“Μόνο το φίδι αλλάζει δέρμα” του Νίκου Ψαρινόπουλου (ISBN: 9786182081822)
Μάνια Μεζίτη

Πρόκειται για την πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Ψαρινόπουλου (εκδόσεις Κουκκίδα, 2025). Ο συγγραφέας, ο οποίος μέχρι πρότινος έγραφε διηγήματα με λόγο μεστό, ύφος ρεαλιστικό και ήρωες καθημερινούς ανθρώπους, θέλησε να δοκιμαστεί σε ένα άλλο είδος λόγου, την ποίηση, μάλλον πιο απαιτητικό, μάλλον δυσκολότερο. Η ποίηση βάσει των συμβάσεων είναι απομακρυσμένη από τον ρεαλισμό. Η φράση «λογοτεχνικός ρεαλισμός» ούτως ή άλλως ακούγεται αντιφατική. Ο «ρεαλισμός» παραπέμπει στο ωμό και το αφτιασίδωτο ή ακόμα στο καυστικό και το τραχύ, ενώ η λογοτεχνία είναι ζήτημα καλλιτεχνίας (Ήγκλετον, 2024 σελ.62). Ένα μέρος της ρεαλιστικής γραφής θέλει να αποδράσει από τη λογοτεχνική σφαίρα και να μας δώσει την πραγματικότητα ωμή. Αλλά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί με απόλυτο τρόπο, από τη στιγμή που ο λόγος στη λογοτεχνία διαμεσολαβείται. Δηλαδή, από το γεγονός ως την καταγραφή του, από τη σκέψη του συμβάντος ως τη συγγραφή, μεσολαβεί ο χρόνος, μεσολαβεί ο άνθρωπος – ποιητής, υπάρχει το χαρτί και το μολύβι ή το πληκτρολόγιο και ο υπολογιστής. Και όσο είναι αδύνατον να επιτελεστεί στη γραφή πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, άλλο τόσο είναι αδύνατον να την εκλάβει ο αναγνώστης ως τέτοια. Αυτό όμως που, κατά τη γνώμη μου,  παίζει κυρίαρχο ρόλο είναι η πρόθεση. Η πρόθεση  του ποιητή. Και η πρόθεση του Νίκου στα ποιήματά του, μπορεί να μην είναι το να αναπαραστήσει επακριβώς την πραγματικότητα, οπωσδήποτε όμως το πραγματικό αποτελεί το σημείο εκκίνησης.

Αλλά πώς να μιλήσει κανείς για ποιήματα; Πώς να πει ότι είναι τόπος για να κρύβεσαι, ενώ συνάμα ανοίγεις την ψυχή σου στον κόσμο; Πώς να πει ότι γράφοντας κινείσαι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ιδίως τη στιγμή που σου έρχεται η έκλαμψη, τρως μια φλασιά, που λένε τα παιδιά, και εισάγεσαι σε μια απροσδιόριστη, και πολλές φορές απροσδόκητη κατάσταση, κι ώσπου να τελειώσει αυτό που σκέφτεσαι, γράφεις σαν υπνωτισμένος; Έστω κι αν δεχτούμε πως η διαδικασία της γραφής εμπεριέχει κάτι ελάχιστα μεταφυσικό, δηλαδή «τη φλασιά» – Μούσα την έλεγαν οι αρχαίοι –, το αποτέλεσμα, δηλαδή το ποίημα, δύναται να είναι κάτι τόσο κοντά σε αυτό που πολλοί έχουμε νιώσει, που κάποτε ίσως μας έχει προβληματίσει ή το έχουμε βιώσει. Η ταύτιση του αναγνώστη με το ποίημα είναι ένα απ’ τα ζητούμενα, ασφαλώς όχι το μοναδικό. Ο Νίκος το πέτυχε αυτό μ’ εμένα με τους παρακάτω στίχους:

Να χασκογελάς αχνά με τις ταινίες του Βέγγου
και ν’ απαντάς βουβά στην προτομή του Γέρου
του Μωριά

σε μια άρρωστη πατρίδα που πεθαίνει.

 Να ρίχνεις πασιέντζες που δεν θα έβγαιναν ποτέ
το στοίχημα να χάνεται απ’ το ημίχρονο
και να μη βρίσκεται αντίπαλος στο τάβλι.
Δεν το αντέχουνε πολλοί το άσσο δύο,

νεαρέ μου κασκαντέρ.

