεύτερη ευκαιρία» του Χαραλαμπόπουλου. Εδώ, ο μοχλός που κινητοποιεί τη φυγή, είναι η λαχτάρα της επιστροφής στην πρώτη πατρίδα των βιωμάτων μας, όπου η αθωότητα του αισθήματος πλάθει παράδεισους, η ελπίδα θρέφει όνειρα κι η αναζήτηση στοχασμούς. Γίνεται μνήμη σπιτιού –φύλακα του ονείρου, («Αναζητώ το σπίτι με την κεραμιδένια στέγη/ δύο παράθυρα, μία πόρτα, κι ένα μονοπάτι/Να φιδώνει τον ορίζοντα/,το γρασίδι ολόγυρα/ να κρύβει της γης το γερασμένο δέρμα/ και στο πλάι του τ΄αλλοπαρμένα ηλιοτρόπια/ να κλίνουν κατά τον ήλιο./ Σκεπάστηκα με την κουβέρτα της νύχτας […]. Έτσι έμεινε ζεστό το όνειρό μου…»), γράφει ο Αλέξης Χαραλαμπόπουλος στο ποίημα «Δεύτερη ευκαιρία». Γίνεται αναλογισμός όμορφης φύσης, δέντρου με απόηχους περασμένης ευτυχίας, αγαπημένου προσώπου με το κενό που αφήνει η απουσία του, τόπου που σημάδεψε ζωή και διαδρομή. Η νοσταλγία αναδιατάσσει και «διατάσσει» τη μνήμη στα κελλιά της να φυλακίσει και να κρατηθεί ό,τι είναι σημαίνον, αγίασμα και φυλαχτό για ώρα ανάγκης.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η φυγή – νοερό ταξίδι στο παρελθόν έχει και το άλγος του νόστου. Είτε σαν γεύση μιας ρότας χωρίς επιστροφή, όπως δηλώνεται στο ποίημα «Η λίμνη» του Άγγ. Λάππα (« Καράβια σαπίζουν στα λιμάνια/ Ο ξέμπαρκος καπετάνιος σκαλίζει τη μνήμη/ Η γοργόνα στο στήθος ακίνητη/[…] Μπαρκάρει και αυτός σε ταξίδια που δεν γίνεται να ξανάρθουν/ Το καράβι το λένε «ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ»), είτε σαν αίσθηση της ματαιότητάς της, όπως στο αφήγημα «Μάταιη φυγή» της Αντωνίας Παυλάκου και στο ποίημα «Ταξίδι στο άγνωστο» της Καλλιρρόης Πλαρινού. Ειπώθηκε πως το παρελθόν είναι μέτρο του κάθε παρόντος. Αν ισχύει αυτό, τότε το παρόν, κοιτάζοντας- έστω και με ακατάστατα τα γράμματα των χρησμών του – το μέλλον, μπορεί κάθε φορά να ανασημασιοδοτείται από αυτό. Στη βάση αυτή, το άλγος του νόστου μετριέται με απολογισμούς φθοράς, απωλειών, διαψεύσεων στον κύκλο των προσδοκιών του συγγραφικού υποκειμένου, καθώς διαπιστώνεται το ανολοκλήρωτο και ανεκπλήρωτό τους. Η φυγή τότε είναι ταξίδι σε πεπραγμένα, με την περισυλλογή και το «γνωστικό φρόνιμο» του γράφοντος, υπό το πρίσμα του ψυχισμού του και της αναγνωστικής πρόσληψης των δεδομένων της εποχής του: «Κάθε φορά/ που γυρίζω στην πολιτεία/ με τις μεγάλες στοές/ και τις πολύβουες πλατείες,/ θυμάμαι […] που στο μεγάλο παζάρι/ των αργυραμοιβών/ πούλησα φτηνά τα υπάρχοντά μου,/ δαχτυλίδια και αισθήματα/ κι έτσι στα γρήγορα/ σ’ εξαργύρωσα./ Κι από τότε/ έρχεσαι συχνά […]/ με τα ίδια ακατάστατα γράμματα:/ Έσσεται ήμαρ…» ( ποίημα Γιάννη Ανδρουλιδάκη, άτιτλο). Πικρές διαπιστώσεις και θλιβερές απώλειες που δημιουργούν την αίσθηση διαδρομής ανολοκλήρωτης αποδρούν εκεί, όπου ο «πόθος για μακρυσμένα ταξίδια» νοσταλγεί «στέκια αγαπημένα παλιάς ευτυχίας: « Οι φίλοι μου κι οι άνθρωποι που λάτρεψα /οι περισσότεροι γίνανε καρχαρίες σε βυθούς./ Όνειρα δικά μου άλλαξαν ιδιοκτήτη/και κάποια κρυφά μου φιλιά/ με πρόδωσαν στην αστυνομία του χρόνου» ( ποίημα «Τα παλιά στέκια της ευτυχίας» του Βασίλη Φλώρου). Σε άλλες πάλι αφηγήσεις η φυγή παίρνει τη μορφή αυτογνωσίας με τη σπουδή του θανάτου, της ζωής, της ανεκπλήρωτης ευδαιμονίας: «Παντρεύτηκα και γέννησα και βάφτισα και συντρόφεψα κι έθρεψα κι ανάθρεψα – ορφανός από θέλω – τόσα και τόσα κι άλλα τόσα «πρέπει». Τώρα πεθαίνω. Μόνος. Μόνος πεθαίνω. […] Επειδή έζησα σαν έπρεπε, αλλά δεν έπρεπε να θέλω να ζήσω έτσι» ( αφήγημα «Πεθαίνω και πέθανα» του Παν/τη Βούρου).
