Η Ψυχή της ποίησης: Ένα Ταξίδι με τα “Ποιήματα και Πεζά 1988-2018” της Γιώτας Αργυροπούλου (μέρος Α)
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου
Γιώτα Αργυροπούλου

«Ένα καινούργιο παραμύθι / με τύλιξε απόψε στις φτερούγες του για να δείξει απ’ την αρχή / τον κόσμο» (σ.26). Οι στίχοι αυτοί, διάφανοι και ταυτόχρονα γεμάτοι ουσία, δεν είναι απλώς λόγια. Είναι ένα κάλεσμα σε ένα ταξίδι στην καρδιά της ποίησης, μια είσοδος στον μαγευτικό κόσμο των στίχων της Γιώτας Αργυροπούλου. Μιας ποιήτριας που, με την ψυχή της ανοιχτή, έχει αποτυπώσει ανεξίτηλα το στίγμα της στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία.

Οι Εκδόσεις Μελάνι, το 2023, προχώρησαν σε μια σημαντική κυκλοφορία: Ποιήματα και Πεζά 1988-2018 Συγκεντρωτική έκδοση (ISBN: 978-960-9530-231-4). Ο τόμος αυτός, επιμελημένος με αγάπη και αίσθηση ευθύνης από την Πόπη Γκανά και τον έγκριτο φιλόλογο Κωνσταντίνο Κωστέα, συγκεντρώνει τις πέντε ποιητικές συλλογές που η ίδια η ποιήτρια είχε φροντίσει να εκδώσει, μαζί με ανέκδοτα ποιήματα και διηγήματα που βρέθηκαν στα χαρτιά της – κείμενα που φωτίζουν ακόμη περισσότερο το βάθος της γραφής της.

Η φωνή της Γιώτας Αργυροπούλου, φωνή σπάνιας ευαισθησίας και καλλιέργειας, υφαίνει με λεπτότητα τον έρωτα με την απώλεια, σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ενώνει τη μνήμη με τη νοσταλγία, δημιουργώντας έναν ιστό όπου το χθες ξαναζεί μέσα στο σήμερα. Η ιστορία συναντά το παρόν και μαζί γεννούν ένα ποιητικό σύμπαν που πάλλεται από διαχρονικό παλμό. Κάθε ποίημά της είναι ένα «καινούργιο παραμύθι» – ένας κόσμος που μάς τυλίγει, μάς αγκαλιάζει, και μάς αποκαλύπτει το ορατό και το αθέατο με έναν μοναδικό, διεισδυτικό τρόπο.

Η ποίησή της μάς προσκαλεί να δούμε πέρα από την επιφάνεια. Να αφουγκραστούμε τα ανεξίτηλα ίχνη του χρόνου, τους κραδασμούς των συναισθημάτων, τις σκιές που αφήνει ο χρόνος πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Μιχάλης Μερακλής, η Αργυροπούλου είναι μια ποιήτρια «εμφανώς ευαίσθητη, ενδυναμωμένη και με αρχαιογνωσία, που τη χειρίζεται διακριτικά». Η τέχνη της ακουμπά την παράδοση όχι ως φορτίο, αλλά ως ρεύμα ζωντανό, που αναβλύζει από τα βάθη της ψυχής και τη διατρέχει ολόκληρη. Δεν περιγράφει απλώς η Γιώτα Αργυροπούλου – ζωντανεύει. Μεταμορφώνει τη μοναξιά σε κοσμογονία, αναδεικνύει τη λεπτότερη πτυχή του βίου σε ποιητικό γεγονός. Μέσα από τη λυρική της δύναμη, μάς καλεί να ανακαλύψουμε το «θαύμα της ζωής», μέσα από τη σιωπή, τον έρωτα, την απώλεια, την ανάμνηση. Είναι σαν να ψιθυρίζει αρχαίες αλήθειες με φωνή σύγχρονη, πάντα ειλικρινή.

