Ο ανεξάντλητος ψίθυρος και η αναπνοή τόπων και πραγμάτων (για το βιβλίο “Νήσος Κίρκη” του Πασχάλη Κατσίκα)
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Πασχάλης Κατσίκας

Η πέμπτη ποιητική συλλογή του Πασχάλη Κατσίκα, Νήσος Κίρκη (Εκδόσεις Δρόμων, 2024, ISBN: 978-960-694-611-0), αιχμαλωτίζει τον/την αναγνώστη/-στρια από την πρώτη στιγμή. Το εξώφυλλο, ένα σχέδιο με στυλό του ζωγράφου Γιάννη Τσατσάγια, μεταφέρει αβίαστα σε έναν παραμυθένιο και ποιητικό κόσμο, όπου η Κίρκη ως δεντροκόριτσο, ο σιδηροδρομικός σταθμός και τα αντικείμενα γύρω μας ταξιδεύουν στον χωροχρόνο. Το βιβλίο περιλαμβάνει 47 ποιήματα, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες, γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και ολιγόστιχα, στοιχεία που τους προσδίδουν μια ξεχωριστή δυναμική και ζωντάνια. Η διάχυτη εικονοποιία και η απλή, παραστατική γλώσσα ενισχύουν αυτή την αίσθηση.

Ο τίτλος παραπέμπει αναπόδραστα στον Οδυσσέα, και ο αναγνώστης παραξενεύεται όταν διαπιστώνει ότι η «νήσος Κίρκη» είναι το χωριό Κίρκη στον Έβρο. Το χωριό μετατρέπεται σε σύμβολο της ποιητικής πράξης μέσω του προσδιορισμού «νήσος». Η νήσος –σύνθεση συνείδησης και θέλησης– γίνεται καταφύγιο ενάντια στην απειλητική θάλασσα του ασυνειδήτου. Είναι σύμβολο απομόνωσης, μοναξιάς και θανάτου, καθώς οι νησιωτικές θεότητες έχουν νεκρικό χαρακτήρα, όπως η Κίρκη, η μάγισσα ή δαιμονική θεά. Εδώ, η νήσος, προσδιορίζοντας το χωριό Κίρκη, δεσμεύει –μέσω της μνήμης– την ψυχή του ποιητή, προσφέροντας ένα σαγηνευτικό ταξίδι από το παρόν στο παρελθόν, με ποιήματα που αναβιώνουν στιγμές με ζώντες και νεκρούς, καταστάσεις, χώρους και πράγματα στο πλέον ακατοίκητο χωριό. Έτσι, ο τόπος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον ποιητή, ο οποίος ξεδιπλώνει τη ζωή του σε αυτόν. Το χωριό αποκτά θεϊκή υπόσταση, εξουσιάζει και υποτάσσει τον ποιητή και αναπόδραστα τον/την αναγνώστη/-στρια με τις φυσικές του χάρες, διευκολύνοντας τον νόστο του ποιητή και βοηθώντας τον να ανασύρει μνήμες και αναζητήσεις.

