Παντού στα κείμενα ετούτου του βιβλίου, υπάρχει αναφορά και ιδιαίτερος, διαρκής και πολυποίκιλος σχολιασμός πάνω σε καίριας σημασίας πολιτικά ζητήματα και συνήθη γεγονότα της κάθε εποχής όπου αναφέρονται και διαδραματίζονται οι ιστορίες, στο στενότερο και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν την καθημερινότητα και δραστηριοποιούνται επαγγελματικά οι χαρακτήρες του, καθώς και στα εμφανή και υφέρποντα αδιέξοδα και στους συνήθεις προβληματισμούς των ολίγων, ούτως ή άλλως, κεντρικών ηρώων του. Στη συλλογή διηγημάτων «Αδιέξοδοι Καιροί» του Κωνσταντίνου Λίχνου, περιλαμβάνονται δεκαπέντε διηγήματα, που γράφτηκαν, όπως διαβάζουμε στο εξώφυλλο, μεταξύ των ετών 2017-2022, πολλά εκ των οποίων βραβεύτηκαν σε πανελλαδικούς διαγωνισμούς. Το πρώτο διήγημα που τιτλοφορείται ‘Η συνέντευξη’, είναι αφιερωμένο από τον συγγραφέα σε μια εργάτρια που έχασε τη ζωή της στις 30 Ιουλίου 2019. Αυτό και μόνο το γεγονός δίνει στον αναγνώστη μια κάποια ιδέα για το περιεχόμενο του συγκεκριμένου διηγήματος. Εδώ ο κύριος χαρακτήρας του, ξεδιπλώνει απλόχερα τις απαιτούμενες ενέργειες στις οποίες οφείλει να προβεί, με σκοπό την επιθυμητή του πρόσληψη σε μια ιδιωτική, προφανώς, και μεγάλη εταιρεία. Γραπτές εξετάσεις, ανάλογες προφορικές, εστιασμένες συνεντεύξεις ενώπιον στελεχών και όλα εκείνα τα οποία οι περισσότεροι των εργαζομένων γνωρίζουν καλά και είναι ενήμεροι για τα τεκταινόμενα στα παρασκήνια. Κάνει επιπλέον λόγο για το καθεστώς εργασίας σε ένα περιβάλλον με πολλούς υπαλλήλους, τις όποιες προσβολές από την πλευρά των ανωτέρων τους, τους ευθείς ή υπαινισσόμενους εκβιασμούς, τις επαγγελματικές ίντριγκες, τις αναγκαστικές υποχωρήσεις κάποιων και το γενικότερο αίσθημα αδικίας που υπάρχει διάχυτο και εμφιλοχωρεί εκεί μέσα βαθιά. Αναπόφευκτα, αναφέρεται και σε όσα διαδραματίζονται στο χώρο του συνδικαλισμού, ο οποίος υπάρχει αναγκαστικά σε εταιρείες με μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Τους εμπλεκόμενους και τις σχέσεις όλων με αυτόν, όπως φυσικά και της εργοδοσίας. Σε τούτο το διήγημα ξεδιπλώνονται τα βαθύτερα συναισθήματα του απλού, του καθημερινού υπαλλήλου, η πρόσληψη, η αγωνία του για το αύριο, για την ίδια του την επιβίωση, το φόβο της υπαρκτής πάντοτε πιθανότητας απόλυσης που θα τον οδηγήσει στην ανεργία, για τις συνθήκες εργασίας, γενικότερα. «Όσο και αν υποκύψεις στην εργοδοσία… παραμένεις διαρκώς αναλώσιμος… Όσο δεν φέρνουμε εμείς τον κόσμο στα μέτρα μας, θα συνεχίζει να μας πλάθει αυτός στα δικά του», σχολιάζει ο συγγραφέας, μέσω ενός πρώην εργαζόμενου και ταυτόχρονα συνδικαλιστή! Μήνυμα βαθιά πολιτικό για την σύγχρονη κοινωνία μας, όπως αυτή ξεδιπλώνεται καθημερινά μπροστά μας. Ένα κείμενο άκρως στοχαστικό για τις πολυποίκιλες λεπτομέρειες και τις σχετικές διαδικασίες που αφορούν τους χώρους εργασίας, με βασική εστίαση στις ψυχολογικές μεταπτώσεις των περισσότερων χαμηλόβαθμων κυρίως εργαζομένων.
