Η φροντίστρια ζει στο πιο αόρατο σημείο του δράματος. Δεν είναι ούτε ασθενής ούτε γιατρός· δεν έχει τη γλώσσα της διάγνωσης ούτε το «δικαίωμα» του πόνου. Κι όμως, σηκώνει ένα σώμα που δεν είναι δικό της ή που γίνεται δικό της με τρόπο αμείλικτο. Το σώμα του άλλου περνά στα χέρια της, στο βλέμμα της, στον ύπνο της που διακόπτεται όπως και η προσωπική της ζωή. Ζει στη σκιά της ασθένειας, σε μια διαρκή ετοιμότητα: να προλάβει, να αντέξει, να μην καταρρεύσει πρώτη.
Ο λόγος του προσώπου που φροντίζει σπανίως καταγράφεται. Δεν περιγράφει τον πόνο· τον διαχειρίζεται. Και αυτή η διαχείριση έχει κόστος. Είναι το μεσοδιάστημα ανάμεσα στη ζωή και στην ιατρική, ανάμεσα στο πάσχον σώμα και στο σύστημα που το παρακολουθεί. Μεταφράζει το άναρθρο βογκητό σε «σύμπτωμα», το βλέμμα στην ώρα του φαρμάκου, τον πόνο και σε όσα προσπαθούν να τον μετρήσουν. Μετατρέπει τη στιγμή σε φροντίδα, την αγωνία σε ύπνο.
Δίνει σχήμα, παρουσία και διαχείριση στον πόνο το άτομο που φροντίζει. Αν δεν υπήρχε, ο πόνος θα ήταν ένα ακατέργαστο, απρόσωπο γεγονός, μια κατάσταση που δεν θα μπορούσε να ζήσει μέσα στον κόσμο των ανθρώπων. Χωρίς αυτόν, ο πόνος μένει ακατοίκητος, δεν υπάρχει κανείς να τον «φιλοξενήσει», να τον αντέξει, να τον μετατρέψει σε κάτι που μπορεί να γίνει μέρος της καθημερινής ζωής. Το πρόσωπο φροντίδας είναι εκείνο που δίνει στον πόνο μια ανθρώπινη διάσταση.
Η φροντίδα που προσφέρει δεν φωνάζει, δεν ανακοινώνεται, αλλά είναι ακριβώς αυτή η αθόρυβη παρουσία που κάνει τον πόνο ανεκτό, του βρίσκει νόημα. Η σιωπηλή δύναμη είναι η καθημερινή, ασταμάτητη προσπάθεια να αντέξει κανείς τον πόνο του άλλου χωρίς να χαθεί ο ίδιος.
Φροντίδα σημαίνει να βλέπεις την αποσύνθεση χωρίς να αποστρέφεις το βλέμμα, να αντέχεις την επανάληψη, την ανημποριά, την αργή απώλεια. Σημαίνει να ζεις με την ενοχή της ανακούφισης όταν ο πόνος υποχωρεί ή όταν όλα τελειώνουν. Η φροντίδα δεν είναι απλώς πράξη αγάπης· είναι τρόπος να παραμένεις άνθρωπος όταν το σώμα, το δικό σου ή του άλλου, σε απειλεί με την αόρατη έξοδο από τον κόσμο.