Η Γιώτα Αργυροπούλου κατάγεται από την Καλαμάτα – την ίδια πόλη που γέννησε τη φλογερή Μαρία Πολυδούρη. Μια πόλη που φαίνεται να εμπνέει ποιητικές φωνές με έντονη συναισθηματική ένταση. Αν η Πολυδούρη κατέγραψε με εκρηκτική τόλμη τους πόθους και τον εσωτερικό της κόσμο, η Αργυροπούλου, με φωνή πιο διακριτική αλλά εξίσου διεισδυτική, ανατέμνει τα αιώνια θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης: τον έρωτα, τη φθορά, το πέρασμα, την αναγέννηση. Η σύνδεσή τους δεν περιορίζεται στον τόπο καταγωγής. Βρίσκεται πρωτίστως στην ικανότητά τους να μεταπλάθουν το προσωπικό βίωμα σε καθολική αλήθεια, να γράφουν ποίηση που αγγίζει βαθιά, εκεί όπου όλοι συναντιόμαστε ως άνθρωποι.

Διαβάζοντας την ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου, συνειδητοποιούμε ότι η πορεία που χαράζει είναι κυκλική – μια διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στην αρχή και το τέλος, στο παρελθόν και το παρόν. Είναι ένας κύκλος αυτογνωσίας και ανακάλυψης, που προσφέρει στον/στην αναγνώστη/-στρια όχι απλώς την εμπειρία της ανάγνωσης, αλλά έναν καθρέφτη: έναν καθρέφτη της δικής του ψυχής, των κρυφών του σκέψεων, της μυστικής του θλίψης και ελπίδας. Ας αφεθούμε, λοιπόν, σε αυτό το συναισθηματικό ταξίδι. Ας περπατήσουμε τους στίχους της, ψηλαφώντας τον πλούτο της ποιητικής της δημιουργίας. Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν γράφει απλώς ποιήματα – μας χαρίζει κόσμους. Κόσμους από λέξεις, συναισθήματα και σιωπές, που έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν.

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή, Τοιχογραφία της Άνοιξης, (1998 αναθεωρημένη έκδοση με νέα ποιήματα 2006).ο έρωτας αναδύεται ως πρωταρχική δύναμη, πηγή ζωής, έμπνευσης και μεταμόρφωσης. Από τους πρώτους κιόλας στίχους, καθίσταται σαφές πως η ερωτική εμπειρία δεν εκφράζεται μόνο ως συναίσθημα, αλλά ως τρόπος αντίληψης του κόσμου. Στίχοι όπως: «Πήρε και της τραγούδησε.// Άπλωσε στο λαιμό της/ το Βόσπορο, το Μαρμαρά,/ τα μάρμαρα της Πόλης,/ την άγρια τριανταφυλλιά/ που εκεί τη λένε αγάπη» (σ.27) μαρτυρούν την ικανότητα της ποιήτριας να συνδέει τον ερωτικό πόθο με τόπους εμβληματικούς και σύμβολα ιστορικής και πολιτισμικής φόρτισης. Ο έρωτας αναγνωρίζεται ως μια εμπειρία σχεδόν μυθική, που εκτείνεται στον χώρο και στον χρόνο, γεφυρώνοντας το προσωπικό με το συλλογικό. Ωστόσο, στην ποίηση της Αργυροπούλου ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αμιγώς ειδυλλιακός. Συχνά βαραίνει από την αίσθηση της φθοράς και τον ουτοπικό του χαρακτήρα – μια αγάπη που μοιάζει με όνειρο και αφήνει πίσω της μόνο τη στάχτη. Όπως δηλώνεται στο ποίημα: Ωστόσο, στην ποίηση της Αργυροπούλου ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ποτέ ως αμιγώς ειδυλλιακός. Συχνά βαραίνει από την αίσθηση της φθοράς και τον ουτοπικό του χαρακτήρα – μια αγάπη που μοιάζει με όνειρο και αφήνει πίσω της μόνο τη στάχτη. Όπως δηλώνεται στους στίχους: «Τώρα ξυπνώ κι έχω τη στάχτη σου/ απλωμένη στην καρδιά μου» (σ.48), η ερωτική εμπειρία μετασχηματίζεται σε πόνο, μνήμη και σιωπή – απογυμνώνεται από τη λάμψη της προσμονής και γίνεται βάρος υπαρξιακό.

