Η Μαριάννα Κατζαρά είναι φωτογράφος και ποιήτρια της Μεσογείου, γεννημένη στην Τυνησία από Έλληνες γονείς. Σπούδασε λογοτεχνία στη Σορβόννη και στη συνέχεια αφιερώθηκε στη φωτογραφία και την καλλιτεχνική δημιουργία. Το έργο της κινείται ανάμεσα στην εικόνα και το λόγο και εστιάζει συχνά σε ζητήματα ταυτότητας, μνήμης και περιπλάνησης. Έχει εκθέσει διεθνώς και έχει συμμετάσχει σε σημαντικές καλλιτεχνικές διοργανώσεις, ενώ το έργο της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Η πρόσφατη έκθεσή της Carthage or the memory of stones στο Κολοσσαίο της Ρώμης επιλέχθηκε ανάμεσα στις 12 μεγαλύτερες εκθέσεις για επίσκεψη στην Ιταλία. Ακολούθησε η έκδοση του βιβλίου «Η μνήμη των λίθων», εκδόσεις Electa, Mondadori (2020) που περιέχει φωτογραφίες της αρχαίας πόλης της Καρχηδόνας, αγάλματα, κίονες κ.λπ. μέσα από τη δική της καλλιτεχνική ματιά. Πρόσφατα, βραβεύτηκε από την πόλη της Τύνιδας και έλαβε τη διάκριση «Chevalier des arts et des Lettres» της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Η ποιητική συλλογή «Να μην ξεχάσω», από τις εκδόσεις Νίκας, 2024, αποτελεί την ελληνική έκδοση της συλλογής της Μαριάννας Κατζαρά (σε μετάφραση της Χρυσής Γιάντσιου) που κυκλοφόρησε στα γαλλικά με τίτλο «J’ai fermé mes maisons» («Έκλεισα τα σπίτια μου», éditions Bruno Doucey, 2021). Η συλλογή εκδόθηκε μετά το θάνατο της μητέρας της και συνδέεται με το προσωπικό της πένθος, το οποίο στάθηκε αφορμή να ανοίξουν για εκείνη οι δρόμοι της περιπλάνησης. Παράλληλα, ο ελληνικός τίτλος λειτουργεί συμβολικά, ως ένα αόρατο κλειδί που ανοίγει τα σπίτια της μνήμης, μέσα από την εξαιρετική μετάφραση της Χρυσής Γιάντσιου.
Η ποιήτρια γράφει για τα σημεία των καιρών, τους πολέμους και τις πολιτικές ταραχές που ταλανίζουν την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, τη μεγάλη πατρίδα της. Η ποίησή της αποπνέει μια αέναη κίνηση, μια διαρκή περιπλάνηση από λιμάνι σε λιμάνι και από τόπο σε τόπο, ακολουθώντας τις προσφυγικές ροές. Ταυτόχρονα, συνομιλεί με το παρελθόν και την ιστορία της περιοχής, για να ρίξει φως στο παρόν. Η γραφή της μοιάζει να δίνει φωνή στη σιωπή των φωτογραφιών της, φιλοξενώντας την ψυχή τους. Στο ποίημα «Γράφω» εξομολογείται:
Γράφω για αυτή τη χώρα/ πίσω από την ίριδα του κόσμου/ Γράφω για αυτές τις γεωγραφίες/ που υποφέρουν τη νύχτα/ Γράφω για αυτές τις ηπείρους που κρύβονται/ στη σκιά των χαρταετών
Γράφω για την άγνοια/ για την αδιαφορία/ για αυτά τα σιδερένια πέταλα/ μοιρασμένα στο λιμάνι/ για αυτά τα κλαδιά του δυναμίτη/ στην παλάμη των χεριών σας/ Γράφω για τον θόρυβο/ για τη συντριβή/ για το μπουκέτο από συρματοπλέγματα/ Γράφω/ Γράφω/ Θα γράψω στα γόνατα/ Θα γράψω όρθια
Στην αποβάθρα των αποχαιρετισμών/ γράφω για αυτές τις άδειες βαλίτσες/ για αυτά τα φορεία που θάβονται/ Γράφω με το στόμα κλειστό/ βομβαρδισμένες γειτονιές/ Γράφω για τους καρπούς των χεριών/ γράφω για τις πόλεις της Ανατολής/ Επιτέλους γράφω/ για τις κηλίδες από αίμα/ πάνω στην άμμο/ για τα κλειστά λουλούδια/ μέσα στα κύματα…
[…] Γράφω για το λίγο/ για το πολύ/ την πλημμύρα/ το απίστευτο/ το απίθανο/ το απροσδόκητο/ το αυθαίρετο/ το απρόβλεπτο.
