«Τσίχλες ταξιδίου» του Μάκη Τσίτα (ISBN: 978-618-034-816-3)
Δεκαεννιά ανισοβαρή διηγήματα συναποτελούν τη συλλογή αυτή του Μάκη Τσίτα (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2026) που πειραματίζεται μεταξύ στιλ, δομής και γλώσσας. Έτσι, ορισμένα διηγήματα είναι διαρθρωμένα ως διάλογοι (π.χ. το εναρκτήριο «Βάλε τη ζακέτα σου» ή «Η εκδήλωση»), κάποια με έντονη θεατρική συνιστώσα (π.χ. «Ιστορία σε δώδεκα πλάνα») άλλα ως επιστολές (π.χ. «Αγαπητέ κύριε Μάικ Τζόουνς»)· ορισμένα έχουν εξομολογητική διάθεση και είναι πρωτοπρόσωπα (π.χ. «Μια συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία στο χρώμα του σάπιου μήλου»), άλλα είναι αφηγηματικά και τριτοπρόσωπα (π.χ. «Το φυλλαράκι»), κάποια είναι γραμμένα στο δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης (π.χ. «Φύλακες άγγελοι»). Στιλιστικά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το διήγημα «Θα σου πω» που περιέχει εξαιρετικά μικροπερίοδες προτάσεις, εν είδει τηλεγραφήματος, αλλά και το «Επιτύμβιο» που αποτελείται μονάχα από τρεις αράδες – και για μένα είναι το πιο δυνατό και συγκινητικό της συλλογής.
Μολονότι η μητέρα, και δη η μητέρα του συγγραφέα, επανέρχεται στα διηγήματα, η θεματολογία δεν είναι στενή – αντιθέτως έχει αξιοπρόσεκτη ευρύτητα με κάποια διηγήματα να είναι ακόμη και μεταφυσικά (π.χ. «Το ράσο»), ενώ άλλα να θίγουν ζητήματα αιχμής της επικαιρότητας (π.χ. «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη»). Η θεματική πολυσχιδία συνηγορεί στη διατήρηση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, χωρίς να συσσωρεύει ένταση – αυτό είναι κάτι που καταφέρνει αβίαστα η κατά διαστήματα επιστροφή στο θέμα της μητέρας του συγγραφέα.
Με αυτό κατά νου, επέλεξα να παραθέσω αποσπάσματα από το τελευταίο, ομότιτλο της συλλογής, διήγημα του βιβλίου:
Τα ταξίδια ήταν για τη μητέρα μου τεράστια ταλαιπωρία: ζαλάδες, πονοκέφαλοι, υπνηλία – έφτανε πάντα στον προορισμό της εξαντλημένη. Γι’ αυτό και τα απέφευγε συστηματικά […]
Αυτός ήταν ο λόγος που μέσα σε τριάντα χρόνια κατέβηκε μόνο τρεις φορές στην Αθήνα. Τις δύο πρώτες για να δει την αδερφή μου κι εμένα, και να μείνει λίγες μέρες κοντά μας. Την τρίτη –στα εβδομήντα δύο της πια– την έφεραν λόγοι υγείας […]
Της είπαμε, για να μην ταλαιπωρηθεί, να έρθει με το αεροπλάνο, αλλά και μόνο η σκέψη τής προκάλεσε τρόμο. Πήγα λοιπόν, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, με το αυτοκίνητο και την πήρα. Δεν έτρεχα καθόλου στο δρόμο· το παράθυρο του συνοδηγού ήταν διαρκώς μισάνοιχτο για να τη χτυπάει ο αέρας. Μόλις αισθανόταν άσχημα, σταματούσαμε. Όταν φτάσαμε σπίτι, Κυριακή απόγευμα, ήταν κομμάτια – πήγε κατευθείαν για ύπνο.
[…]
Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος. Δεν έκλαψα. Υπήρχαν πολλά πρακτικά θέματα που έπρεπε να τακτοποιηθούν – επικεντρώθηκα σ’ αυτά. Χρειαζόμασταν την ταυτότητά της. Στο νοσοκομείο μάς είχε μιλήσει για την κρυμμένη τσάντα στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαράς της. Τη βρήκα κι άδειασα το περιεχόμενο πάνω στο κρεβάτι: ήταν η ταυτότητα, το πορτοφόλι, τα δύο βιβλιάρια καταθέσεων, η βέρα και τα υπόλοιπα χρυσαφικά της. Κι ένα χάρτινο κουτί. Το πήρα στα χέρια μου. Είχε γράψει πάνω με κόκκινο στιλό: «Τσίχλες ταξιδίου για Αθήνα». Το έφερα στο μέρος της καρδιάς. «Αχ, μαμά μου» είπα και ξέσπασα.