Οι στίχοι της –μεστοί, δωρικοί, συχνά σχεδόν ελλειπτικοί– εκφράζουν «το θαύμα της ζωής» μέσα από ένα κράμα άφατης τρυφερότητας και υπόγειου πάθους. Η λυρική της γραφή μπορεί να αιφνιδιάσει με τη σκληρότητά της: «Δαμασκηνό σπαθί/ στα σωθικά της», (σ.42) αλλά και να μαγνητίσει με την ευαισθησία και την αδιόρατη μελαγχολία που αποπνέει: «Ήξερε απ’ τα τραγούδια/ τι ήταν η αγάπη/ και το γνώρισε». Η συλλογή διαρθρώνεται ακολουθώντας την κυκλική πορεία των εποχών, και με το ποίημα «ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ» (σ.22) να αναδεικνύει τη σύνδεση του ερωτικού βιώματος με τη φύση. Η δε «ΜΙΚΡΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ» (σ.72) στο τέλος της συλλογής λειτουργεί ως ένας συγκινητικός επίλογος στην ερωτική αφήγηση.

Η Τοιχογραφία της Άνοιξης διαρθρώνεται με τρόπο κυκλικό, καθρεφτίζοντας τη διαρκή ροή και επιστροφή των εποχών – μια υπαρξιακή κίνηση όπου η φύση λειτουργεί ως κάτοπτρο του εσωτερικού τοπίου. Το ποίημα «Οι Τέσσερις Εποχές» (σ. 22) αποτελεί τον θεματικό άξονα της συλλογής, υπογραμμίζοντας τη βαθιά σύνδεση ανάμεσα στο ερωτικό βίωμα και τους ρυθμούς της φύσης. Η δε «Μικρή Τοιχογραφία» (σ. 72), που ολοκληρώνει τη συλλογή, λειτουργεί ως ένας τρυφερός και συνάμα συγκινητικός επίλογος στην ερωτική αφήγηση – μια τελευταία πινελιά σε μια τοιχογραφία μνήμης, απώλειας και αναγέννησης.

Στη δεύτερη ποιητική συλλογή, Νερά Απαρηγόρητα, (Πλανόδιον, 2004), η Γιώτα Αργυροπούλου μεταπλάθει τον γενέθλιο τόπο –το χωριό Κωνσταντίνοι της Μεσσηνίας– σε μυθικό τοπίο. Δεν πρόκειται απλώς για έναν τόπο γεωγραφικό, αλλά για έναν τόπο βαθιά υπαρξιακό, όπου οι αναμνήσεις, τα βιώματα και οι άνθρωποι γίνονται ύλη ποιητική. Οικείες εικόνες του παρελθόντος μεταμορφώνονται σε πανανθρώπινα σύμβολα, με φόντο έναν πολιτισμό που αναπνέει μέσα από τη φύση, τη μνήμη και την κοινότητα.

Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες, μέσα από τις οποίες ζωντανεύουν πράσινοι λόφοι, άνθη νεραντζιάς, ποτάμια, παιδικές φωνές, περιπλανώμενοι τσιγγάνοι, τραγούδια και παραμύθια, έρωτες και ξενιτιά. Όλα αυτά συγκροτούν την εικόνα μιας Ελλάδας λιτής, ζεστής, βαθιά ανθρώπινης. Στίχοι όπως:
«Στην τσέπη σου/ μια χούφτα σταφίδες γλύκαιναν το φόβο σου» (σ.96) και «Τα σπίτια αυτά τα πέτρινα, τα δίπατα,/ μέσα κρατούν τους γάμους τους/ μέσα και τους νεκρούς τους»(σ.122) αποτυπώνουν γλαφυρά τη λιτότητα της ζωής στην ύπαιθρο και τη συγκινησιακή πυκνότητα της καθημερινότητας. Ο χρόνος, η μνήμη και η απώλεια διυλίζονται μέσα από λεπτομέρειες της ύλης – από μια χούφτα σταφίδες έως τα θεμέλια ενός πατρογονικού σπιτιού. Κεντρικό μοτίβο της συλλογής αποτελεί το νερό – σύμβολο της ρευστότητας του χρόνου, της διαύγειας της μνήμης, αλλά και της συνεχούς ροής της ζωής και του θανάτου. Το ποίημα «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ» , με στίχους όπως: «Πλένουν οι μανάδες μας στρωσίδια του χειμώνα/ ολόκληρη ημέρα στο ποτάμι/ το πρώτο πανηγύρι στο νερό…» σ.98 συλλαμβάνει τη σύνδεση της καθημερινής ζωής με τον φυσικό κόσμο, ενσωματώνοντας τη συλλογική εμπειρία σε μια σχεδόν τελετουργική ποιητική γλώσσα. Το ποτάμι γίνεται σύμβολο κάθαρσης, ένα πέρασμα, ένας μυστικός τόπος συγκέντρωσης ζωής και μνήμης.