Γράφω για την αβεβαιότητα των λέξεων/ Γράφω για τους φύλακες/ των οριζόντων που φλέγονται/ Γράφω για τη σιωπή των φωτογραφιών μου…
Απόσπασμα από το ποίημα «Γράφω»
Στις λέξεις της ο πόνος για την προσωπική της απώλεια διακλαδίζεται σαν χείμαρρος και ενώνεται στην πορεία του με την οδύνη των ανθρώπων που εγκαταλείπουν την πατρίδα τους λόγω του πολέμου ή της πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα τους, ταξιδεύοντας προς ένα άγνωστο μέλλον. Το πένθος της είναι μια ανοιχτή πληγή που την κάνει να νιώθει βαθιά αλληλέγγυα με τον πόνο κάθε ξεριζωμένου. Η ποίησή της γίνεται η φωνή των ανθρώπων που έχασαν τη δική τους σε «σταθμούς-φαντάσματα»:
Τα τρένα περνούν τη νύχτα / όπως οι άρρωστοι / και αποβιβάζουν / τους πρωτόγονους φόβους / σε σταθμούς φαντάσματα / Αυτούς των μπουμπουκιών / που είναι κλειδωμένα στη γη
Ο φόβος που τρέμει / τα κεντημένα στόματα / οι ουλές / πάνω στα εισιτήρια / ο μουδιασμένος πανικός / το Ταξίδι / ο πανικός / οι ταξιδιώτες / που κοιμούνται / ο πανικός / του κειμένου / που είναι γραμμένο / πάνω σ’ άλλα κείμενα
Λέξεις / που φυτρώνουν / μέσα από άλλες λέξεις / πάνω στην ίδια γη / Το μεγάλο πρωτότυπο σκαρίφημα / ένας αυτοσχέδιος χορός / άλλη μια προσομοίωση / πραγματικά δεν ξέρω πια τι συμβαίνει / Δεν βλέπω καλά / οι άνθρωποι / μέσα σε διαδρόμους / σε στοές σιδήρου / περπατούν ο ένας κόντρα στον άλλον / προχωρούν στριμωγμένοι / στα παράθυρα / όπου γράφει / μην σκύβετε γράφε γράφε / και κάνε σαν να μην συμβαίνει τίποτε
Σκέψου ότι μπορούμε / να ξαναβρεθούμε / στις Συρακούσες / και κλάψε στην Επίδαυρο / Σκέψου ότι μπορούμε να ξαναδούμε τους γλάρους / στο μικρό ψαρολίμανο του κόλπου του Aranci / όπου ο Γερμανός φωτογράφος / μπέρδευε τους χειμώνες
Τα πρόσωπα των ψαράδων / μπλεγμένα στα δίχτυα / Τα τρένα στη νύχτα / στα γόνατα / στη μνήμη των ανθρώπων.
«Τα τρένα φεύγουν τη νύχτα»
Η ποιήτρια δίνει φωνή στην τραυματική εμπειρία και στο δράμα που βιώνουν οι πρόσφυγες, οι μετανάστες και οι εκτοπισμένοι. Η περιοχή της Μεσογείου, με τις αρχαίες πόλεις της, τις Συρακούσες, τη Λαμπεντούζα, τη Σάμο, γίνεται το σκηνικό όπου γράφεται η ιστορία της εποχής μας. Μέσα από τους στίχους της, η μετακίνηση αυτών των ανθρώπων μετατρέπεται σε μια διαχρονική περιπλάνηση της ψυχής, η οποία αιωρείται ανάμεσα σε λιμάνια, σταθμούς και μνήμες μπλεγμένες στα δίχτυα του παρόντος. Δεν μιλά μόνο για την απώλεια της πατρίδας, αλλά και της ταυτότητας, η οποία ακυρώνεται σε έναν ξένο τόπο και πρέπει να ξαναχτιστεί από την αρχή, συχνά χωρίς τα απαραίτητα εφόδια της γραφής και της γλώσσας. Γι’ αυτό στους στίχους της ολοένα επαναλαμβάνει με πείσμα: «σου το λέω, δεν ξέρω να γράφω, δεν ξέρω να μιλώ».
