Με πρόσχημα το μεταναστευτικό ζήτημα, η ανάδυση της σκληρής ελληνικής πραγματικότητας! (για το βιβλίο “Ποτέ πια μόνος” (Plus jamais seul) του Caryl Férey, ISBN: 978-618-244-029-2)
Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Ο Γάλλος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων είναι πολύ γνωστός και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αφού τα περισσότερα βιβλία του έχουν ήδη εκδοθεί και εδώ. Φρόντισαν γι’ αυτό οι άψογης αισθητικής εκδόσεις Άγρα, οι οποίες έχουν επενδύσει αρκετά και σε αυτόν τον εμβληματικό συγγραφέα. Έναν από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του αποκαλούμενου γαλλικού αστυνομικού νουάρ μυθιστορήματος. Το καλοκαίρι του 2025, μια φωτοτυπία της πρωτότυπης έκδοσης του Ιουλίου του 2018, δόθηκε από τις εκδόσεις της εφημερίδας ‘Το Βήμα’ στους αναγνώστες του (εκδόσεις Το Βήμα / Άλτερ Εγκο Μ.Μ.Ε. Α.Ε., Ιούλιος 2025, μτφρ. Αργυρώ Μακάρωφ). Να σημειώσουμε με την ευκαιρία ότι και η πρωτότυπη έκδοση στη γαλλική γλώσσα κυκλοφόρησε το 2018 (Plus jamais seul. Editions Gallimard).

Ο λόγος που έγινε ετούτη η μικρή εισαγωγή στο συγκεκριμένο βιβλίο, είναι  η διαπίστωση ότι πολλά από τα αναγραφόμενα γεγονότα, αναφορές και οι όποιοι υπαινιγμοί σε αυτό το κείμενο, ισχύουν και σήμερα, ή τουλάχιστον επηρεάζουν την πολιτική ζωή της χώρας μας, και δυστυχώς όπως είναι ευνόητο  και την  καθημερινότητα των πολιτών. Το μυθιστόρημα του Καρύλ Φερέ, είναι ένα αστυνομικό νουάρ θρίλερ, αλλά το φόντο του αποτελεί η δύσμοιρη ελληνική πραγματικότητα της προηγούμενης δεκαετίας που χαρακτηρίστηκε από την απόλυτη οικονομική αλλά κυρίως την πολύπλευρη και πολύχρονη  κρίση της ελληνικής κοινωνίας.

Ένα ακριβό και ζηλευτό ιστιοπλοϊκό σκάφος που μετέφερε στα σπλάχνα του και έναν αριθμό προσφύγων ή μεταναστών, βυθίζεται στη Μεσόγειο, ένα γεγονός σύνηθες για την συγκεκριμένη περιοχή, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια η επικαιρότητα. Το γεγονός θα περνούσε απαρατήρητο πιθανότατα και για τον Μακ Κας, έναν παλιό αστυνομικό αλλά τώρα πολλαπλώς παραιτημένο από τη ζωή, αφού είναι μονόφθαλμος από έναν παλιό του τραυματισμό στο μακρυνό Μπέλφαστ κάποια στιγμή παλιότερα, χωρίς ψευδαισθήσεις για την υπόλοιπη ζωή του, συνειδητά αυτοκαταστροφικός και αδιάφορος για πολλά τεκταινόμενα στο περιβάλλον του. Όμως εδώ υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες. Ιδιοκτήτης του βυθισμένου ιστιοπλοϊκού, ήταν ο δικηγόρος Μάρκο, ένας πολύ καλός του φίλος. Ως παλιός αστυνομικός πληροφορείται κάποιες λεπτομέρειες του συμβάντος  που έγινε με την πρόσκρουση στο σκάφος του ενός  μεγάλου φορτηγού. Έτσι, κινητοποιείται και επανέρχεται το ενδιαφέρον του πρώην αστυνομικού για το συγκεκριμένο θαλάσσιο επεισόδιο, με δεδομένο το γεγονός της ικανής εμπειρίας του φίλου του στην ιστιοπλοΐα και στην πλοήγηση τέτοιων σκαφών.

Στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου, ο αναγνώστης μαθαίνει λεπτομέρειες για την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή του Μακ Κας, που τον οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση και στην σκληρή πραγματικότητα που βίωνε  τώρα. Παράλληλα με αυτό το γεγονός του φίλου του, έρχεται στο προσκήνιο μια δεκατριάχρονη κόρη του, η Αλίς,  που αγνοούσε έως τώρα, καρπός μιας παλιάς και επιπόλαιης σχέσης του  την οποία είχε απωθήσει στις άκρες του  μυαλού του. Έτσι τώρα ο Μακ Κας βρίσκεται ενώπιον δύο προκλήσεων. Να συνδυάσει τις διακοπές με την κόρη του και ταυτόχρονα να ερευνήσει τον πνιγμό του φίλου του, ένας κάπως δύσκολος, ομολογουμένως, συνδυασμός. Στην όλη προσπάθειά του ο κύριος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, οδηγείται στην Ελλάδα, στην Αθήνα και στο νησί της Αστυπάλαιας.  Γυρίζει στην περιοχή των Εξαρχείων, την αναρχική περιοχή της Αθήνας, όπως ονομάζει ο Φερέ, έρχεται σε επαφή με χαρακτήρες αριστερούς και αποστασιοποιημένους από την ενεργό επαγγελματική και πολιτική δράση, αντιστασιακούς που ενστερνίζονται βαθιά την άποψη ότι η βία είναι κάποιες φορές αναγκαία,  ενώ πληροφορείται αναγκαστικά για την κατάντια της χώρας μας και την απύθμενη λεηλασίας της από τους γνωστούς ανάλγητους δανειστές της, τις επιπτώσεις  της  οποίας βιώνει κατά κάποιο τρόπο και ο ίδιος στην ελληνική πρωτεύουσα.