Κι’ αν όλα αυτά παρατηρούνται, ισχύουν και έχουν εφαρμογή στο χώρο των μεγάλων εταιρειών, το επόμενο διήγημα (Ο φράκτης) μας προσγειώνει απότομα σε μικρότερες γωνιές, σε εκείνον τον μικρόκοσμο της επαρχίας με τις συνηθισμένες πολύπλευρες ιδιορρυθμίες του, εκεί όπου διακυβεύονται μικρότερα μεν συμφέροντα, αλλά ικανά να δηλητηριάσουν την καθημερινότητα των απλών κατοίκων, των απόμαχων, των ηλικιωμένων. Στα σοκάκια, τις αυλές, τα περάσματα, τους φράχτες των κήπων, και όλα αυτά τα παρεμφερή που οδηγούν σε απλές, δήθεν έχθρες μεταξύ των απλοϊκών κατοίκων και σύμφυτες βεβαίως με το όλο περιβάλλον του χωριού. Ο ‘Νόστος’, μας μεταφέρει στα γενέθλια χώματα του πρωταγωνιστή του, μετά από δεκαετίες παραμονής και εργασίας στη Γερμανία. Οδεύει προς τα εκεί, τώρα, συγκινημένος και μαζί με την υπομονετική σύζυγό του. Το μικρό του οδοιπορικό, νοσταλγικό κατ’ ουσίαν, συνοδεύεται από ένα διάλογο μέσα στον οποίο ξετυλίγονται όλα όσα αφορούν τον μεταναστευτικό ελληνισμό στα πέρατα της οικουμένης, και εν προκειμένω στο Μόναχο. Τη σύγκριση της ζωής εδώ κι εκεί, τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, το διάχυτο αίσθημα της αποξένωσης και τόσα άλλα γνωστά και ίσως εν πολλοίς τετριμμένα. «Το δικό μας μέλλον είχε προδιαγραφεί οριστικά τη στιγμή που ξεκινήσαμε για τη Γερμανία», μονολογεί ο βασικός χαρακτήρας του διηγήματος, και λίγο αργότερα να παραδέχεται, στην ουσία, ότι χωρίς αυταπάτες η ζωή του ανθρώπου φαντάζει αβάσταχτη!
Εκείνο που χαρακτηρίζει όμως όλα τα διηγήματα της παρούσας συλλογής, θε λέγαμε, είναι ο αγώνας του ανθρώπου για αλλαγή των συνθηκών διαβίωσής του, όπως και για γενικότερη κοινωνική αλλαγή, «…με όχημα την ελπίδα για την απελευθέρωση του ατόμου απ’ τα δεσμά της υλικής δέσμευσης των όρων ζωής», όπως τόσο περιεκτικά αναγράφει ο Αντώνης Χαριστός στην άκρως ενδιαφέρουσα και περιεκτική εισαγωγή του στο συγκεκριμένο βιβλίο του Κωνσταντίνου Λίχνου, το οποίο κλείνει με μια ενημέρωση εκ μέρους του επιμελητή της έκδοσης όσον αφορά κάποιες ιδιαιτερότητες γραμματικής που απαντούν διάχυτα μέσα σε αυτό. Ο τελευταίος, δεν είναι φυσικά ο μόνος, θα σχολιάζαμε με τη σειρά μας, γιατί πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι αποστασιοποιούνται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και προκλητικά κάποιες φορές, από την τρέχουσα συνήθεια του εκτροχιασθέντος προ καιρού συγκεκριμένου συρμού, τόσο στα έντυπα όσο και στα ηλεκτρονικά ενημερωτικά μέσα.