Στην ποίησή της μιλάει μια ψυχή που αναζητά την αγάπη και αφηγείται σκηνές από τις ιστορίες των ανθρώπων. Άλλοτε είναι το πλάσμα που βγαίνει από τη θάλασσα με το κορμί γεμάτο λάσπη και φύκια για να βρεθεί σε έναν άγνωστο κόσμο, και άλλοτε είναι οι άνθρωποι που στέκονται στην προκυμαία ακίνητοι σαν πέτρες, περιμένοντας τον άνεμο να τους μετακινήσει, όπως στο ποίημα «Είδα την πόλη να ξημερώνει»:
Είδα την πόλη να ξημερώνει / πέντε η ώρα το πρωί / τότε που παίζουν τα σκυλιά με το φεγγάρι Είδα το φως/ που μετατόπιζε τις πέτρες / Είδα το μαύρο στίγμα / που κέρδιζε ξανά τον χώρο του/ και δεν χωρίζει η αυγή από τη νύχτα
Είδα αυτόν που μένει στο νησί / να τρέχει στο λιμάνι/ με διαλυμένο πρόσωπο/ Ναι, τον είδα / μόνο του / λιπόσαρκο / σεργιάνι να βγάζει τις στάχτες του / ένα βροχερό πρωινό
Είδα τους ανθρώπους που σφίγγονταν / ο ένας πάνω στον άλλον / Τους είδα που έκλαιγαν / γιατί δεν ήξεραν πια πώς να πουν γράφω, μιλάω / Τους είδα που έμοιαζαν / όπως οι πέτρες/ που περιμένουν τον άνεμο να τις μετακινήσει
Τους είδα τόσο ευάλωτους / τους είδα να χάνονται στην αγκαλιά των ερειπίων / τους είδα που συνέχιζαν να τρέμουν / με την ελπίδα / να αρπάξουν / ένα αστέρι / από το χάρτινο θέατρο
Άραγε το φως μάς έχει προδώσει / Άραγε οι γραφές μάς έχουν πει ψέματα / Άραγε σχοινοβάτες για πάντα / δίχως σώμα / δίχως ύλη
Άραγε
Ένα νεκρό πουλί στο στήθος
το είδα πάνω στην πέτρα / να χάνει τα φτερά του / Είδα τα φυλακισμένα λουλούδια του καλοκαιριού
Και το παιδί που έτρεχε για ν’ αποφύγει τις γεωγραφίες / που του έχουν χαράξει
Είδα το ζώο / ξαπλωμένο στο χώμα / Το είδα να μην απαντάει στο πλήθος / να στρέφει το πρόσωπό του προς τον τοίχο / και να πέφτει
Είδα το άγαλμα να κυβερνά / την αγωνία του κόσμου
Και μέσα στον φόβο βρήκα την ειρήνη
Και το πληγωμένο χέρι / να προσπαθεί ν’ ανοίξει / το σπίτι που κοιμόμουνα/ Τους είδα ν’ αναζητούν / στη θάλασσα/ τα πρώτα σπαράγματα της γης / και να τα φέρνουν μέσα στις απογυμνωμένες πόλεις
Δεν θα υπάρχουν πια χειμώνες / ούτε και καλοκαίρια / Δεν θα υπάρχουν πια ήλιοι / ούτε τ’ αστέρια / Δεν θα υπάρχουν πια ουρανοί για να διαβούμε / δεν θα υπάρχουν παρά μονάχα πέτρες μόνο οι πέτρες / και η χυδαιότητά τους / Οι πέτρες και η αδιαφορία τους / Πέτρες μεγάλες, πέτρες που πετάχτηκαν / που φορτώθηκαν, που εγκαταλείφθηκαν / πέτρες που γεννήθηκαν μονάχες τους στα μονοπάτια της μοίρας
Πνιγμένες πέτρες / στα ναυάγια / στερεές και αιχμηρές / Πέτρες που στέκονται στον λαιμό / δίχως ψυχή
Και η πόλη / μέσα στη μαρμάρινη κουρτίνα της / ακίνητη στον ήλιο
To ποίημα προδίδει την ψυχολογική κατάσταση των ανθρώπων που συνωστίζονται στην προκυμαία. Το κλάμα τους φανερώνει την απελπισία, τον πόνο και την αγωνία που τους διακατέχει. Η εικόνα του λιπόσαρκου άνδρα που βγάζει σεργιάνι τις στάχτες του στο λιμάνι και η σκηνές του φοβισμένου πλήθους, ενδέχεται να παραπέμπουν στις πρώτες μέρες της «Αραβικής Άνοιξης». Αν και η πόλη ξημερώνει, το μαύρο στίγμα των γεγονότων που συνέβησαν μέσα στη νύχτα εξαπλώνεται και το φως δεν ξεχωρίζει πια από το σκοτάδι στις καρδιές των ανθρώπων… Το πληγωμένο χέρι που προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα για να την ξυπνήσει την παρακινεί να φύγει και να γράψει γι’ αυτή τη μεγάλη πληγή. Η συγκινητική εικόνα του παιδιού «που τρέχει να αποφύγει τις γεωγραφίες που του έχουν χαράξει» δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά η αθώα παιδική ψυχή στον παραλογισμό του κόσμου μας, σαν μια σιωπηλή ευχή προς τις νέες γενιές να αλλάξουν το μέλλον.