Όμως η φυγή στον μεσσήνιο δημιουργό είναι και ρήξη με το παρόν του, κίνηση προς τα εμπρός, εκκίνηση ταξιδιού συναισθηματικής και ταυτοτικής ωρίμανσης. Ως τέτοια μπορούν να διαβαστούν τα πεζόμορφα «Παραλήρημα φυγής» της Βίκης Κοσμοπούλου, ο διάλογος με τον Ουράνη «Ένα καράβι φεύγει» της Κων/νας Τασσοπούλου, «Η απόφαση» της Κων/νας Φούκα, τα ποιήματα «Οι αποχρώσεις φυγής» και «Ρυτίδες» της Μαρίας Νταλλή («Αυτές με έτρεφαν καθώς μεγάλωνα/κι αυτές μου θύμιζαν τα όνειρα τα περασμένα./ Μαζί μ’ αυτές μεγάλωνε κι η αγάπη μου για σένα!»), το «Νοσταλγικά ψάχνω» της Πλαρινού, η «Ωρίμανση» της Κατερίνας Πουλιάση. Αλλά και μετάπλαση της ανάμνησης σε δύναμη συγχώρεσης για ό,τι αρνητικό έχει εγγραφεί στην κλίμακα της μνήμης, με το άλγος του νόστου ηδύ, αφού «Το δέος του ανεπίστρεπτου τέλους» μπορεί να «μηδενίζει τα λάθη της ζωής», όπως ωραία λέγεται στο διήγημα «Επιστροφή στην πατρίδα» της Φωτεινής Νικολαΐδου, σε ταξίδι αλληλεγγύης και νέας πορείας σε μια ενδιαφέρουσα Ιθάκη, κατά την αφήγηση «Ο Μίμης και το κόκκινο μυρμήγκι» του Φίλη Ντόγκα, σε πορεία συμφιλίωσης του παρόντος με το παρελθόν στη «Συμφιλίωση» της Ελένης Σταθοπούλου, σε δυνατή φωνή που το «Το πένθιμο του φθινοπώρου δείλι» του ποιητή μας το κάνει έκκληση ζωής: «Θέλω να ζήσω…Θέλω να ζήσω διαφορετικά» ( από το « Θα πεθάνω ένα πένθιμο..» της Νικολίνας Λέκκα). Είναι, εν τέλει, φυγή στον παρήγορο τόπο της λογοτεχνίας, όπου βρίσκει καταφύγιο και καταφυγή ένα κενό, όπως στο «Η απουσία σου» του Γιώργου Λουριδά, μια διέξοδο το αδιέξοδο στο « Αταξίδευτο» της Αγγέλας Χρονοπούλου, η αγωνία στο «Φυγή-ταξίδι-νοσταλγία» της Μαρίας-Πρικάκη Λίτσα.
