«Η δικιά μας Ελένη» του Κώστα Βούλγαρη

ημερομηνια

Εμβριθές και αυτό το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη, όπως μας έχει συνηθίσει, εστιάζει στον μοντερνισμό όπως εκδηλώθηκε στην ελληνική ποίηση, προτείνοντας μια αφετηρία παλαιότερη της Γενιάς του ’30, που απλώνει τις ρίζες της στον Καβάφη, τον Βάρναλη και τον Καρυωτάκη. Ιδίως για τον πρώτο αναρωτιέται: «Σε ποιον ποιητή προστρέχουμε για να αναστοχαστούμε την ταυτότητά μας σήμερα, δηλαδή για να οριστούμε μέσα στο δύσκολο παρόν; […] Ποιος ποιητής είναι πιο συμβατός με τα ερωτήματα του καιρού μας;». Αλλά και για τους άλλους δύο γράφει: «Βάρναλης και, στη συνέχεια, Καρυωτάκης […] περνούν τη νεοελληνική ποίηση οριστικά στην αστική εποχή, στις αντιθέσεις, τα διλήμματά της και τις αντιφάσεις της».

Όλα καλά θα ήταν, αν ο Κώστας δεν καταλόγιζε δόλο στη συντροφιά των Θεοτοκά, Σεφέρη και Λορεντζάτου, οι οποίοι επιδίωξαν, όπως λέει, να διεκδικήσουν «για λογαριασμό της ιδεολογίας τους και του πολιτικού τους χώρου» τον τίτλο των πρώτων μοντερνιστών, απαξιώνοντας – όπως γράφει – την ήδη συντελεσμένη μοντερνιστική τομή. Μου φαίνεται αστείο. Ο υποβιβασμός της ποίησης του Καβάφη γινόταν επειδή η ποίησή του τότε ακόμη προκαλούσε αμηχανία: θεωρούνταν ανακόλουθη προς την παράδοση και ήταν ξένη και ανερμήνευτη για τους πολλούς. Άγνοια; Προφανώς. Δόλος όμως, μου φαίνεται αδύνατο να το φανταστώ.

Ας πάμε όμως παρακάτω. Έχοντας ορίσει εκ νέου το ρίζωμα του μοντερνισμού, τον ιχνηλατεί μέχρι την κατάληξή του, στο έργο του Νικόλαου Κάλας και του Νίκου Εγγονόπουλου. Σε αυτή τη διαδρομή, ο Κώστας στέκεται ιδιαίτερα στη Γενιά του ’70, η οποία πράγματι είχε μια ιδιαίτερη ποιητική συνομιλία με τον Καβάφη. Σε αυτήν αναζητεί το μοντερνιστικό πρόσωπο της Ελένης, ως συλλογικό σημείο αναφοράς της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από ένα ποίημα του εκπροσώπου της Γενιάς του ’70 Ντίνου Σιώτη, το οποίο παραθέτει ο Κώστας:

Η ΕΛΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ

Με την Ελένη γνωριστήκαμε εντελώς

τυχαία είχαν απεργία τα λεωφορεία κι

έκανε οτοστόπ δεν ήξερε προς ποια

 

κατεύθυνση πήγαινε την πήρα και την

πήγα στη σχολή (σπούδαζε ηθοποιός,

είπε) στο δρόμο είπε ότι την κούραζε

 

η Καλιφόρνια ήθελε να επιστρέψει

στον οίκο των Ατρειδών είπε για τη

ζωή της αλλά την είχε μπερδέψει με

 

τη ζωή που θα ΄θελε να ‘χε ζήσει με

τον Πάρι εγώ πάντως μετά από τόσα

χρόνια μπορώ και τη φαντάζομαι: η

 

Ελένη τελείωσε τη σχολή και ηθοποιός

πια υποδύεται την Ελένη στις Τρωάδες

πριν την απαγωγή…

 

Μεταξύ πληθώρας αναφερόμενων ποιητών, ειδική μνεία γίνεται επίσης στον Ηλία Λάγιο που, κατά τον Κώστα, «επανίδρυσε την νεοελληνική ποίηση» και άρα είναι ανάλογος του Σολωμού.  Ο Λάγιος απάντησε στην πρόκληση του «συγχρονισμού» της ποίησης με την εποχή της (εκείνη στην οποία γράφεται) και ήρθε σε διάλογο με το ιστορικό παρόν. Αυτό είναι το νόημα των παρακάτω στίχων του που μας θυμίζει ο Κώστας:

απ’ τον υπερσυντέλικο αρχίζοντας και φθάνοντας μέχρι τον άκρο μέλλοντα

που ‘ναι ο καθοριστικά συντελεσμένος

 

Έχοντας αναλύσει τον μοντερνισμό, ο Κώστας Βούλγαρης εξετάζει κατόπιν την υπέρβασή του, τη μεταμοντέρνα δηλαδή συνθήκη, κάνοντας αναφορά σε δύο ποιητικά βιβλία: τη Ζωή κλεισμένη (2002) του Δημήτρη Χουλιαράκη και το Μετά το τέλος της ομορφιάς (2003) του Χάρη Βλαβιανού, τα οποία αντιπαλεύονται «την όποια άνεση περιέχουν οι ύστατες απολήξεις/επιβιώσεις του κυρίαρχου παραδείγματος». Από την άλλη, παραδέχεται ότι «δεν έχουν παγιώσει τις συνάψεις τους, δεν έχουν δημιουργήσει γέφυρες με άλλα είδη του λόγου και άλλες τέχνες, δεν έχουν σταθεροποιήσει τις θέσεις τους […] όταν, επιπλέον, κάποτε, δεν πείθει η ευρωστία ή μάλλον, σήμερα, η σκηνοθεσία της ευρωστίας του ποιητικού υποκειμένου, η ποίηση εύκολα μπορεί να διολισθήσει σε έναν κόσμο γεγονότων ή σε έναν κόσμο ποιητικής, κίνδυνοι που εφάπτονται, αντίστοιχα, στα δύο βιβλία». Εξ άλλου «οι αγκυρώσεις της προηγούμενης ποίησης είναι ισχυρές και υποστηρίζονται, εκτός των άλλων, από το συνεχιζόμενο έργο σημαντικών και εν πλήρει ακμή ποιητών».

Έχω να πω σχετικά ότι είναι κατανοητή η λαχτάρα του Κώστα οι ποιητές να αποτελούν μέρος της εποχής τους, να αρθρώνουν λόγο για τα κοινά και να υιοθετούν μια ιστορική θεματική που να συνδέει το χθες με το σήμερα. Είναι πράγματι μεγάλο το έλλειμμα των ανθρώπων του πνεύματος που ασχολούνται με ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Τη συμμεριζόμαστε όλοι την άποψη του Κώστα. Αλλά είναι γεγονός ότι προσωπικά δεν έχω μπορέσει να διαπιστώσω, από τα πάμπολλα ποιητικά δείγματα που βλέπω κάθε χρόνο, ότι έχει όντως συντελεστεί μια τέτοια τομή. Η ποίηση που γράφεται σήμερα εξακολουθεί να είναι εσωστρεφής, να αναλώνεται στον εαυτό, να ζει στα μετερίζια του μοντερνισμού και να μην τολμά τη ρήξη. Και αυτό δεν έχει πολιτικό πρόσημο, αλλά πρωτίστως υπαρξιακό. Και αντικατοπτρίζει την ένδεια από την οποία γράφουν οι περισσότεροι ποιητές σήμερα. Ένδεια γνωστική, ένδεια πολιτιστική, ένδεια ιστορική. Ξέρω ότι συμφωνούμε σε αυτό, γιατί το γράφει και ο ίδιος ο Κώστας Βούλγαρης, εν είδει διαλόγου, στο κεφάλαιο «Αντικρίζοντας τη συντελεσμένη τομή»:

– Δεν έχουν όλοι οι ποιητές κριτικό λόγο.

– Σχεδόν όλοι οι νεότεροι δεν έχουν λόγο, ούτε στα ποιήματά τους.

– Και πώς επιβιώνουν στο κουρμπέτι;

– Φλυαρώντας, ασυστόλως.

– Αναφέρεσαι στην κοινωνική δικτύωση;

– Φλυαρούν παντούˑ ακόμα και σε δημόσιες εκδηλώσεις, όπου μετέχουν αφειδώς.

[]

– Θα ήθελα μια πρώτη, γενική παρατήρηση για το έργο τους [ΣΣ: των νέων ποιητών].

– Έλλειψη φιλοδοξίας.

