Ο τίτλος της μελέτης της Αντωνίας Καππέ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υψικάμινος το 2024, και ειδικά η έκφραση «αναπαριστώμενη πραγματικότητα», συνιστά μια πρόκληση για την περαιτέρω διερεύνηση, αν λάβουμε υπόψη ότι ο ίδιος ο Καραγάτσης για το θέμα αυτό, σε ιδιόχειρο σημείωμά του που τυπώνεται σε μια συνέντευξη, το 1937,[1] τονίζει:
«Η πραγματικότητα μου δίνει την εντύπωση μιας κακοχρωματισμένης φωτογραφίας. Ο καλλιτέχνης που θα την αποδώσει ευσυνείδητα, θα κάνει πιότερο μια έκθεση πραγματογνωμοσύνης παρά ένα έργο τέχνης. Τέχνη, ίσον η γοητευτική παραμόρφωση της πραγματικότητας από το υποκειμενικό στοιχείο του δημιουργού. Απείρως γοητευτική. Μα παραμόρφωση».
Γι’ αυτήν λοιπόν την αναπαράσταση της πραγματικότητας, η συγγραφέας παραθέτει ένα σύντομο, αλλά απολύτως κατατοπιστικό θεωρητικό πλαίσιο με πλούσια βιβλιογραφία, κατανοητό και από τον απλό αναγνώστη, αλλά και τον απαιτητικό που θα ήθελε να εμβαθύνει περισσότερο στο θέμα αυτό.
Επιπλέον η οπτική του τόπου στη λογοτεχνία, άργησε να εμφανιστεί σε θεωρητικό επίπεδο, ενώ απασχόλησε τη νεοελληνική κριτική μετά το 1990.[2] Έτσι, το ερμηνευτικό εργαλείο που χρησιμοποιεί η συγγραφέας, την ανάλυση του χώρου /τόπου όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης, συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση του λογοτεχνικού έργου. Γιατί ο τόπος δένεται αδιάρρηκτα με τον χρόνο, και η ιστορία που επιλέγει ο συγγραφέας να παραθέσει, πρέπει να πλαισιωθεί με χαρακτήρες. Χαρακτήρες που γίνονται φορείς των ιδεών και των μηνυμάτων της κοινωνίας στην οποία ζει ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά και της «κατασκευασμένης μυθοπλαστικής κοινωνίας», στην οποία τους έχει τοποθετήσει να δράσουν.
Στο σημείο αυτό, η Αντωνία Καππέ επιλέγει να σταθεί στην έννοια του ήρωα. Τον παρακολουθεί στις μορφές εξέλιξής του μέσα στο χρόνο. Ξεκινά από τον χώρο της μυθολογίας με τον μυθολογικό ήρωα, ο οποίος εξελίσσεται σε λογοτεχνικό-μυθιστορηματικό ήρωα μέσω του έπους και της τραγωδίας, επισημαίνει την αντικατάστασή του ήρωα από τον χαρακτήρα και τις διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αρχική του εικόνα και καταλήγει στον αντιήρωα. Επιλέγει δε να παρουσιάσει ως αντιήρωες τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν και τον Γιούγκερμαν.
Θεωρεί όμως σκόπιμο να οριοθετήσει την πραγματικότητα της εποχής του Καραγάτση, αλλά και των δύο πρωταγωνιστών του. Και ο Λιάπκιν και ο Γιούγκερμαν έρχονται μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ως πρόσφυγες, ο μεν ένας στη Λάρισα, ο δε άλλος στον Πειραιά. Άρα για να τους παρακολουθήσουμε, χρειάζεται να κατανοήσουμε το ιστορικό-κοινωνικό-οικονομικό πλαίσιο της δεκαετίας 1920-1930, που η Αντωνία Καππέ το παρουσιάζει απολύτως εμπεριστατωμένα με πολλές βιβλιογραφικές αναφορές. Παράλληλα, μέσα στο πλαίσιο αυτό, παρακολουθεί και τον Καραγάτση, την ιδεολογία του, τις αντιδράσεις του στο υπάρχον κατεστημένο, ενώ εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να δομήσει τους ήρωές του. Και το θετικό στοιχείο είναι ότι παρέχει στον αναγνώστη μια πλήρη και συνοπτική εικόνα της εποχής από το 1920 και μετά, κινούμενη στον άξονα από το γενικό στο ειδικό: Ελλάδα- Θεσσαλία –Λάρισα, Πειραιάς. Επιπλέον, μέσα στο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό πλαίσιο εντάσσει και τα λογοτεχνικά κινήματα με τους εκπροσώπους τους από τον χώρο της ξένης και της ελληνικής λογοτεχνίας, εστιάζοντας περισσότερο στον ρεαλισμό, μια και αυτός αφορά τον Καραγάτση.
