Το χρονικό του καρκίνου
Στάδιο 1
Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη καθώς κρατούσε το χέρι πάνω απ’ το κεφάλι της
Όπως έλεγε το φυλλάδιο να κάνει
Για να ψάξει το στήθος της για ύποπτα σημάδια.
Δεν το περίμενε να βρει κάτι τέτοιο
Επειδή δεν ήταν στα γονίδιά της.
Είχε διαβάσει κάπου πως οι Γιαπωνέζες
Είχαν λιγότερα περιστατικά της αρρώστιας
Και ήταν ευχαριστημένη που είχε λιγότερες πιθανότητες να το πάθει.
Άφησε τον εαυτό της να φαντάζεται πως είχε απαλλαγεί.
Και ο εαυτός της πίστεψε το ψέμα,
Καθώς προσπάθησε να ξεχάσει το ελαφρύ πρήξιμο
Πλάι στη δεξιά της θηλή.
Δεν πονούσε. Δεν φαινόταν καν.
Ήταν σαν να το είχε ονειρευτεί.
Έτσι της φάνηκε λογικό να κρυφτεί
Από το τι σήμαινε αυτό το γρουμπούλι,
Ή μήπως ήταν ένα καρούμπαλο;
Χρονοτριβούσε για ώρες
Αν ήταν το ένα ή το άλλο,
Το σίγουρο, ήταν μια μάζα
Αν και προτιμούσε τους προηγούμενους όρους,
Επειδή ήταν πιο περιγραφικοί,
«Ποιητικοί» στην πραγματικότητα. Μπορούσε να τους «αισθανθεί».
Κάποια στιγμή βαρέθηκε τους στοχασμούς της
Και η άρνηση επανήλθε, απλώς αγνόησε το πρόβλημα
Ώσπου μια μέρα καθώς βαριεστημένα άγγιξε «εκείνο» το σημείο
Το γρουμπούλι ή το πρήξιμο ή η μυστηριώδης μάζα είχε εξαφανιστεί
Και καθώς δεν ήθελε να του δώσει αξία, άφησε πίσω τον φόβο της,
Μέχρι που τέσσερα χρόνια αργότερα
Πιθανόν αισθανόμενο την άμυνά της να αδυνατίζει,
Της είχε επιτεθεί.
Ήταν πιο ξεκάθαρο αυτή τη φορά και σκληρότερο στο άγγιγμα
Ορατό, αλλά όχι πάρα πολύ
Και αδύνατο να το αρνηθεί,
Παρόλο που προσπάθησε.
Πήρε την απόφαση να κρύψει από τον εαυτό της
Τη μοναδική απόδειξη πως η καλή υγεία ήταν ψέμα
Με βιταμίνες και διαλογισμό, χρωματοθεραπεία,
Προσευχές στην Παρθένο Μαρία
Και μια στο τόσο επικλήσεις στους αρχαίους θεούς
Οι οποίοι ίσως ακόμα κατοικούσαν στη γη,
Αλλά οι πιθανότητες ήταν εναντίον της από τη γέννα της
Και ήξερε ότι θα πεθάνει από αυτό,
Αλλά δεν θα παραδιδόταν σε αυτό.
Ναι.
Στάδιο 2
Ήξερε ότι έπρεπε να δει έναν γιατρό,
Αλλά έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες
Για να αποφύγει οτιδήποτε είχε να κάνει με «θέματα υγείας».
Προτίμησε μια πιο διακριτική μέθοδο
Για να κλείσει ραντεβού με τον σίγουρο θάνατο.
Ταξίδευε με την ταχύτητα του φωτός,
Παρότι της πήρε χρόνια
Να φτάσει στον τελικό της προορισμό
Και φτάνοντας εκεί, ανακάλυψε ότι δεν ήταν πουθενά συγκεκριμένα.
Ήταν μόνη στο λιβάδι που είχε γεννηθεί
Από μια πολύ νεαρή μητέρα
Όταν το ουρλιαχτό του ανέμου την τύλιξε με σκελετωμένα χέρια
Και ψιθύρισε «Γιατί άργησες τόσο πολύ;»
Ό,τι είχε απομείνει απ’ το σπίτι
Εκεί όπου είχε κάνει την είσοδό της στην ύπαρξη
Ήταν μερικά ξεθωριασμένα τούβλα.
