Στην κόρη μου
Τόσα πράγματα ήθελα να σου δείξω,
να σου γνωρίσω τα πιο στοιχειώδη σωματίδια,
να σου εξηγήσω την παγκόσμια τάξη,
να σου αποκαλύψω τους μυστικούς κώδικες,
να σου κληροδοτήσω κειμήλια, παραδόσεις και στερεότυπα.
Συνέχεια επαναλαμβάνω – κοίτα,
κοίτα, κοίτα.
Κοίτα, εκεί είναι ένα λιβάδι,
το βάθος του είναι ως το πηγούνι
όταν το διασχίζεις, ο αέρας
στριφογυρίζει τα κεφάλια στις κορυφές των καλαμιών,
και εκεί, στη όχθη –
ξεραμένα πιάτα από κοπριά γελάδας,
το σφραγισμένο καλοκαίρι μας.
Κοίτα,
εκεί είναι οι άνθρωποι που μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο,
όχι, όχι εκείνοι με την αυτοπεποίθηση,
αλλά αυτοί, οι φοβισμένο που αμφιβάλλουνε,
οι τραυλοί, οι ατελείς,
ξεκάθαροι σαν την πρασινάδα του άνηθου,
που για μια στιγμή καταλαβαίνουν κάτι και τα χάνουν.
Κοίτα,
είναι η άμορφη ζύμη της νύχτας,
από αυτή μπορείς να ξεκολλήσεις κάτι,
όταν δεν έχεις τίποτα,
όταν μόνη και αδειανή,
κόβεις ένα μαύρο κομμάτι σκοτάδι
το βάζεις κάτω απ’ τη γλώσσα,
το κρατάς, μέχρι να μουσκέψει απ’ τα σάλια,
μετά λες κάτι,
και ό,τι πεις, θα γίνει.
Κοίτα,
είναι το πελαργόνι
με κόκκινους κόμπους στα δάχτυλα
στηριγμένο στο περβάζι
μυρίζει σαν τη γιαγιά μου
την προγιαγιά σου.
Κοίτα, είναι η άμμος,
έχει το χρώμα των μαλλιών σου.
Από τότε που γεννήθηκες,
όλου του κόσμου η άμμος
έχει το χρώμα των μαλλιών σου.
Στριφογύριζα, έλεγα και ξανάλεγα –
κοίτα, κοίτα
μέχρι που κατάλαβα ότι όχι εγώ,
αλλά εσύ μου τα δείχνεις όλα αυτά.
Εγώ μόνο ακούω και κοιτάω –
τρέχουν στο λιβάδι
μακροπόδαρα ανθρωπάκια,
σέρνονται τα ποδαράκια από ξυλάκια,
τρίζουν οι αρθρώσεις από γκραφίτι,
και το μόνο πράγμα στο κέντρο, το πιο όμορφο απ’ όλα
– είμαι εγώ –
σηκώνονται όρθια σαν ξυλάκια τα μαλλιά τους,
το κοτσάνι του πελαργονιού,
σφηνωμένο στην τριδάχτυλη βλεφαρίδα
σαν σημαία,
στο στόμα μουσκεμένα από σάλιο
κομμάτια από όνειρα,
άγουρη και σαστισμένη, αλλά η πιο, μα η πιο όμορφη.
Και ποτέ μου δεν θα ήμουν έτσι,
αν δεν υπήρχες εσύ.
Ντάιβα Τσεπαουσκάιτε (Daiva Čepauskaite)
μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης
από το βιβλίο Εφτά λιθουανοί ποιητές στον 21ο αιώνα
εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2018