Με τέτοια υλικά είναι ζυμωμένη αυτή η συλλογή διηγημάτων του Μάκη Τσίτα, στην οποία επιστρατεύονται επίσης και εντελώς διαφορετικά συστατικά όπως το χιούμορ, η ειρωνεία και η κριτική ματιά. Δημιουργείται έτσι ένα σύνολο με επίκεντρο την ανθρώπινη κατάσταση και τις τροπικότητές της, χωρίς να λείπει το σχόλιο επί κοινωνικών ή επίκαιρων θεμάτων, σε ένα βιβλίο όπου τον πρώτο λόγο έχει η αναγωγή στοιχείων της καθημερινότητας, ακόμη και λαϊκότροπων, σε τέχνη.
«Γίνεται κι αλλιώς» του Μεχμέτ Τζαν Ντογάν (ISBN: 978-618-231-275-9)
Στοχαστικός ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο Τούρκος ποιητής Μεχμέτ Τζαν Ντογάν, ο οποίος γεννήθηκε στην Καππαδοκία το 1969. Έχοντας εργαστεί χρόνια στην εκπαίδευση, έχει φτάσει πλέον σήμερα να είναι μέλος ΔΕΠ στο Τμήμα Δημοσιογραφίας της Σχολής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Γαζή. Κυρίως όμως είναι ποιητής· ένας ποιητής που «βρίσκει καταφύγιο στη γλώσσα […] η γλώσσα είναι η μοναδική πατρίδα του εξόριστου ατόμου. Επειδή αρνείται να υποταχθεί σε οποιαδήποτε εξουσία και δύναμη, η εξορία του αποκτά νόημα. Επομένως, ο εξόριστος ποιητής εκλαμβάνει ως μια προ-αποδοχή τον πόνο. Θα ζήσει και θα πονέσει ο ποιητής […] είναι ένας τραγικός ήρωας», όπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου (εκδόσεις Βακχικόν, 2025) ο μεταφραστής Αριστοτέλης Μητράρας, ο οποίος έχει κάνει και το εράνισμα των ποιημάτων που περιέχονται σε αυτό.
Ο Ντογάν αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ζωή και τις συνιστώσες της σε όλη τους την τραγικότητα: «Η ζωή έχει πάντα το κάτι παραπάνω της/ ραγίζει όσο κατηφορίζω και περιδιαβαίνω/ που στέκομαι στην όχθη της που κουράστηκα να την κουβαλώ» (από το ποίημα «Ο κήπος να ‘ταν εκείνος/η») ή «λένε πως ο άνθρωπος είναι κάτι το εύθραυστο/ κάτι που σκορπίζεται όταν ραγίσει το κέλυφος» (από το ποίημα «Στέρεες υψηλές πτήσεις»). Και την τραγικότητα στη ζωή τη δίνει ο πόνος:
οι πόνοι μεγαλώνουν δεν έμεινε χώρος στην ντουλάπα
οι πόνοι πάνε στη δουλειά
φτιάχνουν φαγητό βγάζουν για σεργιάνι τα παιδιά
ωφελούν άραγε οι πόνοι
μην ψάχνεις
(«Η κατάσταση του να είσαι σε αναμονή»)
Πρόκειται για πόνο που μετουσιώνεται σε υπαρξιακό κενό: «να υπάρχεις κάθε στιγμή σημαίνει να πολλαπλασιάζεις τον θάνατο/ σημαίνει ν’ αφυπνίζεις την αλγεινή κι εύθραυστη μνήμη» (από το ποίημα «Η ομορφιά της ύπαρξης»), μόνη διέξοδος από το οποίο φαντάζει ο έρωτας («κάθε φορά που έρχομαι σε σένα με την αίσθηση του θανάτου/ σαν ένα μαραμένο φύλλο/ και αποκομμένο από τα κλαριά του/ με γυρνάς πίσω στη ζωή/ φιλώντας με στα μαλλιά και τα μάτια», από το ποίημα «Στέρεες υψηλές πτήσεις»). Μόνο που και ο έρωτας ενίοτε μετατρέπεται σε πηγή πόνου, όταν δεν ανταποδίδεται ή μένει ανεκπλήρωτος:
Αγάπη μου που μοιάζεις με σύννεφο
που σε παρασέρνει ο αέρας αποδώ κι αποκεί
[…]
σε φιλώ στα μάτια
ξέροντας πως σημαίνει χωρισμός
(από το «Ζώδια ζώδια»)
Όμως και η ποίηση ή η συγγραφή γενικά όχι μόνο σώζει αλλά μπορεί να οδηγήσει και στην ευτυχία: «Ευτυχία είναι ο λόγος του ποιητή/ που οργώνει με το αλέτρι τη γη με πέντε υνιά» (από το ποίημα «Να πεθάνεις σαμάνε μας»).
Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να μένει η καρδιά ευαίσθητη πάση θυσία, να συνεχίσει να συμπονά τον κόσμο:
Να ξέρεις κάποιες φορές σημαίνει πολλά
άλλοτε να λιώνεις σαν μια νιφάδα του χιονιού που πέφτει
στην κάννη του υψωμένου όπλου
τα ευαίσθητα πουλιά της καρδιάς
μοιάζουν σαν τις ευαίσθητες νιφάδες του χιονιού
(από «Τα ευαίσθητα πουλιά της καρδιάς»)
Με το στοχαστικό του βλέμμα και με τη χρήση δυνατών συμβόλων όπως τα πουλιά που πετούν σε πολλά ποιήματά του, ο Μεχμέτ Τζαν Ντογάν υφαίνει βαθιά στοχαστικές εικόνες που λάμπουν μέσα στα ποιήματά του σαν γυαλιστεροί καθρέφτες, αντανακλώντας ερωτηματικά και αγωνίες του αναγνώστη και μιλώντας για καθημερινά πράγματα μέσα από έναν διαφορετικό, λίγο πιο θολό αλλά συγχρόνως και λίγο πιο καθαρό, φακό. Είναι μια αντίφαση βαθιά ριζωμένη στην ποίησή του, η οποία δεν βρίσκει διέξοδο παρά μόνο στη γλώσσα και στον στοχασμό.
«Τετ-α-τετ» της Μαρίας Δριμή (ISBN: 978-960-051-961-7)
Μέσα από το πρίσμα μιας ακραίας συνθήκης επιλέγει να κοιτάξει την ανθρώπινη κατάσταση σε αυτό το βιβλίο της (εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025) η Μαρία Δριμή. Πιο συγκεκριμένα, η νουβέλα της αφορά δύο σιαμαίες αδελφές κολλημένες στο κεφάλι που ήταν πολύ επικίνδυνο να χωριστούν και αναγκαστικά ζουν τη ζωή τους έτσι.
Πρόκειται για μια θεματική που ακουμπά πολύ στα θέματα της αναπηρίας, αφού κατ’ ανάγκη οι δύο αδερφές καθίστανται πρακτικά ανάπηρες, μολονότι δεν αντιμετωπίζουν κάποιο οργανικό θέμα. Βέβαια είναι μια αναπηρία εξωτική, λόγω της σπανιότητάς της, μια αναπηρία που δύσκολα κατατάσσεται, με αποτέλεσμα οι αδελφές να μη δικαιούνται ειδικό επίδομα (εξωϊδρυματικό ή παραπληγικό) αφού δεν πληρούν κανένα από τα κριτήρια που καλύπτει. Ωστόσο, στη διεθνή κωδικοποίηση νοσημάτων, η περίπτωσή τους έχει καταγραφεί:
Πρόσφατα η Άννα, ψάχνοντας το διαδίκτυο, ανακάλυψε στη διεθνή κωδικοποίηση νοσημάτων ICD-10 τον κωδικό Q89.4 που περιγράφει την περίπτωσή μας: Q89.4 Συνδεδεμένα δίδυμα: κρανιοπαγία, δικεφαλία, διπλό τέρας, πυγοπαγία, θωρακοπαγία. Ήταν ενθουσιασμένη. «Είδες, τελικά, που είμαστε αρρώστια; Θα βγάλουμε και επίδομα». Εγώ όχι μόνο δεν χάρηκα, αντίθετα τρόμαξα με αυτό το «διπλό τέρας». Δεν μας είχα σκεφτεί έτσι ποτέ. Της απαγόρευσα να ασχοληθεί περαιτέρω με το θέμα. Για καιρό κλωθογύριζε η φράση στο μυαλό μου. Διπλό τέρας. Κάποια στιγμή έπαψα να τη σκέφτομαι.
Βεβαίως είναι μια φράση που θα μπορούσε να περιγράψει όχι τόσο την κατάστασή τους όσο τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετώπιζαν όλοι οι άλλοι. Η ανοικείωση με το θέαμα που αποτελούσαν προκαλούσε πάντα πληθώρα αντιδράσεων, αρχής γενομένης από το σχολείο – όπου κατάφεραν να τελειώσουν το λύκειο, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω συνέχισης των σπουδών τους, ιδίως αφού καθεμία επιθυμούσε να ακολουθήσει διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο. Ενδεικτική της αντίδρασης των άλλων είναι η παράγραφος του βιβλίου που μιλά για κάποιες Απόκριες στο σχολείο:
Πήγαμε στην αποκριάτικη γιορτή, η καουμπόισσα παρέα με τη νεράιδα. Το ασημένιο πλαστικό πιστόλι της Άννας κρεμόταν πάνω από τη ροζ φουστίτσα μου. Η εμφάνισή μας στο σχολείο συνοδεύτηκε από τη μεγαλύτερη καζούρα της ζωής μας. Κάμποσα αγόρια από μεγαλύτερες τάξεις, ντυμένα κι αυτά καουμπόηδες, σχημάτισαν έναν κλοιό γύρω μας και άρχισαν να μας πυροβολούν με τα ψεύτικα πιστόλια τους, ενώ πολλές νεράιδες, πριγκίπισσες και Χιονάτες στέκονταν παράμερα γελώντας και γιουχάροντας. Κάποιος άσχετος, βλέποντάς μας, πιθανόν να σκεφτόταν ότι ήμασταν όλοι μαζί μια παρέα που διασκέδαζε, όμως ο τόνος και οι χειρονομίες των μικρών καουμπόηδων έδειχναν επιθετικότητα, κοροϊδία και σιχασιά. Μας σιχαίνονταν, αυτό ήταν, τους προκαλούσε αηδία η ίδια η ύπαρξή μας, μόνο έτσι μπορούσα να εξηγήσω τη συμπεριφορά τους, αφού τα μεγαλύτερα αυτά παιδιά δεν μας ήξεραν προσωπικά.