Με εξαπάτησες, είπε δυνατά
Παρότι κανένας ήχος δεν βγήκε απ’ το στόμα της,
Μετά σαν να είχε προφέρει τη μαγική λέξη,
Στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη του μπάνιου της
Και τόλμησε να κοιτάξει ξανά
Το οίδημα που ήταν ορατό τώρα
Εκεί που ο όγκος είχε εγκατασταθεί δίπλα στο στήθος της
Σαν ένας συγγενής που έχει βρεθεί σε δύσκολες στιγμές.
Σκέφτηκε ότι ήταν υπερβολικά ευγενική
Αλλά ήταν πια πολύ αργά να αλλάξει γνώμη,
Έτσι αποφάσισε να συνεχίσει.
Θα σου δώσω τροφή, ρούχα και σπίτι
Αλλά δεν θα σ’ αφήσω να με καταστρέψεις, φώναξε
Όταν έχανε τα λογικά της
Όταν ο φόβος της ήταν τόσο μεγάλος
Είχε τη διάθεση να αυτοκτονήσει
Πριν τη σκοτώσει το άλλο.
Αγόρασε ένα ειδικό μαχαίρι
Μέσα στην παραζάλη μιας φαντασίωσης για χαρακίρι,
Είχε φανταστεί να το χώνει στο στομάχι της
Καθώς γονάτισε στο γιαπωνέζικο χαλάκι,
Εκεί όπου ο γάτος της ο Μπου-μπου κάθισε και την κοίταγε
Σαν να έλεγε «Τι συμβαίνει»;
Ω, αγάπη μου, τι θα έκανε με αυτόν.
Δεν μπορούσε απλώς να τον αφήσει, μπορούσε;
Δεν ήταν καν δυο ετών.
Τον είχε σώσει από το καταφύγιο ζώων
Και είχε υποσχεθεί να τον φροντίζει, δεν είχε;
Δεν μπορούσε να γίνει τόσο σκληρή.
Προσπάθησε να πει στον εαυτό της ότι αυτός θα επιζήσει.
Θα του έβρισκε ένα καλό σπίτι
Όπου θα μπορούσε να κοιμάται δίπλα στη νέα του κυρία
Εκτός εάν, εκτός εάν…
Σύντομα, έκρυψε το μαχαίρι στο συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα
Και του άφησε το χαλάκι για να παίζει πάνω του
Όταν δεν το έξυνε για να ακονίσει τα νύχια του.
Άφησε την ασθένεια να εξελιχθεί με τον δικό της ρυθμό.
Της έδωσε χώρο μέχρι που ο Μπου-μπου αρρώστησε,
Μετά σκέφτηκε ότι ίσως ήταν θέλημα Θεού
Όταν πέθανε από λευχαιμία των αιλουροειδών
Και θαύμασε πώς η ανακούφιση της είχε ξεγλιστρήσει.
Τώρα ανακάλυψε ότι η θέληση να αυτοκτονήσει είχε φύγει,
Και ότι θα έπρεπε να πορευτεί μόνη
Τουλάχιστον δεν ήταν νεκρή, σκέφτηκε
Όσο θα μπορούσε να αντέχει τον πόνο,
Θα παρέμενε ανάμεσα στους ζωντανούς.
Χωρίς να φανερώνει κανένα σημάδι του αγώνα της.
Αποφάσισε να διπλασιάσει, ακόμα και να τριπλασιάσει τις δυνάμεις της
Να θεραπευθεί χωρίς την αμφίβολη βοήθεια
Της χημειοθεραπείας, της ακτινοβολίας, της ταμοξιφένης
Και τους κάθε είδους πειραματισμούς.
Αποφάσισε ότι ακόμα άξιζε τον κόπο να παραμείνει ζωντανή,
Αλλά αυτό ήταν πριν το δέρμα σκιστεί
Εκεί όπου ο όγκος είχε κολλήσει στο τοίχωμα του στήθους
Καθώς έτριβε το σώμα της στο μπάνιο.
Αυτή τη φορά σκέφτηκε ότι αληθινά όφειλε να δει έναν γιατρό
Καθώς μια σταγόνα αίμα κύλησε στο στήθος της
Αλλά καθησύχασε τον εαυτό της
Και μέχρι να τελειώσει το μπάνιο της,
Η αιμορραγία είχε σταματήσει.