Η ποιήτρια, έχοντας αφομοιώσει ποικίλα ερεθίσματα –παραδοσιακούς στίχους, τη δημοτική και λόγια ποίηση, το προφορικό υλικό του λαού– δημιουργεί ένα δικό της ποιητικό σύμπαν. Η γλώσσα της, γεμάτη απλότητα και πυκνότητα συνάμα, αποπνέει μια στοχαστική νοσταλγία για τη νεότητα, για το παιδικό βλέμμα που θυμάται τα πάντα σαν θαύμα. Σκηνές, πρόσωπα, περιστατικά – όλα αποκτούν ποιητική βαρύτητα μέσα από το φίλτρο της εμπειρίας και της στοργής. Η συλλογή, αν και γεμάτη φως, δεν αποφεύγει τη σκοτεινή επίγνωση της ανθρώπινης μοίρας. Υμνεί τη χαρά της ζωής, μα δεν λησμονεί τη βεβαιότητα του τέλους. Ο κύκλος της ολοκληρώνεται με μια ιδιαίτερη ενότητα, αφιερωμένη στα «τραγούδια του χάρου», ποιήματα για πρόσωπα αγαπημένα που έφυγαν. Η φωνή της γίνεται πιο ψιθυριστή, πιο πένθιμη, σχεδόν προσευχητική. Στίχοι όπως: «Το σπίτι ανέμισε πανιά και μαύρα μοιρολόγια» (σ.129), «…Έσβησε ο Μίμης σα δροσιά,/ σαν τη δροσιά στο φύλλο…» (σ.132), συμπυκνώνουν τη θλίψη με μια φυσικότητα σχεδόν αρχαϊκή – εκεί όπου το πένθος δεν είναι κραυγή, αλλά τραγούδι. Τα Νερά Απαρηγόρητα αποτελούν μια από τις πιο ώριμες καταθέσεις σύγχρονης ελληνικής ποίησης, έναν ύμνο στη ζωή και στη μνήμη, δοσμένο με μια ποιητική φωνή που συνδυάζει την τρυφερότητα με τη στοχαστική σιγή, τη λογιότητα με τη ρίζα της παράδοσης. Είναι μια συλλογή που δεν διαβάζεται απλώς – βιώνεται.

Στην τρίτη της ποιητική συλλογή, με τον καίρια υπαινικτικό τίτλο Διηγήματα (Μεταίχμιο, 2010), η Γιώτα Αργυροπούλου επιχειρεί μια ιδιότυπη σύνθεση: αφηγηματική ποίηση ή, ίσως, ποιητική αφήγηση. Με τον τρόπο αυτόν, συνυφαίνει τον λυρισμό με την καθημερινή ιστορία, τη βιωμένη εμπειρία με τον στοχασμό, μετατρέποντας αναμνήσεις, συναισθήματα και υπαρξιακές αγωνίες σε ποιητικές σκηνές υψηλής έντασης και εσωτερικής καθαρότητας. Η συλλογή τιμήθηκε με το Βραβείο «Γιώργος Αθάνας» της Ακαδημίας Αθηνών – μια διάκριση που επισφραγίζει το βάθος και την ιδιομορφία αυτής της ποιητικής καταβύθισης. Η Αργυροπούλου εστιάζει στα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης μοίρας: μοναξιά, ξενιτιά, έρωτας, απώλεια, θάνατος. Όμως δεν τα κατονομάζει ωμά· αντίθετα, τα υπαινίσσεται με διακριτικότητα, αφήνοντας τις λέξεις να μεταφέρουν το άρρητο.