Η μνήμη λειτουργεί παράξενα. Σύμφωνα με τον Προυστ, οι επιστροφές στα μέρη που ζήσαμε νέοι αποτελούν «παράτολμα προσκυνήματα και καταλήγουν σε τόσες απογοητεύσεις όσες κι επιτυχίες» . Η μνήμη συνδράμει τη μοναξιά, ανασύροντας το παρελθόν. Οδυνηρά αλλά και πολύτιμα δώρα, η μνήμη, η μοναξιά, ο έρωτας και ο χρόνος προκαλούν φόβο, υπαρξιακή φόρτιση αλλά και έμπνευση. Τα ερεθίσματα και οι συγκινήσεις υφαίνουν ιστούς και σκιές στον ποιητή και στους/στις αναγνώστες/-στριες. Το ποίημα «ΝΗΣΟΣ ΚΙΡΚΗ», (σ.12) είναι μια ωδή στον μετανάστη που επιστρέφει στον τόπο του, φέρνοντας μαζί του την ψυχή του γεμάτη αναμνήσεις και συναισθήματα. Η μουσική του Καζαντζίδη, ο χορός του ζεϊμπέκικου και τα φώτα του ηλεκτροφώνου δημιουργούν μια συγκλονιστική εικόνα της επιστροφής. Η απογραφή πληθυσμού, όπου υπογραμμίζεται η ερήμωση του χωριού Κίρκη, τονίζει την τραγικότητα της κατάστασης της ελληνικής υπαίθρου: Ανοίγω το τρανζίστορ Grundig/που επέστρεψε μαζί σου/από τη Γερμανία ως μετανάστης/Στο γρέζι της φωνής τού Καζαντζίδη/χορεύεις ζεϊμπέκικο αγέρωχο στου Κάλτσου /Σε στολίζουν φώτα από το ηλεκτρόφωνο/κι ένα αστέρι σκαρφαλώνει/απ’ το μωσαϊκό στους ώμους// Διακοπή για Έκτακτο Δελτίο//Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού:/Αλεξανδρούπολη: 8935/Κομοτηνή: 8615/Κίρκη Έβρου: ακατοίκητο.

Η ποιητική τέχνη του Κατσίκα έχει την αφετηρία της στα πράγματα. Τα αντικείμενα λειτουργούν ως φορείς μνήμης, συναισθημάτων και ιστορίας, προσδίδοντας μια υλική διάσταση στον αφηρημένο κόσμο της ποίησης. Ο κόσμος του ξεκινά δίπλα στα πράγματα και αναβιώνει το παρελθόν μέσα από αυτά. Αξιοποιεί καθημερινά, απλά αντικείμενα μηδαμινής αξίας και τα αναβαθμίζει σε σύμβολα που αντιπροσωπεύουν τον ίδιο, τον κόσμο της ποίησης, την ίδια την ποιητική τέχνη στο παρελθόν και το παρόν. Ωστόσο, αυτοί οι στίχοι δεν αποπνέουν μόνο το παρελθόν, αλλά μαρτυρούν και το παρόν, ενώ προοιωνίζουν το μέλλον τόπων και ανθρώπων. Η πεζή καθημερινότητα με τη νοσταλγική ανάμνηση των περασμένων και η σκληρή πραγματικότητα με το άπιαστο όνειρο συνδέονται με την ποιητική του τεχνική. Το ποιητικό υποκείμενο αφηγείται συμπυκνωμένα την καθημερινότητα της παιδικής του ηλικίας, τις σχέσεις με τον τόπο, τους ανθρώπους και τα πράγματα. Όλη η ποίησή του πηγάζει από τη βιωματική του γραμμή και την προσωπική του πορεία ζωής. Η παιδική ηλικία μεταμορφώνεται δημιουργικά σε μια γλυκιά ανάμνηση στο  ποίημα «ΣΗΜΕΡΑ», (σ.9): Ξύπνησα φορώντας τις πιτζάμες σου/Όλες εκείνες τις φορές θυμήθηκα/Με κέρναγες τσίχλες, σοκολάτες, καραμέλες/ ενώ ο ακατάδεχτος αρνιόμουν να πάρω/Στο σπλάχνο μου πρόσφερα παγωτό/μα έστρεψε το πρόσωπο αλλού/Είπε πως πιο πολύ ορέγεται/ένα αυτοκινητάκι απ’ την απέναντι βιτρίνα/Κι έτρεξε μακριά.