Μετά απ’ αυτό αισθάνθηκε ελεύθερη και θεραπευμένη
Και χωρίς να έχει πια ανάγκη από καμιά ασπίδα
Ανάμεσα στο στήθος και το υπόλοιπο σώμα της.
Δύο εβδομάδες μακαριότητας πέρασαν,
Μετά παρατήρησε μια σκούρα κηλίδα στη θηλή της
Που όλο και μεγάλωνε,
Μέχρι που έγινε κακάδι και ξεφλούδισε.
Ξανά, βρήκε το κουράγιο να αγνοήσει το σημάδι
Της φθοράς της και παραδόξως χωρίς φόβο,
Άφησε τον εσωτερικό της δαίμονα ελεύθερο να τριγυρνάει στο κορμί της.
Να το θέσουμε απλά, ήταν περιέργως συναρπαστικό
Να αναμένει την κατάστασή της καθώς θα ξυπνούσε κάθε μέρα.
Ποτέ δεν ήξερε τι να περιμένει από το κρυφό ραντεβού της με τον θάνατο
Και για μεγάλη της έκπληξη,
Συνειδητοποίησε πως την ανάγκαζε να χάσει το κέλυφος μιας άξιας ζωής για να τη ζήσει.
Στάδιο 3
Λοιπόν, κοίτα να δεις.
Ήταν ακόμα ζωντανή,
Αν και είχε αποφασίσει ότι θα πέθαινε τον Δεκέμβριο.
Τώρα ήταν Φεβρουάριος
Και ήταν αγχωμένη αντί να είναι ανακουφισμένη
Που είχε εξαπατήσει τον εαυτό της
Πιστεύοντας πως ποτέ δεν θα έβλεπε καινούργιο χρόνο ξανά.
Δεν είχε κάνει κανένα σχέδιο.
Έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν ήξερε πια το πότε,
Αλλά ήξερε το πώς αυτό θα τελειώσει.
Ήξερε όμως;
Στάδιο 4
Δεν μπορούσε καν να πιει από το ποτήρι
Ρουφούσε μέσα από ένα καλαμάκι
Όταν είχε τη δύναμη
Να τραβήξει το υγρό μέχρι την κορυφή
Και να ρουφήξει κάθε βασανιστική σταγόνα.
Τον υπόλοιπο καιρό, απλώς διψούσε
Και κρύωνε στο δικό της άγγιγμα,
Τότε ήταν που την ένοιαζε να αισθάνεται κάθε κομμάτι του κορμιού της.
Παρηγορούσε τον εαυτό της με σκέψεις του επικείμενου τέλους,
Ωστόσο χασομερούσε όπως πρέπει μερικές φορές να κάνουν οι ετοιμοθάνατοι
Για να επιμηκύνουν το ατέλειωτο μαρτύριό τους
Σαν να μην ήταν αρκετό που το ήξεραν τόσο καλά όλοι
Πως η ζωή ήταν περιορισμένη και άδικη.
Απλώς η τύχη την είχε βοηθήσει να συνεχίζει,
Μέχρι που σταμάτησε πια.
Τώρα στη διάπλατα ανοιχτή πόρτα του θανάτου,
Περπάτησε διασχίζοντας το κατώφλι
Για να δει πίσω, πάλι πίσω
Εκεί που ακόμα βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου
Ανάμεσα στα συντρίμμια της ζωής της,
Με τις σκέψεις να χτυπάνε γύρω απ’ το κεφάλι της σαν μάρμαρα,
Ο ήχος τους να αντηχεί κάτω στον μακρύ δρόμο του πόνου
Πρέπει να είχε επιλέξει
Αν και δεν θυμάται να το είχε κάνει.
Το ρεφραίν των μαρμάρων «Ξέχνα το, ξέχνα το»,
Δυνάμωσε καθώς περισσότερος πόνος ακτινοβολήθηκε από το σώμα της, μειώθηκε,
Μετά επέστρεψε σαν να απελευθερώθηκε
Για να της επιτεθεί ξανά και ξανά
Όταν σε έναν τελευταίο σπασμό
Ο κατακλυσμός της σταμάτησε.
Ai Ogawa (1947–2010)
από το βιβλίο Τα αιρετικά παραμύθια – Ανθολόγιο Ποιημάτων
εκδόσεις Βακχικόν, 2020
μετάφραση: Διώνη Δημητριάδου – Βαγγέλης Αλεξόπουλος