Η παράγραφος αυτή θίγει δύο βασικά ζητήματα: (α) την αηδία ως αντίδραση στο ανοίκειο θέαμα. Πράγματι, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης Bill Hughes έχει αναγνωρίσει την αηδία ως ένα από τα τρία βασικά συναισθήματα που πυροδοτεί η θέα του ανάπηρου σώματος, με τα άλλα δύο να είναι ο φόβος και ο οίκτος. Η αηδία είναι αντανακλαστικό σχεδιασμένο να μας κρατά μακριά από κάτι επικίνδυνο και έχει τις ρίζες της στα σωματικά υγρά που εκκρίνονταν από τους νοσούντες την εποχή των μεγάλων επιδημιών (πανώλης, σύφιλης κ.λπ.) που μάστισαν την Ευρώπη και ήταν επικίνδυνα για τον γενικό πληθυσμό, (β) την αποπροσωποποίηση που είναι η βασικότερη αιτία για τις αντανακλαστικές και τυποποιημένες αντιδράσεις κατά των αναπήρων. Αντί να βλέπουμε ένα ανθρώπινο ον, όταν τους κοιτάμε, βλέπουμε την ετικέτα «σακάτης», με αποτέλεσμα πέραν της απώλειας υγείας που υφίστανται να συναντούν και το, σοβαρότερο τελικά, πρόβλημα της απώλειας του προσώπου τους και του τσουβαλιάσματός τους κάτω από μια ταμπέλα.
Ενδεικτικό της προκατάληψης με την οποία αντιμετωπίζονται οι ανάπηροι, μεταξύ αυτών και οι δύο σιαμαίες της νουβέλας της Μαρίας (Μαρία και Άννα κι αυτές), είναι ότι αδυνατούν να βρουν οποιαδήποτε εργασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς οι σιαμαίες λογίζονται δύο διαφορετικά άτομα, κανένας εργοδότης δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει διπλές εισφορές – ή τουλάχιστον αυτό προβάλλεται ως δικαιολογία. Η μόνη δουλειά στην οποία θα ήταν περιζήτητες, αλλά δεν τη θέλουν, θα ήταν σε ένα τσίρκο τεράτων, όπου θα περιφέρονταν ως θέαμα: Κατά καιρούς είχαμε δεχθεί προτάσεις, μας έβρισκαν εύκολα παραγωγοί και ιδιοκτήτες τσίρκων απ’ όλο τον κόσμο, καθώς είμαστε καταχωρισμένες σε μια διεθνή βάση σιαμαίων. Θα περιοδεύετε δωρεάν σε όλο τον πλανήτη, μας είχε γράψει σε μέιλ ο διευθυντής ενός μεγάλου αμερικανικού τσίρκου που έκανε συλλογή από τερατώδη πλάσματα. Έτσι το έγραφε, “monstrous creatures”. Είχα πλαντάξει στο κλάμα, διαβάζοντάς το.
Αν προσθέσουμε τη μοναξιά που συνεπάγονται όλα αυτά, ιδίως μετά τον θάνατο των γονιών τους, την έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος (η Μαρία Δριμή επιμένει αρκετά στη διερεύνηση του συγκεκριμένου ζητήματος) και ενδιαφέροντος γενικά, την παντελή έλλειψη ιδιωτικότητας που συνεπάγεται η συνθήκη τους, την παροδική τρυφερότητα που βρίσκουν σε κάποια πρόσωπα τα οποία λόγω εξελίξεων της ζωής τελικά απομακρύνονται και άρα τις σωρευτικές απογοητεύσεις, καταλαβαίνουμε την επιλογή της Μαρίας, της αφηγήτριας της νουβέλας, που γράφει το τέλος της. Την καταλαβαίνουμε, αλλά είναι πραγματικά κρίμα.