Σε μια συνέντευξή του ο Κώστας Ουράνης τόνισε ότι η πλήξη του προέρχεται από την αδυναμία του να συμβιβάσει τη φαντασία με την πραγματικότητα κι από την αδυναμία του να εγκαρτερήσει σ αυτή. Στα δικά μας κείμενα μπορούμε να διακρίνουμε ανάλογες αδυναμίες, όχι όμως από πλήξη αλλά από μια πραγματικότητα που λανθάνει με τρόπο ασφυκτικό και πνιγηρό, και που η νοσταλγία με τη φυγή την ίδια στιγμή καθώς λειτουργεί σαν βαλβίδα διεξόδου, ανακυκλώνει τη θλίψη, τη λύπη, την μελαγχολία, άλλοτε φανερά, άλλοτε υπόρρητα μέσα σε ένα σκηνικό και μια ατμόσφαιρα που παραπέμπουν στην ποίηση του Ουράνη. Ενδεικτικά και για την ολοκλήρωση της αναφοράς στα ποιήματα και διηγήματα του τόμου, παρατίθενται στίχοι από το ποίημα του Λευτέρη Χριστακόπουλου « Χινοπωριάζει»: «Στο φευγαλέο χρυσαφένιο φως της/ το κάθε γλυκό φιλί του Οκτώβρη τρέμει/ τη χλωμάδα του κίτρινου χρυσάνθεμου./ Χινοπωριάζει…».
Συνοψίζοντας, η νοσταλγία «Γλυκιά, γλυκόπικρη/Λάδι στη μηχανή του χρόνου» κατά τους στίχους του προαναφερθέντος ποιητή, είναι αυτή που ωθεί τον νου των Μεσσήνιων συγγραφέων στα ταξίδια-φυγές στη ζωή, την χωροθετημένη στην αδιάσπαστη αλυσίδα του χρόνου. Μεταποιημένα – από τα προσωπικά τους αιτούμενα στο κλίμα του καιρού τους – ενεργοποιούν με την γλαφυρότητα της διηγηματικής γραφής και του συναισθηματικά φορτισμένου ποιητικού λόγου, πλούσιου στην τέχνη της έκφρασής του, τον αναγνώστη, την αναγνώστρια να τα ζήσει και να αναπολήσει τα δικά του.
Εδώ να σημειωθεί ότι η καθεμιά από τις παραπάνω δημιουργίες περιστρέφεται γύρω από τον θεματικό άξονα φυγή, ταξίδι, νοσταλγία, με τον αποχρώντα λόγο του συγγραφέα της. Για τις ανάγκες της βιβλιοπαρουσίασης κατατάσσονται, ίσως απλουστευ-τικά, στις κατηγορίες ταξίδι/φυγή, ώστε ο μεγάλος αριθμός τους με τις αποκλίσεις ή συγκλίσεις στο δοθέν θεματικό μοτίβο να προσεγγιστεί κατ’ οικονομίαν χρόνου . Έχοντας οπωσδήποτε την επίγνωση ότι ένα ταξίδι μπορεί να οριστεί και σαν φυγή και το αντίστροφο και ότι η ερμηνεία τους επαφίεται στην πρόσληψη του αναγνώστη.
Όσον αφορά τις μελέτες και τα δοκίμια του αφιερωματικού τόμου καταγράφουν όψεις της νοσταλγίας-φυγής-ταξιδιού στο συνολικό έργο του Κώστα Ουράνη, με την επάρκεια φιλολογικής προσέγγισης και τη θέρμη του απλού μελετητή τους. Έτσι, ο λυρικός τόνος στην ποίηση του Ουράνη επισημαίνεται ως υποχώρηση στην αυτοβιογραφική μυθιστορία του «Ημερολόγιο ενός φθισικού» στο κείμενο της Μαριλίνας Βαβαρούτσου «Ο διηγηματογράφος Κώστας Ουράνης και ένας πειραματισμός του στην ημερολογιακή μυθοπλασία,» όπου ο ώριμος πια συγγραφέας, υποστηρίζει η γράφουσα, με μια πιο ρεαλιστική γραφή προχωρεί από το εγώ στο εμείς.