Η ρεαλιστική γραφή ξέρουμε ότι ενδιαφέρεται να αποδώσει πιστά την πραγματικότητα, με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων (όραση, ακοή, όσφρηση, αφή). Ο απλός αναγνώστης αποδέχεται τον συγγραφέα, αν αποκτήσει την αίσθηση ότι οι χαρακτήρες που έπλασε εντάσσονται σε ένα αληθοφανές κοινωνικό περιβάλλον και είναι ανθρώπινες μορφές, αναγνωρίσιμες, ζωντανές, ικανές να κινήσουν το ενδιαφέρον του και να κρατήσουν αμείωτη την προσοχή του. Ο υποψιασμένος αναγνώστης όμως και πολύ περισσότερο ο μελετητής του έργου ενός συγγραφέα, αντιλαμβάνεται ότι στο λογοτεχνικό έργο η πραγματικότητα που παρουσιάζεται δεν είναι μια ακριβέστατη φωτογραφική αναπαράσταση, αλλά έχει περάσει από φίλτρα που ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε. Έχει κατασκευάσει την πραγματικότητα μέσα από τα δικά του μάτια, ανάλογα με τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές του αναζητήσεις, αλλά και ανάλογα με το τι είδους προβληματισμό θέλει να προκαλέσει στον αναγνώστη, ή ποια κριτική θέλει να ασκήσει στο κοινωνικό, πολιτιστικό, οικονομικό, ή πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής του. Έχει όμως χρησιμοποιήσει πολλά και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία έχει καταγράψει, προκειμένου να αξιοποιηθούν στον κατάλληλο χρόνο, στοιχεία –ερεθίσματα- τα οποία σε κάποια χρονική στιγμή του έδωσαν το έναυσμα και την έμπνευση.
Ο Καραγάτσης πιστός στις αρχές του ρεαλισμού παρατηρεί την κοινωνία, αποθησαυρίζει κάθε τι που του κινεί την περιέργεια, το ενδιαφέρον, κάθε τι που κινεί του ψυχισμό του, καταγράφει το υλικό του, το οποίο στη συνέχεια ανασύρει για να το επεξεργαστεί με τη φαντασία του. Αποφασίζει για το σκηνικό στο οποίο θα εντάξει τους χαρακτήρες του, προτιμώντας για την μυθοπλασία του αληθινούς τόπους και πολύ συχνά τόπους βιωμένους από τον ίδιο. Η Αντωνία Καππέ επισημαίνει τη βαθιά γνώση του χώρου[3] που κινείται, των καταστάσεων που πραγματεύεται και των λογοτεχνικών χαρακτήρων που ζωντανεύουν στα έργα του, πλάθοντάς τους με όρους κοινωνικούς και ψυχολογικούς, γιατί ο Καραγάτσης «δεν επαναπαύεται στην επιμελημένη και ψυχρά υπολογισμένη κατασκευή, ούτε αρκείται στην επιφανειακή αληθοφάνεια. Αλλά με εργαλεία την επιστήμη της βιολογίας, και της ψυχολογίας προχωρά την έρευνα αναζητώντας την αλήθεια όπου και αν βρίσκεται και με όποιο κόστος». Έτσι σε ότι αφορά τον Λιάπκιν και τον Γιούγκερμαν, τους δύο αντιήρωες, ο Καραγάτσης «επικεντρώνεται σε ένα γνώριμο βιωμένο τοπίο-φύση-άνθρωπος μαζί με όλο το πολιτισμικό του συγκείμενο», το οποίο θα τεκμηριώσω παραθέτοντας τρεις χαρακτηριστικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον συγγραφέα που δείχνουν κλιμακωτά πώς ο τόπος, ο χρόνος και οι άνθρωποι γονιμοποιούν το έργο του.