Μπορεί επίσης, για το αποτέλεσμα μιλάμε πάντα, να μας δημιουργεί απλώς προβληματισμό γύρω από μια διαπίστωση, όπως συμβαίνει με τον στίχο από το ποίημα του «Μπλάκμπερν – Σεβίλη» που λέει Οι ποιητές μπερδεύουν τις προσδοκίες με την πραγματικότητα. Αλλά ένα ποίημα μπορεί να προσφέρει απλώς αισθητική απόλαυση, χωρίς απαραίτητα να προβληματίσει,  εφόσον διαθέτει λυρικότητα ή βασίζεται σε ένα κυρίαρχο σχήμα λόγου, όπως συμβαίνει με το ποίημα «Καλοκαίρι»: Σαν τ’ απλωμένα χέρια των παιδιών που στροβιλίζονται γύρω απ’ τον εαυτό τους. Όμοια με πλανήτες σε απογευματινές αυλές.

Η ποίηση τού Νίκου, ως προς τη μορφή, βασίζεται στα κλασικά εκφραστικά μέσα, τις εικόνες, τις μεταφορές, τις παρομοιώσεις, τα σύμβολα. Τα ποιήματά του είναι γενικά ολιγόστιχα, με γλώσσα άλλοτε προφορική, άλλοτε λυρική και άλλοτε δανεική από λαϊκά άσματα. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι το περιεχόμενο υπαγορεύει τη μορφή, ή τουλάχιστον έτσι θα όφειλε, διακρίνουμε δύο τρόπους στην ποιητική του: τα πιο πεζόμορφα και αφηγηματικά ποιήματα, που συνήθως, όχι πάντα, διαθέτουν κοινωνικό περιεχόμενο και πολιτικό προβληματισμό, και τα ποιήματα με την κλασική διάταξη στη σελίδα. Ως προς τη θεματική το βιβλίο περιλαμβάνει ποιήματα αναστοχασμού, όπως το «Bullets», η «Αρκούδα» ή το «Υπάρχει Ιθάκη, κύριε Κώστα μου;» ποιήματα που αφορούν την κοινωνική κριτική, όπως η «Λαϊκή αγορά», ο «Επαίτης», ο «Φωταγωγός», ποιήματα για την παιδική μνήμη, όπως το «Κλειστό δωμάτιο», αλλά και μεικτά, παιδικής μνήμης και πολιτικής κρίσης όπως το «Πυρ», καθώς και ποιήματα ερωτικά, όπως η «Αιώρηση». Το κυρίως ζήτημα όμως στην ποίηση δεν είναι τι πραγματεύεται, αλλά πώς επιτυγχάνει το αποτέλεσμα. Τα ποιήματα του Νίκου διακρίνονται για έναν λόγο ευθύ, τίμιο και καθαρό, τολμώ να πω «αντρίκειο» έστω κι αν ο όρος είναι political incorrect, ένας λόγος που σπάει ενίοτε σε κομμάτια με ενδιαφέροντα τρόπο: είτε παρωδώντας, όπως στο ποίημα με τίτλο «Καψούρα», είτε εκφράζοντας τον φόβο και τον πόνο μέσω δυνατών συμβόλων, όπως στην «Αρκούδα», είτε μεταβαίνοντας σε μια απροσδόκητη εσωτερικότητα, όπως στο ποίημα που είναι αφιερωμένο στη Μαρία Λαινά. Αν τα ποιήματα του Νίκου ήταν αντικείμενο, θα ήταν κομπολόι, θα το κρατούσε κάποιος μόνος σε μια γωνιά του καφενείου, και μέσα στην απόλυτη ησυχία θα άφηνε αργά αργά τη μία χάντρα να πέσει πάνω στην άλλη, ώστε να ακουστεί ο ήχος. Και όπως γράφει και ο ίδιος: Πώς είναι δυνατόν / μερικές λέξεις και μια αράδα / να κάνουν τόση φασαρία;