Όμως η ουσία του μυθιστορήματος βρίσκεται αλλού.  Στο ζήτημα των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών που πλημυρίζουν τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται στο ανατολικό Αιγαίο, προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Την Αστυπάλαια, εν προκειμένω, όπου  διαδραματίζεται μια καλοστημένη επιχείρηση εκμετάλλευσης μεταναστών από πολλούς, διακινητές και μη,  ντόπιους και ξένους, και για ίδιον όφελος. Ο Μακ Κας μεταβαίνει  και εκεί για να πληροφορηθεί για ένα κύκλωμα που δραστηριοποιείται και εκμεταλλεύεται το ρεύμα των  μεταναστών, με αντικειμενικό σκοπό να το διαλύσει μαθαίνοντας παράλληλα τι ακριβώς έγινε με τον φίλο του και την πρώην σύζυγό του, Αντζελίκ, η οποία βρισκόταν πάνω στο ιστιοφόρο και βυθίστηκαν μαζί στη θάλασσα του Αλικάντε.

Ο Φερέ στο βιβλίο του αποδεικνύεται πλήρως ενήμερος για όλη την κατάσταση που αφορά το μεταναστευτικό θέμα στις θάλασσες της Μεσογείου και εν προκειμένω για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Την εκμετάλλευση των προσφύγων και των μεταναστών στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου από διακινητές που παζαρεύουν  τη ροή  και τη δυστυχία τους,  τα κράτη του Κόλπου που βρίσκονται πίσω από την εν λόγω μετακίνηση μουσουλμανικού πληθυσμού προς τις ευρωπαϊκές χώρες,  και όλα όσα εμείς γνωρίζουμε όλα αυτά τα χρόνια. «Οι παράνομες οργανώσεις ήταν αναρίθμητες, συχνά πολύ κακά οργανωμένες, οι περισσότερες γεννημένες απ’ τις στάχτες εκείνων που εξολοθρεύονταν», γράφει επ’ αυτού ο συγγραφέας και συνεχίζει, «Οι μεσάζοντες δούλευαν κυρίως για λογαριασμό της ντόπιας μαφίας, άλλοι πάλι, συνήθως παλιοί διακινητές, έφτιαχναν δικό τους κύκλωμα».  Παράλληλα με τις όποιες λεπτομέρειες του μεταναστευτικού ζητήματος εξιστορούνται και οι προσωπικές σχέσεις του αστυνομικού με τις διάφορες γυναίκες της ζωής του. Αρκετές σελίδες του βιβλίου, αφιερώνονται στη συστηματική λεηλασία του ελληνικού κράτους από Έλληνες και ξένους. Τα λιμάνια της χώρας, τα αεροδρόμια, τους οργανισμούς,  και όλα εκείνα που όλοι γνωρίζουμε αρκετά καλά. Σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας μέσω του χαρακτήρα του, είναι αρκούντως αποκαλυπτικός: « …όλος ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για τους Έλληνες…εσείς δεν κυριεύσατε κανέναν μετά την αρχαιότητα… Αν σας φοβούνταν, θα ήταν διαφορετικά… Όμως με τρεις ελιές, έναν χορό και τζατζίκι   δεν μπορείτε να επιβάλετε το νόμο στην Ευρώπη…», και λίγο παρακάτω πολιτικολογώντας «Δεν επιβιώνουν παρά οι άχρηστοι στον ΣΥΡΙΖΑ»!

Το αστυνομικό μυθιστόρημα «Ποτέ πια μόνος» στην πραγματικότητα ήρθε στη δημοσιότητα από το μεταναστευτικό ζήτημα στη θάλασσα του Αιγαίου. Κρίσιμο και διαρκές ερώτημα για τον αναγνώστη, είναι η αιτία για την οποία οι πρωταγωνιστές του βιβλίου θα έμπαιναν στον κίνδυνο να διασώσουν μικρό μόνο αριθμό μεταναστών. Ο συγγραφέας του στο πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, ξεδιπλώνει και σκιαγραφεί σε όλες τις παραμέτρους του, αλλά ταυτόχρονα με ωμό τρόπο, την κατάντια μιας χώρας, της δικής μας, μαζί με  τις ματαιωμένες προσδοκίες των πολιτών της, η οποία είχε την ατυχία να κυβερνάται δυστυχώς από ένα άθλιο, ανίκανο και αναποτελεσματικό πολιτικό σύστημα.

Περισσοτερα αρθρα