Προσεγγίζοντας την αυστηρότητα της ποιητικής τεχνικής της Άπω Ανατολής, εκφρασμένη με την πειθαρχία της μορφής στο ιαπωνικό τάνκα, δύο Καλαματιανές λογοτέχνιδες, δημιουργοί σε διαφορετικά πεδία του λόγου, αξιοποίησαν τη φιλική σχέση τους και την εκφραστική δύναμη του λόγου τους και συνέθεσαν στο παραπάνω πλαίσιο 51 μικρά ποιήματα, τα οποία και εξέδωσαν πριν λίγο καιρό από το Λεξίτυπον με τίτλο … και πέρα η θάλασσα (ISBN: 978-960-597-389-6).
Πρόκειται για τη Μαρία Σταθέα και την Ισμήνη Κωνσταντοπούλου, οι οποίες αναμετρήθηκαν με τους συλλαβικούς περιορισμούς ενός πανάρχαιου είδους ιαπωνικής ποίησης, που έχει ωστόσο αγαπηθεί από τους Έλληνες ποιητές και το αναγνωστικό κοινό καταθέτοντας τη δική τους προσπάθεια στον ιαπωνικής σύλληψης ποιητικό μινιμαλισμό, στην απλότητα, στη λεπτότητα και στη συναισθηματική φόρτιση που παράγει η εικονοποιία ή και το ίδιο το συναίσθημα.
Πρώτη η Μαρία Σταθέα, με πατρογονική καταγωγή από τη Μεσσηνιακή Μάνη, την οποία ήδη έχει υμνήσει ποιητικά, και σύμφωνα πάντα με τον πρόλογο που καταθέτει στο βιβλίο, ευφυώς θεώρησε ότι το μινιμαλιστικό τοπίο της ιδιαίτερης από κάθε άποψη μανιάτικης γης θα ήταν δυνατόν να απεικονιστεί εύστοχα με τη μορφή των χαϊκού, είδος με το οποίο και στο παρελθόν έχει επιτυχημένα ασχοληθεί. Έτσι τα δικά της τρίστιχα χαϊκού, με 17 συλλαβές, κατανεμημένες στο σχήμα 5-7-5, απλά, δωρικά σε ομορφιά, όπως το μανιάτικο τοπίο ή και γενικότερα το γλαυκό ελληνικό, φάνηκε να αναζητούν την επιβεβαίωσή τους, την ολοκλήρωσή τους, την επέκτασή τους. Η ευκολία της Ισμήνης Κωνσταντοπούλου στην έμμετρη έκφραση, σύμφωνα με το προλογικό σημείωμά της στο βιβλίο, έδωσε στη Μαρία Σταθέα την ιδέα της συμπλήρωσης των δικών της χαϊκού της με 2 ακόμη επτασύλλαβους στίχους από την Κωνσταντοπούλου έτσι ώστε να αυτά να μετατραπούν σε τάνκα. Μέσα από την όλη διαδικασία της επέκτασης του αρχικού υλικού, η Ισμήνη Κωνσταντοπούλου βρήκε τον «δρόμο», όπως λέει και πάλι στον πρόλογο, ώστε να συνθέσει και τα δικά της ολόκληρα τάνκα, τα οποία υπάρχουν στη συλλογή ανάμεσα στα συνεργατικά άλλα.
Μετά τα προλογικά σημειώματα των δύο δημιουργών, στα οποία εξηγούν το πώς και κυρίως το γιατί προέκυψε η συγκεκριμένη συνεργατική συλλογή, κατατίθεται χρήσιμο γραμματολογικό, κατατοπιστικό για τον αναγνώστη, κείμενο σχετικά με τα μινιμαλιστικά είδη της ιαπωνικής ποίησης. Το παραπάνω κείμενο μας πληροφορεί ότι η ολιγόστιχη ποίηση είναι μια πνευματική αναμέτρηση, που, στην περίπτωση της συνεργασίας, προϋποθέτει πνευματική και ψυχική συμπόρευση των δημιουργών, ώστε το αρμονικό τανγκό των δύο να το απολαύσει ο αναγνώστης και να γίνει κοινωνός αυτής της συμπόρευσης.
Θα τολμούσα δε να πω ότι οι δύο δημιουργοί όχι μόνο συνθέτουν μαζί αλλά και με επιτυχία προσεγγίζουν τον χαμένο στην ελληνική γραφή οπτικό χαρακτήρα της ιαπωνικής ποίησης, που της δίνει στο πρωτότυπο μια ιδιαίτερη αισθητική. Αυτή την αισθητική των συμβόλων-χαρακτήρων της ιαπωνικής γλώσσας οι ποιήτριες αντικαθιστούν με τα αυξημένα επίπεδα της ευαισθησίας τους, που πηγάζει από τα νοήματα, με αποτέλεσμα να απαλύνουν την απουσία της. Την απουσία της οπτικής αισθητικής αναπληρώνουν επίσης με τη λεκτική απεικόνιση του τοπίου, με τις οπτικές δηλαδή εικόνες, που αποπνέουν άλλοτε λυρισμό και άλλοτε φιλοσοφικό στοχασμό. Επιπλέον με τη διαμεσολάβηση μιας απλής αλλά όχι αβαθούς μορφής της γλώσσας και με την προωθητική δύναμη της μεταφορικότητας και της ενισχυτικής ακουστικής των παρηχήσεων, οι δύο δημιουργοί μεταγγίζουν το δικό τους συναισθηματικό φορτίο και προβληματισμό στον αναγνώστη /στρια.