Η αναφορά στις πέτρες διατρέχει όλο της το έργο και συμβολίζει δύο έννοιες που βρίσκονται σε διαρκή αντίστιξη. Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα μάρμαρα των αρχαίων μνημείων, της Καρχηδόνας ή των Συρακουσών, τα οποία μιλούν με την παρουσία τους για τον πολιτισμό που κληροδότησαν οι αρχαίοι λαοί, και από την άλλη οι ακατέργαστες πέτρες, τα υλικά και ψυχικά ερείπια που αφήνουν πίσω τους ο πόλεμος και οι δυστοπίες της σύγχρονης εποχής. Παράλληλα, οι πέτρες υποδηλώνουν την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες, σαν αντικείμενα που πετάχτηκαν και εγκαταλείφθηκαν στα περίκλειστα κέντρα υποδοχής.
Η ποιήτρια, συνδέοντας τα γεγονότα της εποχής μας με το παρελθόν, τα αγάλματα και τα μνημεία της αρχαίας Καρχηδόνας, δείχνει ότι η ιστορία της Μεσογείου, με τους διαρκείς πολέμους και τις αδιάκοπες μετακινήσεις πληθυσμών, δεν τελειώνει αλλά επαναλαμβάνεται αέναα μέσα στο χρόνο. Η ποίησή της, παρά τα ονειρικά της τοπία, φιλοξενεί ένα καθαρτήριο ψυχών, όπως και η ταραγμένη θάλασσα της Μεσογείου, ενώ και η ίδια επιμένει να μιλά για όσους δεν έχουν φωνή.
Μη σταματάς να μιλάς για τα σύνορα / για τη νύχτα που εκτοπίζονται οι πρόσφυγες / για τα βροχερά πρωινά / για τα φύκια που σκαρφαλώνουν / μες στα μάτια μου / για την αιώνια μετακίνηση.
Οι στίχοι της είναι φτιαγμένοι από θραύσματα αναμνήσεων και στιγμών. Σκιαγραφούν την ατμόσφαιρα που αποπνέουν τα γεγονότα, αφήνοντας να φανούν οι συνέπειές τους στην ανθρώπινη ψυχή και στη φύση. Όπως στο ποίημα «Πόσες βροχές», το οποίο αναφέρεται στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος από τον άνθρωπο για ίδιο όφελος, στηλιτεύοντας την ανθρώπινη απληστία. Το ποίημα θυμίζει την καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε στο Monte Pisano, κοντά στο χωριό Montemagno, τη νύχτα του Σεπτεμβρίου του 2018, πιθανότατα από εμπρησμό. Περίπου 11.500 στρέμματα από τους περίφημους ελαιώνες της Ιταλίας κάηκαν, καταστρέφοντας τη σπάνια ποικιλία ελιάς της περιοχής. Οι φλόγες ήταν ορατές από χιλιόμετρα μακριά, ακόμη και από την πόλη της Πίζας.
Πόσες βροχές, χρειάζονται / να ξεπλυθούν οι άνθρωποι / πόσα κλάματα για να ηρεμήσουν οι πόνοι τους / πόσα καμένα σπίτια στη γη της Επαγγελίας. / Πόσα ξεριζωμένα δέντρα στο χώμα… Πόσες ελιές / από το χωριό Montemagno / Πόσα μικρά μουσεία / στην πλατεία της Πίζας / πείτε μου πώς είναι δυνατόν ακόμα να ζούμε.
Σε ένα καφέ που θυμίζει χώρο αεροδρομίου, αν και δεν υπάρχει αεροδρόμιο στο Καϊρουάν, παρά μόνο ο δικός της διάδρομος της μνήμης, η ποιήτρια γράφει για την ημέρα που διάβασε στην εφημερίδα για την επίθεση στο Εθνικό μουσείο Μπαρντό στην Τύνιδα το Μάρτιο του 2015 που είχε ως σκοπό να πλήξει τον τουρισμό της χώρας.