Σκηνή 1η στη Ραψάνη τη δεκαετία του 1920 στην πλατεία της Ιτιάς. Η Ελένη Δημητρακοπούλου,[4] περίπου συνομήλικη με τον 18χρονο τότε Καραγάτση, αφηγείται τις εντυπώσεις της, όταν τον έβλεπε μαζί με τα άλλα παιδιά στο προαύλιο του Αγίου Αθανασίου: «Καθόταν ξαπλωμένος και αγνάντευε με τις ώρες και που και που έβγαζε ένα μπλοκάκι από την τσέπη του και ένα μολυβάκι και κάτι σημείωνε…. Καμιά φορά όμως δεν είχε κέφια και μόλις τον πλησιάζαμε μας έκανε με το χέρι να φύγουμε. Δεύτερη κουβέντα δε σήκωνε…. Πάντα είχε τη μανία να μας ρωτάει διάφορα πράγματα. Τι να έγραφε άραγε;» αναρωτιόταν η αφηγήτρια, χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι αυτά που κατέγραφε μετουσιώθηκαν σε διηγήματα που δημοσιεύτηκαν ανάμεσα στα 1925-1929, αλλά και πολύ αργότερα. Πρόκειται για τα διηγήματα: «Από το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση» (1928) η « Νυχτερινή Ιστορία» (1936), «Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο» (1940), «Εγώ μικρός με μένα και τη θάλασσα» (1927), « η Αννούλα» (1927), «Από τη ζωή του Μιχάλη Ρούση» (1943), «Λειτουργία σε Λα ύφεση» (1943), «Το αρχοντικό» (1928 Πυργετός). Τα πρόσωπα υπαρκτά, αναγνωρίσιμα από προφορικές αφηγήσεις, έστω και αν δίνει άλλα ονόματα, αλλά και οι περιγραφές χαρακτηριστικότατες για το Ανήλιο, τον Άγιο Θόδωρο και το δάσος, την Αγία Παρασκευή, τον πάνω και κάτω Προφήτη Ηλία, τον Αι -Θανάση,[5] τις γύρω βουνοπλαγιές με τα τοπωνύμια, τον θεσσαλικό κάμπο μέχρι τη Λάρισα, τη θάλασσα μέχρι τη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος.
Σκηνή 2η στη Λάρισα, δεκαετία του 50, με 7-8 φίλους του σε ένα ταβερνάκι στα Ταμπάκικα, στην οδό Βάκχου.
Αφηγείται ο Γιώργος Χατζηλάκος[6] για τον Καραγάτση, όταν περαστικός από τη Λάρισα, θα ήταν το τιμώμενο πρόσωπο από την παρέα του, στο ταβερνάκι – στέκι τους στα Ταμπάκικα, στην οδό Βάκχου. Ανάμεσα στους μεζέδες και το εκλεκτό ραψανιώτικο τσίπουρο, οι φίλοι διηγούνται ιστορίες από την καθημερινότητα της Κατοχής, και τον Εμφύλιο. Ένας φίλος, ικανότατος στο να διηγείται ιστορίες, αιχμαλωτίζει την προσοχή του Καραγάτση, ζητώντας του να πει με κάθε λεπτομέρεια ό,τι ξέρει και όπως τα ξέρει. Όταν ο παραμυθάς της παρέας, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι, ξεφεύγει από το θέμα, λέγοντας πιο ευχάριστες ιστορίες με την αιτιολογία «τι τα θέλουμε τώρα αυτά, της δυστυχίας κουβέντες, μια χαρά τρώμε και πίνουμε», ο Καραγάτσης επεμβαίνει δυναμικά και τον διατάσσει να τα εξιστορήσει όλα, ας είναι και αδέξια, γιατί ήθελε να τα μάθει όλα. «Όλα, πες τα τώρα», φώναζε άγρια στο μαγαζί «με ενδιαφέρουν». Άκουγε με τα μάτια μισόκλειστα χαμένος στους καπνούς των τσιγάρων που άναβε το ένα μετά το άλλο. Σαν το γεράκι οσμιζόταν λαγό, καινούργιες ιστορίες χρήσιμες για τη συλλογή του. Όταν, ξημερώματα, η παρέα σηκώνεται να φύγει και τον ξεπροβοδούν στο σταθμό των τρένων για Αθήνα, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του τρένου, εξακολουθεί να ζητά πληροφορίες για τα πρόσωπα των ιστοριών που άκουσε, μέχρι που το τρένο ξεκινά. Από αυτή τη νύχτα προέκυψε το διήγημα «Μπουχούντσα».