Ο Πασχάλης Κατσίκας με τη συναισθηματική του λιτότητα, την υποδειγματική μορφή των ποιημάτων του και την προσεκτική διάρθρωση των ενοτήτων, καταφέρνει να αναδείξει τις βαθύτερες σημασίες των πραγμάτων. Ο λόγος του είναι πυκνός και εξομολογητικός, χωρίς δραματικές κορυφώσεις. Η συγκρότηση του συναισθήματος πηγάζει από τα προσωπικά του βιώματα, την αυθεντικότητα και την αλήθεια, στοιχεία που ενισχύονται από την εξαιρετική δομή των ποιημάτων του. Η έκφρασή του, εμποτισμένη με την πνευματική ωριμότητα του εραστή της φύσης και του χωριού, καθώς και με τη νοσταλγία για τη γενέθλια γη, αντιμετωπίζει το παρελθόν και το παρόν, τη ζωή και τον θάνατο με μια ήρεμη και σοφή ματιά, μαρτυρώντας εμπειρία, ενέργεια και δυναμισμό. Ο διευρυμένος στίχος του επιτρέπει τη σκηνογραφική παρουσίαση του χώρου, καθώς και τη δυναμική ή στατική απεικόνιση των προσώπων.

Η πρώτη ενότητα χαρακτηρίζεται από την αναφορά του ποιητή στον θάνατο προσφιλών προσώπων, σε συνδυασμό με τη ζωή, έτσι ώστε η ζωή και ο θάνατος, μέσα στον χρόνο, να αποτελούν μια αδιαχώριστη ενότητα. Κυριαρχούν τα ποιήματα που είναι αφιερωμένα στη μνήμη του πατέρα. Η σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τον πατέρα του ξεδιπλώνεται σταδιακά, με την πρώτη ενότητα να είναι εμποτισμένη από τις πράξεις του πατέρα. Ο ποιητής, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, γράφει στίχους και αποτυπώνει την προσωπικότητα του πατέρα: Περνούσες όλο το πρωί στον καφενέ/Με τρεις φίλους ζωντανούς/Οι άλλοι πενήντα δυο/ήταν στην τσόχα εγκλωβισμένοι/Απόγευμα πήγαινες στο γήπεδο/μονάχος/Στις νίκες γευόμουν μανταρίνια/λεμόνια στη χασούρα/Στα πάγια σου, υγείας με άρωμα ούζο/Τρεις καραμέλες «ΙΟΝ», η παιδική μου ηλικία/Σε ένα μπλοκ βρεγμένο/με αυτοκόλλητα χαρτάκια ποδοσφαιριστών «ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ», (σ.11).

Ο δημιουργός, με μαεστρία, αλληλεπιδρά με τον χώρο και τον χρόνο, αξιοποιώντας τα αντικείμενα για να αναδείξει την ουσία των πραγμάτων. Η σχέση πατέρα και γιου, που αποτυπώνεται στους στίχους, εμπεριέχει μια σπάνια ομορφιά, αρρενωπότητα και υγιή δυναμική. Μέσα από την ποίηση ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη εποχή και η ζωή στο χωριό Κίρκη, με τον ποιητή να φωτίζει στιγμές και ανθρώπους με νοσταλγική διάθεση. Η ποίηση λειτουργεί ως φωτογραφικό άλμπουμ, απαθανατίζοντας τον τόπο που παραμένει ζωντανός στην ψυχή του ποιητή. Ο λόγος του είναι σαφής και δυνατός, χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή υπερβολικούς συναισθηματισμούς. Περιηγείται στη Νήσο Κίρκη, αναδεικνύοντας την ομορφιά των τοπίων και των ανθρώπων με στοργή και ευλάβεια. Η ποίησή του διακρίνεται από μια διάχυτη ευαισθησία και μια βαθιά διείσδυση στα μύχια της ζωής, αποκαλύπτοντας την ουσία των πραγμάτων, την απώλεια με το πέρασμα του χρόνου, τη φθαρτότητα των σχέσεων, υπογραμμίζοντας τις χαμένες ευκαιρίες και τη μοναξιά του εγώ, καθώς όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και διαφυγή, όπως το πέρασμα του τρένου από τη μεθόριο, συναντώντας την εικόνα ενός χαμένου κόσμου: Πέρναγε απ’ τη μεθόριο το τρένο/ Βέννα, Μεστή, Συκορράχη/ Όσοι είναι για Κίρκη, ας ετοιμάζονται/ Μαζί διασχίζαμε βουνά, χαράδρες/ τα καταπράσινα Τέμπη του Νέστου/ Ψήλωνα εγώ, κι εσύ μεγάλωνες/ Μια κηδεία θα ’ναι από σήμερα η ζωή/ Μην απορείς γιατί δεν ήρθα στη δική σου «ΜΕΘΟΡΙΑΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ»,( σ.15).