Πάνω στο τραπέζι / μια είδηση / Σήμερα το πρωί / τρεις / τρεις θρασείς και βίαιοι νέοι / προχώρησαν στη σάλα με το μωσαϊκό / δερμάτινη τσάντα / φερμουάρ / ρευστός σίδηρος / μια τρύπα / δύο τρύπες / ίσως λίγες παραπάνω / στην αρχειοθήκη / τι σημασία έχει ο αριθμός / μια φτηνή σφαίρα / διέσχισε / το σώμα των αγαλμάτων / Μολυσμένη Ιλιάδα / ματωμένο Αιγαίο / και μου είχες πει / δεν θέλω να πεθάνεις / σε μια άλλη χώρα / και μου είχες πει / ότι ήταν γλυκά μέσα στις λέξεις…
Ένα λουλούδι φυτρώνει στη δεξιά πλευρά του προσώπου της ποιήτριας και δηλώνει ότι χωρίς αυτό δεν μπορεί να ζήσει ούτε να επιστρέψει σπίτι. Χωρίς αυτό, το σώμα της πλανιέται αδιάφορα ανάμεσα στα άλλα σώματα, χωρίς σκοπό. Θέλω να πιστεύω ότι το λουλούδι αυτό συμβολίζει το φακό της φωτογραφικής της μηχανής, μέσα από τον οποίο απαθανατίζει όσα συμβαίνουν στον κόσμο.
Στο πρόσωπό μου / Ένα μικρό λουλούδι / γεννήθηκε / Έχει για γείτονα / το παχύ γρασίδι / Κάποιες φορές το σούρουπο / παίζει με / τα πουλιά που μαζεύονται / πάνω στο χαρτί / άλλοτε πάλι κρύβεται στ’ αστέρια / από φόβο μην πνιγεί / Και γω περνάω / τη μέρα ψάχνοντάς το / Γιατί χωρίς αυτό / δεν μπορώ να γυρίσω σπίτι / Γιατί χωρίς αυτό / το σώμα μου / περιπλανιέται ανάμεσα στα σώματα…
Απόσπασμα από το ποίημα «Στο πρόσωπό μου»
Η ποιήτρια συνομιλεί διαρκώς μέσα από τις λέξεις της με ένα αγαπημένο πρόσωπο του οποίου η ανάμνηση διατρέχει διακριτικά τους στίχους της, σαν ανοιχτή επιστολή. Θυμίζει πόσο σημαντική είναι για τον άνθρωπο η αγάπη, μιας και εκείνη παραμένει στον κόσμο όταν όλα τα άλλα, όπως το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, έχουν χαθεί.
Μα τι λέει / η καμπύλη στο στενό / και ο πόνος στη μελάνη / Τι λέει η απεραντοσύνη / στην ατελή ανατομία / των ανθρώπων / Τι λέει η ανάμνηση / στην ύλη / και στην καταγωγή των σημαδιών / και οι διαγραφές / που δεν εγγράφηκαν / που στοιβάχτηκαν / που εγκλωβίστηκαν Μα τι λένε τα αρχεία στη μνήμη / και η απεικόνιση / στη γεωμετρική καταγραφή /
Είναι ένα όνομα
που διασχίζει τις σελίδες
κι αυτή η αγάπη
που δεν σταματά
να ουρλιάζει
Απόσπασμα από το ποίημα «Είναι αυτή η αγάπη»
Η Μαριάννα Κατζαρά βλέπει τη Μεσόγειο όχι ως σύνορο που χωρίζει, αλλά ως ένα κοινό πεδίο συνάντησης των λαών που ζουν γύρω της. Το όραμά της είναι η δημιουργία μιας μεσογειακής ταυτότητας στη συνείδηση των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής, πέρα από εθνικά όρια, θρησκείες και γλώσσες, που να αναδεικνύει έναν ενιαίο χώρο ειρηνικής συνύπαρξης και πολυφωνίας﮲ έναν χώρο όπου η διαφορετικότητα δεν λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά ως πηγή πλούτου και διαλόγου. Σε αυτή την προσπάθεια δεν είναι μόνη της﮲ υπάρχει ένα ευρύ δίκτυο πανεπιστημιών και ερευνητικών κέντρων που προωθεί αυτή την ιδέα.
Συνολικά, το όραμα της δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία ή την πολιτική, αλλά μας προσφέρει έναν βαθύτερο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο. Πέρα από αυτή την ιδέα, στην ποίησή της ενυπάρχει και μια πιο συναισθηματική διάσταση: η αγάπη που επιμένει ακόμη και μέσα στην απώλεια, κρατώντας ζωντανή τη σύνδεση με τον άλλον, αψηφώντας τις αποστάσεις, την ύλη και το χρόνο.