Αλλά και η κόρη του Μαρίνα επιβεβαιώνει: «Στην Άνδρο θυμάμαι πήγαινε στο καφενείο και μιλούσε με τους ναυτικούς, μαγαζάτορες, με τον γιατρό, τον φαρμακοποιό. Τους ξεμονάχιαζε και του άρεσε να ακούει ιστορίες και ανθρώπους να μιλάνε. Διάβαζε πολύ ιστορία και είχε φοβερή μνήμη».[7]
3η σκηνή στη Σύρο, τόπος που κινούνται και δρουν τα πρόσωπα της «Χίμαιρας» και της «Μεγάλης Χίμαιρας».
Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες μπορούμε να φανταστούμε τον Καραγάτση με μια παρέα Συριανών εφοπλιστών, βιομηχάνων και γενικά εύπορων αστών της πόλης.[8] Φιλοξενείται στην έπαυλη του Μιχάλη Πνευματικού και του Στάθη Γιανναγά, εφοπλιστές που ίδρυσαν μια από τις καλύτερες ναυτιλιακές εταιρείες στην Ελλάδα, με έδρα την Ερμούπολη, την «Ατμοπλοΐα Κάσου» με τη Σύρο να παίρνει τον τίτλο «Καραβοκύρισσα» και να γίνεται εφοπλιστικό νησί. Ο Καραγάτσης όχι μόνο ενσωματώνεται στην παρέα, αλλά γνωρίζει και καταγράφει τη συριανή κοινωνία (κασσιώτες ναυτικοί, ταξίδια, ναυάγια, χοροί και στολές αποκριάτικες, συζητήσεις περί βιομηχανίας, περιγραφή του νησιώτικου τοπίου, ψάρεμα), συγκεντρώνει και ερευνά στοιχεία, τόσο αποτελεσματικά, που εκπλήσσει ο τρόπος που διαπλέκει την πραγματικότητα με την αναπαριστώμενη στα έργα του «Χίμαιρα» που δημοσιεύει στα 1936 και «Μεγάλη Χίμαιρα» που δημοσιεύει στα 1953, μετά από 17 χρόνια με περισσότερα στοιχεία εμπλουτισμένη.
Θα συνδέσω τη σκηνή αυτή με την 1η της Ραψάνης και τα δύο διηγήματα, «Από το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση» (1928) και τη «Νυχτερινή Ιστορία» (Αύγουστος 1936), γιατί αυτά τα δύο προετοιμάζουν θεματικά τη Χίμαιρα που δημοσιεύεται σε συνέχειες στη Νέα Εστία από 1/1/1936 έως 1/4/1936. Είναι γνωστό βέβαια ότι ο Καραγάτσης είναι ο μοναδικός συγγραφέας ο οποίος αναθεωρεί τα κείμενά του επαυξάνοντάς[9] τα με νέα στοιχεία,[10] ή τα συμπληρώνει. Έτσι έχοντας ένα μοτίβο-αρχέτυπο, το προσαρμόζει σε τόπο και χρόνο πραγματικό, εμπλουτίζοντας το με τα κατάλληλα στοιχεία που έχει επιλέξει, από ένα υλικό που προέρχεται από την έρευνα, τις αναγνώσεις και τα προσωπικά του βιώματα. Στα συγκεκριμένα έργα του το μοτίβο-αρχέτυπο είναι: σχέση παράνομη ανάμεσα στη γυναίκα και τον μικρότερο αδελφό του άντρα της, ο οποίος τον συντηρεί και τον σπουδάζει με δικά του χρήματα ή ανάμεσα στον άντρα και την αδελφή της γυναίκας του. Προκύπτει εγκυμοσύνη, το παιδί ή γεννιέται ή πεθαίνει και αυτός ή αυτή που διέπραξαν την απιστία έχουν τραγικό τέλος.