Από τα παιδικά στρατιωτάκια στα τανκς της χούντας, ο Νίκος μεταβαίνοντας από το ειδικό στο γενικό,  καταφέρνει να κάνει τα ποιήματά του δημόσια. Αν και η Νέα Κριτική θεωρούσε πως οι ποιητές δεν έχουν απόλυτη κυριαρχία στα νοήματά τους (θυμηθείτε τη φλασιά, που είπαμε παραπάνω) και ότι το νόημα δεν έχει σχέση με μια υποθετική παρόρμηση στο κεφάλι του (που δεν θα τη μάθουμε ποτέ ακριβώς), αλλά ούτε και με τις προσωπικές σημασίες τις οποίες ενδεχομένως να του επισυνάπτει ο αναγνώστης, το ποίημα από τη στιγμή που εκτίθεται, δεν παύει να είναι δημόσιο αγαθό. Πώς όμως γίνονται τα ποιήματα δημόσια; Τα ποιήματα γίνονται δημόσια, δηλαδή παύουν να αφορούν μόνο τον ίδιο τον ποιητή, όταν γράφει στίχους όπως αυτούς: ένα περιστέρι πετάει μακριά απ’ τους βομβαρδισμούς και πλανάρει πάνω απ’ το κεφάλι μας ή κάθε πρωί φαγωνόμαστε φρέσκοι στο πιάτο του κέρδους ή σπίτι – εργασία και τούμπαλιν. Έτσι δηλαδή παύει η ποίηση να αποτελεί απομονωμένο φετίχ (Ήγκλετον, 1989 σελ. 49) παύει να αποξενώνεται από την κοινωνία, δεν ομφαλοσκοπεί, αλλά αποτελεί κομμάτι της. Η ποίηση του Νίκου, όταν μιλάει για τους ηττημένους που μετράνε από μέσα τους τις στάσεις των αργοπορημένων λεωφορείων, μας αναγκάζει να μην τους αγνοήσουμε. Και μας υπενθυμίζει πως κάποιοι άνθρωποι δεν έμαθαν καλή ορθογραφία επειδή από μικροί έπαιρναν αργοπορημένα λεωφορεία για να πάνε σπίτι-εργασία και τούμπαλιν.

Υπάρχει Ιθάκη, κύριε Κώστα μου;

Υπάρχει Ιθάκη, κύριε Κώστα μου;

Τριάντα χρόνια, ίδια διαδρομή
σπίτι – εργασία και τούμπαλιν
εξάνθημα στο πνεύμα

Δυο μπουκάλες άδειες
ένα λούτρινο αρκουδάκι
και μια ξύλινη χελώνα απέμειναν
να με κοιτούν στην κάμαρα
ανάμεσα σε βίαιους σπασμούς
με απορία

Ξεπέρασα την απελπιστική αδιαφορία τους
αφήνοντας πίσω χορταριασμένα μνήματα
άλλοτε όρθιος κι άλλοτε σπαραγμένος
δίνοντας μάχες με παιδικούς ανεμόμυλους
και σιχαμένα ζώα

Τραυματίστηκα. Δεν έκανα πίσω
κι ας απελπίστηκα από την ανημπόρια
κυνήγησα χίμαιρες, μάτωσα
έπεσα πληγωμένος

Έγραφα ξανά και ξανά
την ίδια αντιηρωική ραψωδία
με μελάνι απ’ τους αδένες μου
σπίτι – εργασία και τούμπαλιν

Η ασφυξία —αυτή η ασφυξία— με κυνηγούσε
υπομένοντας ανόητες κουβέντες
και νομικές διατάξεις,
εδάφιο ΔΕ και ΕΞΩ από ΔΩ

Κρεμασμένος τίναζα τα πόδια μου να τρέξω
μα σκόνταφτα συνέχεια
αιωρούμενος μπρος πίσω
αιχμάλωτος Σίσυφος

Τηλέμαχε,
η αντηλιά της σιωπής σου
μου σκίζει τα μάτια

Γέμιζε το κεφάλι μου
σκοτωμένα αισθήματα και καπνό

Για ποιο λόγο, κύριε Κώστα μου,
πλανήθηκα άσκοπα
στο λυκόφως των ηρώων;
Τι σόι σκοπευτής ήμουν — χωρίς στόχο;

Γιατί, Νίκο μου,
αγνόησες ορθά
τις κείμενες διατάξεις
και ακολούθησες πιστά τον χάρτη

Περισσοτερα αρθρα