Στο ποίημα «Μετακόμιση», η οσμή του παλιού σπιτιού, οι σιωπές των αντικειμένων και η «μετακομισμένη μοναξιά» δεν είναι απλώς σκηνές μιας αλλαγής τόπου – είναι υπαρξιακές μετατοπίσεις, ίχνη εσωτερικής απώλειας. Στη λιτή εξομολόγηση ενός μετανάστη: «Να φύγεις», του ’πε ο πατέρας του, «να βρεις ψωμί να ζήσεις. / Στην Αυστραλία θα πας… / Είμαι καλά, έχω δουλειά. Πήρα γυναίκα ξένη. / Ξένα μιλούν και τα παιδιά./ Να μη με περιμένεις», συμπυκνώνεται η εμπειρία του ξεριζωμού, της αλλοτρίωσης, της ρήξης με το παρελθόν. Η συλλογή διατηρεί μια ισχυρή επαφή με τη δημοτική παράδοση. Ο ρυθμός, οι εικόνες, ακόμα και το λεξιλόγιο σε πολλά ποιήματα αντλούν από τον πλούτο των δημοτικών τραγουδιών – μια καταγωγή που η ποιήτρια όχι μόνο αναγνωρίζει, αλλά και τιμά. Στίχοι όπως: «Εμείς το παρομοιάσαμε σαν το βουνό στο χιόνι/ όσο να λιώσει το παλιό καινούργιο το πλακώνει» (σ. 41 και «…μαράθηκαν τα δέντρα κι όλα τα κλαριά / μαράθηκε κι ο Δήμος απ’ τα κλάματα» (σ. 68), δείχνουν πόσο οργανικά ενσωματώνει τον ρυθμό και την πνοή της προφορικότητας, όχι ως ύφος αλλά ως πηγή ζωής και συγκίνησης.

Επιπλέον, έντονη είναι και η διακειμενικότητα: ο απόηχος από τη θλίψη της Πολυδούρη, η στοχαστική λιτότητα του Καβάφη, η νοσταλγική αχλή του Καββαδία. Στίχοι όπως: «Σκύβουν οι κεφαλές φιλούν / και είναι η ελπίδα τους κερί / που σιγολιώνει…» (σ. 153), θυμίζουν την απελπισμένη ευγένεια της Πολυδούρη, ενώ στο ποίημα «Αριάδνη», όπου: «…η Αριάδνη φτάνει στο νησί / χωρίς σεντέφια και κοράλλια…» (σ. 176),
η ηρωίδα της ελληνικής μυθολογίας απογυμνώνεται από τον μύθο και στέκει μόνη, όπως όλοι μας, αντιμέτωπη με τη μοίρα. Αντίστοιχα, στο ποίημα με τα ασπρόμαυρα πανηγύρια των ’60s:«Στα πανηγύρια εκείνα του ’60 που ιστορούν / ασπρόμαυρες οι λιγοστές μου αναμνήσεις…» (σ. 208), διακρίνεται η θαλασσινή μελαγχολία ενός εσωτερικού Καββαδία.

Το ερώτημα που θέτει η ίδια η ποιήτρια προς το τέλος της συλλογής,  «Διηγήματα λοιπόν. / Διηγήματα έστω» (σ. 147), υπογραμμίζει την ενσυνείδητη ταλάντευση ανάμεσα στα είδη, αλλά και την ενότητα της δημιουργίας: ποίηση και αφήγηση δεν διαχωρίζονται, αντιθέτως διασταυρώνονται για να αποδώσουν το αόρατο φορτίο της ύπαρξης. Πρόκειται για μια συλλογή όπου η ποίηση μετασχηματίζει το καθημερινό, η μνήμη εμψυχώνει την απώλεια και η τέχνη διασώζει το άυλο.Τα Διηγήματα της Γιώτας Αργυροπούλου δεν είναι απλώς ποιήματα σε πεζολογική φόρμα – είναι ένα εσωτερικό τοπίο, ένας λεπτομερής χάρτης της ανθρώπινης ψυχής, όπου κάθε στίχος μοιάζει με βήμα σε δρόμο γνώριμο και άγνωστο ταυτόχρονα. Μας υπενθυμίζουν πως, τελικά, όλα είναι ιστορίες – ή όπως θα έλεγε η ίδια: ποιήματα, διηγήματα, έστω.

(συνεχίζεται)

Περισσοτερα αρθρα