Και εδώ πραγματικά μπορεί κανείς συγκριτικά να παρατηρήσει πώς επεξεργάζεται και αναπαριστά κάθε φορά την πραγματικότητα με άξονα τον τόπο τον χρόνο και τους ανθρώπους, αρκεί βέβαια να έχουν διερευνηθεί από τον μελετητή όλες οι πληροφορίες που αφορούν τον τόπο που είναι βιωμένος από τον Καραγάτση.[11] Γιατί η ελλιπής έρευνα ενδέχεται να δημιουργεί ερωτήματα ίσως παραπλανητικά, όπως για παράδειγμα αν πήγε ποτέ στη Σύρα.[12]
Η επιβεβαίωση όμως έρχεται από την κόρη του Μαρίνα,[13]η οποία λέει: «Εκείνο τον καιρό δουλεύει στον Πειραιά, σε μία ασφαλιστική εταιρία,[14] που ήταν αντιπροσωπεία μίας Ελβετικής εταιρίας και ζυγίζανε σιτάρια. Ο πατέρας μου μόλις είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο και τον είχε πάρει νομικό σύμβουλο, αλλά στην ουσία τον έστελνε σε διάφορα λιμάνια και παρελάμβανε τα φορτία. Με τα ταξίδια που έκανε τότε και στη Μυτιλήνη και στη Σύρα και στην Καλαμάτα πήρε στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε μετά και για τη «Μεγάλη Χίμαιρα» στη Σύρα και για τη Μυτιλήνη στο Γιούγκερμαν. Και βέβαια έμαθε πολύ καλά τον Πειραιά». Η άλλη επιβεβαίωση έρχεται από την Συριανή Ευαγγελινή Γλυνού[15]– Αρχαιολόγο- Ιστορικό – η οποία αναφέρει ότι ο πατέρας της Άγγελος Γλυνός[16] φιλοξένησε τον Καραγάτση μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Γιώργο Ζαρίμπα,[17] το καλοκαίρι και τον χειμώνα του 1935 στο εξοχικό του στη Σύρο. Εκεί γνώρισε πολλούς Κασιώτες ναυτικούς και αστούς, την κοινωνία της Σύρου,[18] αλλά και θαλασσινά τοπία, όταν τα πρωινά πήγαιναν για ψάρεμα. Τόσο τον ενθουσίασε το ψάρεμα, αφηγείται η Γλυνού, ώστε ήθελε να γράψει μια νουβέλα για το ψάρεμα, αλλά τελικά τις σκηνές ψαρέματος τις πρόσθεσε στη «Μεγάλη Χίμαιρα».
Η παρένθεση με τις τρεις σκηνές, αποκαλύπτει τον τρόπο που ο Καραγάτσης συλλέγει τα «οικοδομικά» υλικά με τα οποία θα χτίσει το έργο του, έχοντας ως στόχο από το ολικό να στραφεί στη μονάδα, μελετώντας τη συμπεριφορά του ατόμου, όπως επισημαίνει η Αντωνία Καππέ. Έτσι σε ότι αφορά τον Λιάπκιν, οι προφορικές μαρτυρίες και οι αφηγήσεις φίλων του,[19] παίζουν σημαντικό ρόλο αποκωδικοποιώντας τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστά την θεσσαλική πραγματικότητα. Υπαρκτό πρόσωπο ο Λιάπκιν, υπαρκτός και κόσμος γύρω του, υπαρκτός και ο μυθοπλαστικός κόσμος που παρουσιάζει ο Καραγάτσης, διαπλέκονται και είναι δυσδιάκριτα τα όρια τους, αναπαριστούν τη φιλτραρισμένη από τον συγγραφέα πραγματικότητα. Η αληθοφάνεια που πετυχαίνει, αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες και κεντρίζει το ενδιαφέρον τους, αναζητώντας την πραγματικότητα σε τόπο και πρόσωπα. Τελικά, όσο και αν η νεοελληνική κριτική πολύ αργά ασχολήθηκε με τη σημασία του λογοτεχνικού χώρου, αν είναι μυθοπλαστικός ή πραγματικός χώρος και βιωμένος από τον συγγραφέα, πώς διαπλέκεται με τον χρόνο της υπόθεσης αλλά και τον χρόνο του συγγραφέα και πώς κινούνται οι χαρακτήρες στο πλαίσιο αυτό, θα τολμούσα να πω ότι οι αναγνώστες του Καραγάτση είναι ένα βήμα μπροστά. Και αυτό διαφαίνεται μέσα από αμφισβητήσεις, αντιδράσεις και σκάνδαλα που προκύπτουν μετά την δημοσίευση των έργων του.