Αντίθετα, οι γαλλικές επιρροές που δέχτηκε ο ποιητής από τα κινήματα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού, είναι έκδηλες στις συλλογές «Spleen», «Νοσταλγίες» και «Τραγούδια», εκφράζοντας τις όψεις του ανικανοποίητου, του κενού και της ανίας, με τη νοσταλγία στην ωραιοποιημένη εκδοχή της την οποία τροφοδοτεί το παρακμιακό κλίμα της γαλλικής διανόησης και της εποχής του Ουράνη, σύμφωνα με τη μελέτη «Το Παρίσι είναι αναγκαίο για τη γοτθική διανόηση. Οι γαλλικές αναφορές του Κώστα Ουράνη» της Νικολέτας Σωτηράκη. Οι τόνοι αυτής της νοσταλγίας που αισθητοποιούνται με τη μελαγχολική μουσικότητα του στίχου και τη ζωγραφική εικονοπλαστικότητα τέτοιας έντασης, ώστε ο μεν λυρικός Σιμωνίδης, ο Κείος, δικαίως να προσαγορεύει «την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν», ο δε Νικόλαος Γύζης να παραδέχεται «πόσο πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι στον ποιητή!», σημειώνονται στο ποιητικής καταγραφής κείμενο της Αλέκας Κατσουλίδη «Εικονοποίηση στον Ουράνη. Προσέγγιση-Αιτιολόγηση». Η ποικιλία εικόνων στα ποιήματα του Κ. Ουράνη, διακρίνεται και στα ποιητικά και πεζά των μεσσήνιων δημιουργών. Ενδεικτικά δύο αντίστοιχα: «Κι ο δυόσμος κι ο βασιλικός/σε χλοερά ελληνικά μπαλκόνια/ θυμιάματα ιερά,/ και τα ζωγραφιστά/ ασβεστωμένα σπίτια των νησιών/ και ηπειρωτικών χωριών […], (ποίημα «Του τόπου μας αλλοτινές εικόνες» Μ. Σταθέα ), «Σε κλουβί γεννήθηκε και σε κλουβί θα πεθάνει. Δεν θα νιώσει ποτέ τη φρεσκάδα του αγέρα όταν υψώνεται ζυγιάζοντας τα φτερά του. […] Δεν θα ζήσει τίποτα πέρα από το σιδερένιο του κλουβί. Και παρ’ όλο που το πορτάκι του συχνά έμενε ανοιχτό, ο παπαγάλος δεν το έσκαγε», (διήγημα «Αταξίδευτος» Αγγ. Χρονοπούλου).
Υπό την οπτική της ενδιάθετης νοσταλγικής μελαγχολίας, ο Άγγελος Λάππας στο πόνημά του «Κώστα Ουράνη ΄Λυτρωμός΄: η τραγωδία ενός ποιητή» εστιάζει στην στη φυγή και το ταξίδι του ποιητή ως λύτρωση της πλήξης και της δυσφορίας του. Ο στίχος «Μια νοσταλγία ολάκερη η ζωή μου κ΄ένας πόθος» από το ποίημα «Η ζωή μου», κατά τον συγγραφέα, εκφράζουν την τραγωδία της εσωτερικής πάλης του Ουράνη, από την αγωνία της οποίας αναζητά να ελευθερωθεί. Στη μελέτη «Όψεις της αγάπης ως μέσου φυγής στην ποίηση του Ουράνη» του Τάσου Σκλάβου, η φυγή από μια συμβατική Ιθάκη προς «μια ιδεατή συνθήκη, την οποία ποτέ δεν κατορθώνει» να πλησιάσει ο ποιητής, αποδεικνύεται μάταιη, αφού το κυνήγι της αληθινής αγάπης την καθηλώνει στον χώρο της ουτοπίας.
Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, προσωπικής ανάγνωσης, η φυγή-ταξίδι-νοσταλγία, στο σύντομο αλλά περιεκτικό και πολυμορφικό κείμενο του Κων/νου Μπούρα, ενυπάρχοντα, όπως τονίζει, στο DNA της ιστορίας και του μύθου μας, μοιάζουν με νομοτέλειες, με ένα «αντιπεπονθός» και «κάρμα» που καλούν σε «υπέρβασιν ορίων», στις «λίμνες του Καναδά» που «Μετακόμισαν στο Βόρειο Παρίσι/ (εκεί που έμεινα φοιτητής-ασκητής) και αφού «δεν πρόλαβαν να τις/ Συμπεριλάβουν στον τουριστικό/ Οδηγό ακόμα…», η νοσταλγία, «τοξική», «φαρμάκι» και «δηλητήριο» σε φυλακίζει σε ιδεατό «νόστιμον ήμαρ», το δε ταξίδι, μάταιο, απογοητευτικό, ανέφικτου καρπού, το πολύ να σε βγάλει σε μια συμβολική Ιθάκη. Αυτή που στον τόπο της Λογοτεχνίας, της Τέχνης γενικότερα, όπου το άλγος της νοσταλγικής μνήμης, ηδύ ή όχι, βρίσκει το καταφύγιο λυτρωμού.
* Η Θάλεια Νικολαΐδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πέπλο, ακριτικό χωριό του Έβρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Δίδαξε επί τριάντα οκτώ έτη σε σχολεία της Δ/θμιας Εκπ/σης Μεσσηνίας. Ζει στην Καλαμάτα και είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Ιωλκός: Φωνές… (2023) , Φωνήματα… (2025).