Στη δεύτερη ενότητα των ποιημάτων κυριαρχούν οι ερωτικές μνήμες. Η απλότητα της γλώσσας ενισχύει τη συναισθηματική φόρτιση των ποιημάτων, προσδίδοντας έναν οικείο και βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα. Η καθημερινή πράξη του φιλιού, απλή στην επιφάνειά της, αποκτά ιδιαίτερη σημασία απέναντι στην αβεβαιότητα του μέλλοντος. Μας υπενθυμίζει την αξία των μικρών, τρυφερών στιγμών και την ανάγκη να εκφράζουμε τα αισθήματά μας, καθώς ποτέ δεν είναι βέβαιο αν θα δοθεί ξανά η ευκαιρία. Αν και η μοναξιά δεν δηλώνεται ρητά, διαχέεται στον εσωτερικό μελαγχολικό τόνο των στίχων, αφήνοντας να διαφανεί η υπόγεια παρουσία της. Το ποίημα «ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΩ ΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ», (σ.21) αποτελεί μια λιτή αλλά ουσιαστική έκφραση αγάπης, καθώς και μια βαθιά αναγνώριση της παροδικότητας της ζωής. Αποτυπώνει εύγλωττα αυτή την ευαισθησία: Κάθε πρωί/την αποχαιρετώ μ’ ένα φιλί/το ίδιο και το βράδυ, στο κρεβάτι/Μια δρασκελιά απ’ τη ζωή στον θάνατο/Ποιος ξέρει πότε/θ’ ανταμώσουμε ξανά; Η καθημερινή αυτή τελετουργία του φιλιού αποκτά νέο βάθος, καθώς αναδεικνύεται σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στον φόβο του τέλους. Είναι μια εκδήλωση συντροφικότητας, μια απάντηση στην ανασφάλεια και τη μοναξιά, που γίνεται αισθητή μέσα από την επανάληψη της αποχαιρετιστήριας κίνησης.

Στο ποίημα «ΤΣΙΠΟΥΡΟ ΧΩΡΙΣ», (σ.22), η συντροφικότητα, έστω και προσωρινή, αναζητά καταφύγιο στο μοίρασμα και την παρέα. Το τσίπουρο γίνεται «μοναδική παρηγοριά», αποτυπώνοντας την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ουσιαστική επικοινωνία ως αντίβαρο στη μοναχικότητα. Οι τοποθεσίες, όπως η Πέραμος και η Κομοτηνή, προσδίδουν μια αίσθηση ευρύτερης αναζήτησης και ρίζωμα στη μνήμη. Η φράση «Ανάσταση στο τρίτο ποτήρι» συμβολίζει ίσως μια παροδική ανακούφιση ή μια στιγμιαία αναγέννηση της ψυχικής διάθεσης μέσα από την κοινωνικότητα.