Έτσι, όταν στα 1933 πρωτοκυκλοφόρησε το έργο «Συνταγματάρχης Λιάπκιν» ξέσπασε μεγάλη αναταραχή στην κοινωνία της Λάρισας, σαν να «έσκασε βόμβα» και προσπαθούσαν όλοι να αποκρυπτογραφήσουν τα ψευδώνυμα. Μικρή η κοινωνία, δεν ήταν δύσκολο για τους Λαρισαίους της εποχής αυτής να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Μέχρι και ο Νταβίντωφ[20] (που ο Καραγάτσης τον παρουσιάζει ως Λιάπκιν) έγινε θηρίο και αναζητούσε τον συγγραφέα λέγοντας: «Ποιο είναι αυτό το κερατά να το σπάσω το κεφάλι». Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, στην τρίτη ή τέταρτη έκδοση, στα 1944, ο Καραγάτσης τρέχει στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας μαζί με τον Ζαρίμπα, που τότε ζούσε στην Αθήνα και αφηγείται το γεγονός. Έτρεχαν να μαζέψουν όλα τα βιβλία κατόπιν εντολής του Γερμανού μορφωτικού ακόλουθου, ο οποίος ήταν έξω φρενών, λέγοντάς του: «πως τολμάτε να γράφετε τέτοια πράγματα για έναν υπήκοο του Γ΄ Ράιχ», αναφερόμενος στον Γερμανό επιστάτη της Γεωργικής Σχολής Φόγκελ.
Εδώ πάλι στη Λάρισα, αρχικά οι φίλοι του (Γ. Χατζηλάκος, Γ. Ζαρίμπας, Μ. Λαχανάς, Φιλόλαος και Τάκης Τλούπας,) και στη συνέχεια οι δημοσιογράφοι, αναζητώντας τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από τον Λιάπκιν, ανακαλύπτουν τον Βασίλη Νταβίντωφ. Αποφασίζουν να κάνουν έκπληξη στον Καραγάτση, να του δωρίσουν την προτομή[21] του ζωντανού μοντέλου του Λιάπκιν, δηλ. του Νταβίντωφ. Ο Φιλόλαος Τλούπας φτιάχνει την προτομή του με λάσπη από τον Πηνειό, αλλά ήθελε να έχει μια φωτογραφία του για να αποδώσει την στραπατσαρισμένη ρεπούμπλικα του Νταβίντωφ. Αναλαμβάνει ο αδελφός του, Τάκης Τλούπας, ο οποίος τον φωτογράφησε χωρίς να το αντιληφθεί και έτσι προέκυψε η προτομή, αυτή που εκτίθεται σήμερα στην Πινακοθήκη[22] στην έκθεση για τον Φιλόλαο.
Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1979, πάλι σχετικά με τον Νταβίντωφ ξεσπά μια σφοδρή αντιπαράθεση και με πολιτικές προεκτάσεις, στην τότε εφημερίδα «Λάρισα», με αφορμή την προβολή της τηλεοπτικής σειράς «Γιούγκερμαν» στην τηλεόραση της ΥΕΝΕΔ.[23]
Ο Δ. Μιχαλόπουλος διευθυντής του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών, σε άρθρο του στο Βήμα,[24] υποστηρίζει ότι πίσω από τον Γιούγκερμαν βρίσκεται ο Δημήτριος Έρσελμαν, Ρώσος αξιωματικός που κατέληξε στέλεχος της Τραπέζης Αθηνών.
Η κόρη του Μαρίνα Καραγάτση πίσω από την Μαρίνα Μπαρέ στη «Μεγάλη Χίμαιρα» αναγνωρίζει τη Λιλή Ζηρίνη,[25] μούσα του Κ. Παλαμά, με την οποία είχε μεγάλη πνευματική σχέση ο Καραγάτσης, όπως ακριβώς συμβαίνει στη Χίμαιρα με τον Μηνά και την Μαρίνα.