– Με εκπλήσσειςˑ έχω ακριβώς αντίθετη εικόνα, απ’ όσους γνωρίζω.

– Δεν αναφέρομαι στις φιλοδοξίες των προσώπων.

– Αλλά;

– Σε εκείνη που είναι ενσωματωμένη στο κείμενο, ως φιλοδοξία του ποιήματος.

[…]

– Και ποια λοιπόν είναι η αυστηρή κρίση σου, για το ποιητικό τοπίο των νεότερων;

– Και ο τόπος τοπίο, έλεγε ο Σινόπουλος.

– Δηλαδή;

– Σχεδόν κανείς δεν φτιάχνει έναν τόπο.

– Τι θα ήταν αυτός ο τόπος;

– Του δράματος.

– Του δικού του;

– Της ποίησης.

– Δεν καταλαβαίνω.

– Όσο ο τόπος παραμένει τοπίο, σημαίνει πως δεν προχωράει κανείς.

[…]

– Ως γεωργός μιλάω.

– Τι είναι πάλι αυτό;

– Τι άλλο είναι ο κριτικός;

– Γεωργός;

– Του ποιητικού τόπου.

– Κι εσύ τον καλλιεργείς;

– Όπως το περιβόλι μου.

– Πάμε σε σχολικές παρομοιώσεις;

– Σε κυριολεξίες.

– Και τι παράγεις στο περιβόλι σου;

– Ο τόπος της ποίησης παράγει: όλα τα καλούδια του κόσμου.

 

Θα σταθώ, αντί κατακλείδας, στην καταληκτική παράγραφο του βιβλίου που πιστεύω ότι συνοψίζει το πνεύμα με το οποίο γράφτηκε: «Παρ’ ότι πεζογράφος, πάντα θεωρούσα ότι η ποίηση είναι που συνέχει τη διαδρομή μου, μα και όλη τη νεοελληνική διαδρομή, όπως την προσέγγιζα μέσα από την μελέτη και κριτική τής ποίησης. Άλλωστε η ποιητική παράδοση είναι η μόνη που διαθέτουμε ως εθνική λογοτεχνία και πάνω της ενοφθαλμίζονται όλες οι άλλες λογοτεχνικές εκφάνσεις. Αλλά, τόσα χρόνια ασχολούμενος με τη σύγχρονη ποίηση, δεν τη βρήκα πουθενά, δεν τη συνάντησα ποτέ, αυτή, τη δικιά μας Ελένη […] Ευτύχησα δηλαδή να αντιληφθώ μαζί με τον Σινόπουλο, ότι κεκυρωμένος δεν σημαίνει τίποτα, η μνημείωση είναι κενό γράμμα. Εγκατέλειψα λοιπόν την περιπλάνηση σε άγονες εκτάσεις, όπως το στατικό και μόνον κατ’ όνομα ταξίδι τής γραμματολογίας και άλλες ερημώσεις. Άρχισα να συχνάζω σε εναργείς τόπους τής ποίησης, σαν το Νεκρόδειπνό του (ΣΣ: του Σινόπουλου], μέσα στο νερό του ποταμού, όταν κυλάει. Εκεί, κατάφερα τελικά να συναντήσω την Ελένη, τη δικιά μου Ελένη…».

Κεκυρωμένος οπωσδήποτε κάτι σημαίνει, μολονότι όχι κάτι αποκλειστικό (τόσοι και τόσοι πραγματικά καλοί ποιητές δεν κεκυρώθηκαν ποτέ), και τη μνημείωση θα την απέρριπτα μόνο αν ήμουν ποιήτρια που έχει χαθεί μέσα στον πληθωρισμό της σημερινής ποίησης – πάλι διαφωνώ, με άλλα λόγια…

Όσο όμως και να διαφωνώ σε κάποια σημεία, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω μέσα στα γραπτά του Κώστα Βούλγαρη την άσβεστη αγάπη του για την ποίηση και να μην τον αγκαλιάσω γι’ αυτή την αγάπη που είναι κοινή μας, να μην τον σεβαστώ για την ειλικρίνειά του, να  μην τον συγχαρώ για την εμβρίθειά του και να μην τον αγαπήσω για τον ρομαντισμό του. Για όλα αυτά πάντα θα τον εκτιμώ και θα τον διαβάζω.

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Περισσοτερα αρθρα