Η νοσταλγία για τη νεότητα και τους πρώτους έρωτες είναι έντονη στο ποίημα «ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΕΣΤΙΕΣ» (σ. 24): το πρώτο ραντεβού/ κάτω από την καμάρα/ με φίλησες στο κρύο μάγουλο… Μόνο το βράδυ εκείνο/ με ονειρεύτηκα ανάμεσα στα σύννεφα ανάμεσα στα σύννεφα, και στο ποίημα «Ο ΔΡΟΜΕΑΣ», (σ.25): Ζευγάρια άμαξες αφήνουν στην Ομόνοια Στέκονται ν’ ανταλλάξουν νύχτα το φιλί μπροστά στον όρθιο δεσμώτη. Το πρώτο φιλί κάτω από την Καμάρα, με τη δική του ένταση και αθωότητα, περιγράφεται με λυρισμό. Η εικόνα του ποιητή να κοιμάται με τα ρούχα του, ενώ ονειρεύεται την αγαπημένη του, αποτυπώνει την ένταση εκείνης της εμπειρίας. Αντίστοιχα, η σκηνή με τα ζευγάρια στην Ομόνοια, που ανταλλάσσουν νυχτερινά φιλιά, δημιουργεί ένα ρομαντικό κλίμα μιας άλλης εποχής, γεμάτης αμοιβαιότητα και κοινή ευτυχία. Ωστόσο, ο χρόνος παρεμβαίνει ως «ακριβός τιμητής των συναισθημάτων», όπως φαίνεται στο ποίημα «ΟΣΟ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ» (σ.26): Στίβεται η ηλικία της αθωότητας… ραγίζουν τα χρόνια της λαγνείας. Ο έρωτας, όπως παρουσιάζεται εδώ, φθείρεται με την πάροδο του χρόνου. Η αγνότητα γερνά, και η λαγνεία χάνει την αρχική της ένταση, αφήνοντας πίσω της ραγισμένες αναμνήσεις.

Στο ποίημα για την «ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ», (σ.28), το φιλί και το μοίρασμα προσφέρονται ως αντίδοτο στον εγωισμό και τη μοναξιά. Η ηρωίδα, παγιδευμένη στον λήθαργο του εγωισμού της, έχει γευτεί το «φαρμάκι» ενός αδυσώπητου έρωτα. Η προσφορά των χειλιών ως γιατρικό και η επιθυμία για κοινό μοίρασμα του πόνου υπογραμμίζουν την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση και αλληλεγγύη, προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα του έρωτα και να υπάρξει προοπτική για μια καλύτερη ζωή.

Συνολικά, ο έρωτας, όπως ξεδιπλώνεται σε αυτά τα ποιήματα, παρουσιάζεται ως μια δύναμη αντιφάσεων. Από τη μια, προσφέρει παρηγοριά και γλυκιά νοσταλγία, ενώ από την άλλη, είναι φορτισμένος με κενό, μοναξιά και την αμείλικτη φθορά του χρόνου. Μέσα σε αυτή την συναισθηματική πολυπλοκότητα, η αγωνιώδης αναζήτηση της συντροφικότητας και η βαθιά ανάγκη για ανθρώπινη επαφή αναδεικνύονται ως οδοί συμφιλίωσης με την ρευστότητα των συναισθημάτων και την τραγικότητα της ύπαρξης.

Με αφετηρία την τρίτη ενότητα της ποιητικής συλλογής του Πασχάλη Κατσίκα, όπου κυριαρχούν ο θάνατος, η απώλεια και ο πόνος της στέρησης αγαπημένων προσώπων, μπορούμε να επιχειρήσουμε μια διαφορετική ανάγνωση των ποιημάτων, πέρα από τη γραμμική αποτύπωση του πένθους. Στο ποίημα «ΕΝ ΖΩΗ», (σ.34), ο ποιητής, περιτριγυρισμένος από εικονικούς «φίλους», βιώνει μια βαθιά αίσθηση απομόνωσης και κενού. Η ξηρότητα και η πικρία των εικόνων ενισχύουν το αίσθημα της μοναξιάς, ενώ η αντίθεση μεταξύ της εικονικής και της πραγματικής κοινωνικής σύνδεσης αναδεικνύει την ψευδαίσθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: Ρούφηξα μόνος τον πικρό καφέ/Την ελιά μάσησα με το ξερό παξιμάδι/Στεγνό το σιτάρι στον ουρανίσκο Μ’ ένα κονιάκ έσβησα την άχνη//5000 φίλοι έγραφε η οθόνη/και ούτε ένας από αυτούς στη γιορτή σου.