Τα παραπάνω παραδείγματα αναζήτησης πραγματικών προσώπων που κρύβονται πίσω από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Καραγάτσης, πιστεύω ότι αποδεικνύουν ότι η διερεύνηση της αναπαριστώμενης πραγματικότητας είναι μια πρόκληση για αναγνώστες και κριτικούς, που οδηγεί τελικά σε βάθος τη γνώση του έργου του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κριτικοί που ασχολήθηκαν με το έργο του μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματος «Συνταγματάρχης Λιάπκιν», εστιάζουν την κριτική τους στον τρόπο γραφής του:«Θηρεύει τις γνώσεις, επιδιώκει τις πληροφορίες»,[26] «διεισδυτικός ερευνητής των ανθρώπινων χαρακτήρων, συγγραφικός χείμαρρος »,[27] «οξύτατος παρατηρητής»[28] «δαιμονικά προικισμένος»,[29] «πλουσιότατα ευρηματικός, συγγραφικό φαινόμενο»,[30] «εξαίρετος παραμυθάς»,[31] «αρπάζει τον λόγο σαν το ασπούδαστο πουλάρι από το χαλινάρι. Σα να έχει ολόκληρα βιβλία έτοιμα μέσα του»,[32] «Γεννά τα έργα του, πετιούνται, κόβουνται από μέσα του, όπως τα μάρμαρα και οι πέτρες από τα λατομεία».[33]
Παραπομπές:
[1] Δ. Τζιόβας, «Λαϊκός και μοντέρνος, η διάρκεια του Καραγάτση», Πρακτικά Συνεδρίου, «Μ. Καραγάτσης, Ιδεολογία και Ποιητική», Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, 2010, σ.313-328.
[2] Στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας «Μ. Καραγάτσης,» που διοργανώθηκε στη Λάρισα και στη Ραψάνη τον Απρίλιο του 2014, όταν ετέθη το ερώτημα για τη σημασία του βιωμένου τόπου που εντοπίζουμε σε 8-10 διηγήματα του Μ. Καραγάτση, εμπνευσμένα από τη Ραψάνη με αναγνωρίσιμα πρόσωπα και περιγραφές του χωριού, θεωρήθηκε ότι είναι άνευ σημασίας για την κριτική του έργου του.
[3] Κ. Τσιρόπουλος, «Για τον Καραγάτση», Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση. Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, Τετράδια « Ευθύνης» , τ.14.
[4] Ελένη Δημητρακοπούλου: «Η Κυρία», εφημ. Τα Νέα, 28/3/1983, (Μ. Καραγάτσης, επιμέλεια παρουσίαση Γ. Πηλίχου) και Β. Αθανασόπουλος, «Στη σκιά του πατέρα», Διαβάζω, (Μάρτιος 1991) τ.258, σσ. 19-28.
[5] Πρόκειται για τοποθεσίες, εξωκλήσια της Ραψάνης και τον ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου κατέφευγε για να γράψει, κάτω από τα καραγάτσια.
[6] Γ. Χατζηλάκος, «Οιδιπόδειο σε παραλλαγή», Εκδόσεις. Εστία, 1998, σσ.110-114.
[7] Συνέντευξη της κόρης του Μαρίνας στο ένθετο της εφημ. «Ελευθερία» Reporter, τ. 234 (Μάιος 2005).
[8] Αφηγήσεις που ακούγονται στο Ντοκιμαντέρ του Ενιαίου Ειδικού Επαγγελματικού Γυμνασίου – Λυκείου της Σύρου με τίτλο «Κυνηγώντας Χίμαιρες», το 2018.
[9] Β. Αθανασόπουλος, «Οι αφηγηματικές τεχνικές και οι αόρατες δομές της επιθυμίας», Πρακτικά Συνεδρίου, «Μ. Καραγάτσης, Ιδεολογία και Ποιητική», Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, 2010, σσ. 212-227.
[10] Δ. Τζιόβας, «Λαϊκός και μοντέρνος, η διάρκεια του Καραγάτση», Πρακτικά Συνεδρίου, «Μ. Καραγάτσης, Ιδεολογία και Ποιητική», Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, 2010, σσ. 313-328.
[11] Στο σημείο αυτό πρέπει να δεχτούμε ότι οι καταγραφές από ανθρώπους που έζησαν τον Καραγάτση και την εποχή του, καθώς και οι μαρτυρίες στον τύπο (βλ. σημ. 23) είναι πολύτιμες. Αν παρατηρήσει κανείς τη βιβλιογραφία πολλών μελετητών του έργου του που αφορά τη Θεσσαλία, θα διαπιστώσει ότι αυτές συνήθως αγνοούνται.