Στην απαρχή της ποιητικής συλλογής …και πέρα η θάλασσα, η Μάνη, με την πέτρα ως προστασία και ζωοποιό στοιχείο της, κλείνει την ίδια τη ζωή. Το γκρίζο πέτρινο τοπίο παίρνει ομορφιά μόνο από την ελιά, από το ροζ του κυκλάμινου και το πυρό του ήλιου. Και η ομορφιά του μανιάτικου τοπίου συμπληρώνεται με τη φραγκοσυκιά, τη ρίγανη, τον δυόσμο και το θυμάρι και όλα τα βότανα. Τη χαμηλή αυτή βλάστηση επιτηρεί ψηλά από τον θρόνο του το δάσος της Βασιλικής με το βλέμμα στην ξερολιθιά, απλωμένη ως κάτω μέχρι τα βράχια και πέρα ως τη θάλασσα με τους γλάρους να «φιλάνε τα καράβια».
Το πρόσωπο της Μάνης είναι και οι άνθρωποί της‧ οι γυναίκες της, «ηλιοκαμένες κόρες / Γριές μαυροντυμένες», που λατρεύουν τον τόπο και έχουν συμβιβαστεί με τη μοίρα της. Ωστόσο Κίρκη και πλανεύτρα η Μάνη προσφέρει γκρίζους βράχους – βελόνια και παρθένες γοητευτικές ακτές συνώνυμες με τη μοναξιά ή και «τους παράφορους έρωτες» σ. 31. Η ιδιαιτερότητα του φυσικού τοπίου της συνυφαίνεται με το συναίσθημα και τους χαρακτήρες των ανθρώπων της ως παράγωγα στοιχεία του.
Από το δέκατο πέμπτο τάνκα της συλλογής και εξής οι καταγραφές των ποιητριών προσιδιάζουν όχι μόνο στο μανιάτικο αλλά και στο συνολικό θαλασσινό ή ημιορεινό ελληνικό τοπίο: «Ζωγραφισμένο κάδρο / όλη η βουνοπλαγιά» σ. 37. Ο άνθρωπος επίσης εμπλέκεται σε αυτό με αισθήματα γλύκας και ευφορίας, που κορυφώνονται καθώς εισάγονται και οι εποχές στο ποιητικό παιχνίδι, με την άνοιξη να υλοποιεί την ιδέα της Ωραιότητας.
Εικόνες εξαιρετικού κάλλους ζωγραφίζει ο λόγος των δύο ποιητριών απεικονίζοντας τη μέρα, τη νύχτα, τη μελαγχολία του χειμώνα με τον δακρυσμένο ουρανό. Στέκομαι ιδιαίτερα στα τελευταία στοχαστικής διάθεσης ποιήματα της συλλογής ξεχωρίζοντας τον αητό ως σύμβολο ελευθερίας. «Αητός διαπερνά / τ’ ανοιχτά τ’ ουρανού / φτερουγίζοντας / ελεύθερος πετάει / καημοί λησμονημένοι» και έπεται η παιδική αθωότητα, ο θνησιγενής έρωτας, το δυσπρόσιτο πρόσωπο της Αγάπης αλλά και η συχνά άνευ ερείσματος ελπίδα, που στοιχειώνει τα ανθρώπινα. Ξεχωρίζω το με άρωμα Ελύτη επίγραμμα των δύο: «Ω! Μέγα Σύμπαν / Απροκάλυπτα πιστοί / στο Αόρατο! / Μπροστά σου γονατίζω ο τόσο μικρός εγώ».
Τα στοιχεία της φύσης, ελληνικής ή μανιάτικης, συνδυάζονται με τον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ίδιο και τα πουλιά (αητός, καρδερίνα) αντανακλούν τα ανθρώπινα «θέλω» και νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι εικόνες που επιστρατεύουν οι ποιήτριες, πρώτα οπτικές και μετά ηχητικές, οσφρητικές και γευστικές υποκινούν τις αισθήσεις. Ο λόγος μεταφορικός και συχνά υπαινικτικός «Ένα φύσημα / ο κόσμος όλος κι όμως εσύ παλεύεις» σ. 64 επιτυγχάνει τη συγκίνηση του / της αναγνώστη /στριας, όταν ενώνεται με το διαχρονικό ελληνικό τοπίο της γαλήνιας συνύπαρξης του βουνού με το γαλάζιο της θαλασσινής απεραντοσύνης.
Η Μαρία Σταθέα και η Ισμήνη Κωνσταντοπούλου, στο πλαίσιο των κανόνων της ιαπωνικής ολιγόστιχης ποιητικής φόρμας του τάνκα, κατορθώνουν με την εικονοποιητική κυρίως λειτουργία της γλώσσας να αναδείξουν τη μοναδικότητα του μανιάτικου τοπίου, την αλληλεπίδραση της φύσης του με τον άνθρωπο, να στοχαστούν ανάλογα με τις εποχές, να υπαινιχθούν τα συναισθήματά τους, επιδιώκοντας να παρασύρουν και τον / την αναγνώστη /στρια να γευθεί μαζί τους την εμπειρία της ολιγόστιχης επεξεργασίας και καταγραφής όλων των παραπάνω. «Και ο άνθρωπος / παιδί σου είναι, Φύση / κομμάτι Θεού / Μικρός θεός και δαίμων / οι ρόλοι μπερδεμένοι» σ. 62.
Επίγευση στην αναγνωστική εμπειρία αποτελεί το εξαιρετικό επίμετρο της φιλολόγου Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου, που πρώτη με περισσή φροντίδα «χάιδεψε» τη μινιμαλιστική ποιητική σκέψη των δύο λογοτέχνιδων, παρέχοντας και την επιβεβαίωση της αρμονικής συνοδοιπορίας τους.