Εστιάζοντας στην οικουμενικότητα της απώλειας —είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για αντικείμενο, είτε για τόπο— αναδεικνύεται η βαθιά ανθρώπινη εμπειρία της εφήμερης ευτυχίας και της αναπόφευκτης φθοράς. Χαρακτηριστικά, στο ποίημα «ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ ΨΗΛΑ» (σ.43: Γαλάζια φαίνεται πάνω απ’ το βαπόρι / όταν περνά κοντά στην ακτή / Αναθαρρείς από την άπλετη ευτυχία / Παιχνίδια, γέλια / Ποση ομορφιά αντανακλά κάθε γυαλιστερό κορμί!!// Μην απατάσαι/ Δεν είναι τ’ ουρανού / Πράσινο σμαραγδί απ‘ όσους ναυτικούς/ στα σπλάχνα της σαπίζουν. Η προσωρινή αίσθηση αγαλλίασης και ευτυχίας διαψεύδεται απότομα. Το ειδυλλιακό γαλάζιο αποδεικνύεται ψευδαίσθηση, προϊόν μιας πιο ζοφερής πραγματικότητας — το χρώμα δεν ανήκει στον ουρανό, αλλά είναι το κατακάθι της θλίψης και της φθοράς που κρύβεται στα βάθη της θάλασσας, σύμβολο της ματαιότητας και του θανάτου.

Η ανθρώπινη επιθυμία να τιθασεύσει τον χρόνο και να αγγίξει την αθανασία υπονοείται μέσα από τα «ΚΑΛΟΚΟΥΡΔΙΣΜΕΝΑ ΡΟΛΟΓΙΑ», (σ.42), τα οποία με την πρώτη ματιά εκπέμπουν λάμψη και τελειότητα: Αστράφτουν από πάνω τα ρολόγια / Διατρανώνουν την αθανασία / Βρόμικα μόλις τ’ αναποδογυρίσεις / Η κοιλιά τους / σαν τις ψωριάρικες ψυχές μας. Εδώ, η επιφανειακή τελειότητα έρχεται σε αντίθεση με την εσωτερική φθορά, την ηθική και πνευματική σήψη που ο ποιητής αποδίδει με σκληρό ρεαλισμό. Το ρολόι, σύμβολο της ανθρώπινης προσπάθειας να επιβληθεί στον χρόνο, αποκαλύπτεται ως μια κατασκευή απατηλή και φθαρτή.

Στην τελευταία θεματική ενότητα της συλλογής, που επικεντρώνεται στην ποιητική, ο Πασχάλης Κατσίκας εμβαθύνει στην εσωτερική και μοναχική διαδικασία της γραφής. Ο Κατσίκας παρομοιάζει τα ποιήματα με «καινούριους μεζέδες» ενός καφενέ, επισημαίνοντας τη σχετικότητα της καλλιτεχνικής απήχησης: Εδώ μαγειρεύω μοναχός/καινούριους μεζέδες σερβίρω με μεράκι/κάποιοι τους βρίσκουν νόστιμους, πολλοί αδιάφορους…/Ζερβά έχω κυτίο παραπόνων/Απέναντι ένα πανέρι για τις συνταγές… «ΕΧΩ ΕΝΑΝ ΚΑΦΕΝΕ»,(σ.47).

Μέσα από αυτή τη γήινη μεταφορά, διακρίνεται η αφοσίωση του δημιουργού αλλά και η αποδοχή της διαφορετικής πρόσληψης από το κοινό. Η αδιάκοπη ενασχόληση με τις λέξεις, που εμφανίζονται ως ανήσυχα «ΚΑΤΙ ΠΑΛΙΟΠΑΙΔΑ», (σ.49), σκιαγραφεί την επίπονη, συχνά ακανόνιστη φύση της ποιητικής διαδικασίας: Κάτι παλιόπαιδα/Μου χτυπούν μεσάνυχτα/κι άλλοτε αξημέρωτα πριν φέξει/θέλουν παιχνίδια/αρνούνται ανάμεσα να μείνουν στις σελίδες/Τάισμα κι άλλαγμα ζητούν/ώσπου να βολευτούν οριστικά στο χαρτί/Για να ‘ρθουν άλλα πιο ζωηρά. Η ποίηση δεν είναι προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης· είναι επίμονη, απαιτητική, μια συνεχής πάλη και φροντίδα.