[12] Εμ. Τελώνης, «Στοιχεία για την κοινωνική ζωή της Σύρου στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση, ΔΗ.Κ.Ε.Δ.ΑΣ., 2010.
[13] Στο παραπάνω ντοκιμαντέρ (σημ.7) αφηγείται η Μαρίνα Καραγάτση.
[14] Πρόκειται για την ασφαλιστική εταιρεία ελβετικών συμφερόντων «Sugveillance», του μεγάλου αδελφού του, Νίκου, που είχε έδρα τον Πειραιά και ασφάλιζε σιτάρια. Τον πήρε ως νομικό σύμβουλο αλλά τον έστελνε στα διάφορα λιμάνια για να κάνει έλεγχο των σιταριών.
[15] Στο παραπάνω ντοκιμαντέρ αφηγείται η Ευαγγελινή Γλυνού.
[16] Ο Άγγελος Γλυνός ήταν εργοστασιάρχης κατασκευής εξαρτημάτων υφαντουργίας.
[17] Λαρισαίος κτηματίας, επίσης φίλος του Καραγάτση, παντρεμένος με την πρώτη του ξαδέλφη. Η στενή τους φιλία καταγράφεται επίσης στο «Αλληλογραφία Ν. Καββαδία-Μ. Καραγάτση», Εκδόσεις Άγρα, 2010, σσ. 13,14.
[18] Τζένη Γεωργάκη, «Μια Χιμαιρική βόλτα στη Σύρα του Μεσοπολέμου με την ηρωίδα του Καραγάτση Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊζη», Συριανά Γράμματα, τ. 12, σσ. 214-242.
[19]Τζένη Γεωργάκη, «Μια Χιμαιρική βόλτα στη Σύρα του Μεσοπολέμου με την ηρωίδα του Καραγάτση Μαρίνα Μπαρέ-Ρεϊζη», Συριανά Γράμματα, τ. 12, σσ. 214-242.
[20] Περιοδικό «Σπαρμός», Λάρισα Μάης-Ιούνης 1978.
[21] Περιοδικό «Σπαρμός», Λάρισα Μάης-Ιούνης 1978.
[22] Πρόκειται για την έκθεση στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα, «Φιλόλαος 1923-2023».
[23] Αρθρογραφία στην εφημ. «Λάρισα» 1979, 12/2, 5/3, 19/3, 26/3, 2/4, 16/4, 7/5, 14/5, 21/5.
[24] Δ. Μιχαλόπουλος, «Η οδύσσεια του πραγματικού «Γιούγκερμαν», εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 24/11/2008.
[25] Η Λιλή Ζηρίνη υπήρξε η πρώτη γυναίκα του βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος και Προέδρου της Ελληνικής Βουλής, Κωνσταντίνου Ροδόπουλου, αδελφού του Μ. Καραγάτση. Ήταν μια πολύ γοητευτική και καλλιεργημένη γυναίκα για την εποχή της, ένα ελεύθερο πνεύμα. Πέθανε το 1939, σε ηλικία περίπου σαράντα ετών, από όγκο στον εγκέφαλο. Υπήρξε η μούσα του Κωστή Παλαμά. Σε μια λογοτεχνική βραδιά η Μαρίνα Καραγάτση, αλλά και στο ντοκιμαντέρ (βλ. σημ.8) ανέφερε ότι η Λιλή Ζηρίνη ίσως είναι μια από τις πιθανές πηγές έμπνευσης του πατέρα της, για τη ηρωίδα της «Μεγάλης χίμαιρας», τη Μαρίνα Μπαρέ, διότι ο πατέρας της πολύ συχνά ανέφερε τις συζητήσεις με έντονο πνευματικό ενδιαφέρον, που έκανε μαζί της.
[26] Γ. Νεγρεπόντης.
[27] Ν. Τουτουντζάκης.
[28] Γ. Π. Σαββίδης.
[29] Ν. Τουτουντζάκης.
[30] Αν. Καραντώνης.
[31] Πέτρος Γλέζος.
[32] Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος.
[33] Αν. Καραντώνης.