Ακόμη και πίσω από μια «μπούρκα» —σύμβολο ενδεχόμενης αυτοπροστασίας ή απομόνωσης— ο ποιητής ομολογεί την αδυναμία του να αντισταθεί στη δύναμη των λέξεων: Την μπούρκα αδυνατώ πάνω μου να κρατήσω/Αποτινάσσεται μοχθώντας με τις λέξεις/Δέρμα και κόκκαλα μαζί της ξεκολλούν «ΜΠΟΥΡΚΑ», (σ.50). Εδώ, η ποίηση αναδεικνύεται όχι ως επιλογή, αλλά ως εσωτερική αναγκαιότητα. Η «ΜΟΥΣΑ», (σ.48), προσωποποίηση της ποιητικής έμπνευσης, παρουσιάζεται σαν αιώνια δύναμη που τον παρασύρει σε μια διαχρονική «δίκη»: Εισαγγελέας κάποιος Έρως, ο Δίας δικαστής/Η δίκη κρατά χιλιετίες…. Μέσα από αυτήν τη δίκη —παιγνιώδη αλλά και υπαρξιακή— προκύπτει η σχέση του δημιουργού με τον λόγο, τον έρωτα και τον χρόνο.

Το ποιητικό υποκείμενο, τέλος, ξεδιπλώνει μια πολυπρόσωπη ταυτότητα: πότε ως χαρτοπαίχτης και ταχυδακτυλουργός, που χειρίζεται τις λέξεις με μαεστρία και τέχνη: Παράξενη η τράπουλα του ποιητή/κόβει, μοιράζει στα ίσια/Μαζί με τα πενήντα δυο χαρτιά λέξεις ατίθασες/Άσοι και ρήματα ανεξάντλητα βγαίνουν απ’ το μανίκι/Σωστός ταχυδακτυλουργός… «ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΤΡΑΠΟΥΛΑ», (σ.52), και πότε ως ηθοποιός που, μετά από αλλεπάλληλες παραστάσεις, επιλέγει τελικά να αποσυρθεί, αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην ποίηση: …Στο είδωλο εγκλωβίζομαι// Άλλη παράσταση δεν θα δώσω/Βγαίνω στη σύνταξη/Την ποίηση επιλέγω στα στερνά/ Καλοχτενισμένος θέλω να σ’ αντικρίσω «ΣΑΝ ΗΘΟΠΟΙΟΣ», (σ.54).

Η συλλογή του Πασχάλη Κατσίκα αγγίζει θεμελιώδη ανθρώπινα ζητήματα με ευαισθησία και ειλικρίνεια. Μεταφέρει την υπαρξιακή αγωνία, αλλά και την υπόγεια ανάγκη για ελπίδα. Η εναλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στην ψευδαίσθηση και την αλήθεια, αποτυπώνει την ανθρώπινη περιπέτεια με τρόπο βαθιά βιωματικό και συναισθηματικά φορτισμένο. Αναστοχάζεται τη μοναξιά, τη φθαρτότητα, την απώλεια, αλλά και την ακατάλυτη γοητεία της ποιητικής δημιουργίας. Ένα έργο που επιτρέπει στον/στην αναγνώστη/-στρια να σταθεί με σεβασμό μπροστά στην τέχνη και τις σιωπές της.

 

Βιβλιογραφία

Cirlot, J.-E. (1995). Το Λεξικό των Συμβόλων, μτφρ. Ρήγας Καππάτος. Αθήνα: Κονιδάρης.

Κατσίκας, Π. (2024). Νήσος Κίρκη. Αθήνα: Δρόμων

Προύστ, Μ., Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, μτφρ. Π.Α. Ζάννα, Αθήνα: Ηριδανός

 

Περισσοτερα αρθρα