Μια αναμέτρηση με τα άηχα φωνήεντα της μοναξιάς (για την ποιητική συλλογή «Μα γιατί τώρα;» της Ελένης Σακκά, ISBN: 9786185615178)
Κώστας Λίχνος

Η ποιητική συλλογή «Μα γιατί τώρα;» (εκδόσεις Το Σκαθάρι, 2025) της Ελένης Σακκά συνιστά μια εσωτερική χαρτογράφηση της ανθρώπινης ευθραυστότητας, όπου ο χρόνος και η απώλεια συμπλέκονται σε έναν διαρκή, χαμηλόφωνο διάλογο. Η ποιήτρια, αποφεύγοντας τις λεκτικές εξάρσεις και τους περιττούς εντυπωσιασμούς, επιλέγει την οδό της ειλικρινούς εξομολόγησης, δομώντας ένα σύμπαν όπου η προσωπική εμπειρία ανάγεται σε οικουμενικό βίωμα. Μέσα από στίχους λιτούς αλλά συναισθηματικά πυκνούς, η Σακκά καταθέτει θραύσματα ενός καθρέφτη, στον οποίο αντανακλάται η αγωνία της ύπαρξης απέναντι στο αναπόδραστο της φθοράς.

Ο τίτλος της συλλογής, «Μα γιατί τώρα;», δεν λειτουργεί απλώς ως ερώτημα, αλλά και ως υπαρξιακό σπάραγμα διαμαρτυρίας απέναντι στις στιγμές που ανεπίστρεπτα έχουν παρέλθει και κινδυνεύουν να λησμονηθούν. Η ποιήτρια φαίνεται να παλεύει με την έννοια του παρόντος, προσπαθώντας να το ορίσει μέσα από τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο, η μνήμη δεν αποτελεί ένα ασφαλές καταφύγιο νοσταλγίας, αλλά μια χαίνουσα πληγή. Και η αναπόληση των περασμένων μετατρέπεται σε μια διαδικασία ανασκαφής στα ερείπια των ανθρωπίνων σχέσεων και των συναισθηματικών καταλοίπων. Όπως εύστοχα επισημαίνει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ο Γιώργος Ρούσκας, «Γυναίκες που κεντούν, ξέρουν καλά του χρόνου τις σταυροβελονιές», μια μεταφορά που υποδηλώνει την υπομονετική, σχεδόν χειρωνακτική διαδικασία διαχείρισης του πόνου και της διάρκειας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η απουσία, όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως μια σχεδόν σωματική εμπειρία. Η ανάγκη του Άλλου βιώνεται ως φυσικός πόνος, ως ψύχος που διαπερνά την ύλη, και μεταμορφώνει την έλλειψη του Ετέρου σε στοιχείο που χαρακτηρίζει τη σχέση του σώματος με τον εαυτό του. Η ανάγκη για επαφή, για το άγγιγμα που επιβεβαιώνει την ύπαρξη, διατρέχει όλη τη συλλογή, και το σώμα γίνεται ο τελικός αποδέκτης της μοναξιάς, το πεδίο όπου εγγράφονται οι ήττες της συντροφικότητας.

Αυτή η σωματοποίηση της απώλειας και η άρνηση μιας αποσαρκωμένης σχέσης αποτυπώνονται με συγκλονιστική διαύγεια στο ποίημα «Φυγή χωρίς αντίο». Η έναρξη του ποιήματος, «Έζησα χωρίς αποχαιρετισμούς / και η ανάμνησή τους βαραίνει μέσα μου / οφειλές που δεν εκπλήρωσα», θέτει απευθείας το ζήτημα του ημιτελούς. Η ζωή χωρίς την τελετουργία του αποχαιρετισμού είναι μια ζωή σε εκκρεμότητα, φορτισμένη με το βάρος των ανεκπλήρωτων οφειλών. Στη συνέχεια, η ποιήτρια καταγγέλλει την τραγικότητα της ασύμπτωτης επαφής: «Κάθε φορά που σε φιλούσα / απομακρυνόσουν για να με ξεχάσεις». Το φιλί, κατεξοχήν πράξη στοργής και ένωσης, μετατρέπεται παραδόξως σε εργαλείο απομάκρυνσης, ενώ η προσπάθεια αναθέρμανσης της σχέσης αποτυγχάνει μπροστά στην ακαμψία της πραγματικότητας.

Ο πυρήνας του προβληματισμού της εντοπίζεται στους στίχους: «Πώς να βιώσεις τον έρωτα χωρίς αφή; / Γίνεται βάσανο και σε εκδικείται». Εδώ, η Σακκά απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα ενός έρωτα πλατωνικού ή εγκεφαλικού. Η αφή δεν είναι πολυτέλεια, αλλά οντολογική προϋπόθεση. Χωρίς αυτήν, το συναίσθημα μετατρέπεται σε τιμωρία. Το ποίημα καταλήγει σε μια πράξη αυτοπροστασίας: «Έφυγα δίχως να σου δώσω απάντηση. / Δεν θέλω πια να με κοιτάς». Η φυγή και η άρνηση του βλέμματος, αποτελούν τη μόνη δυνατή απάντηση σε μια σχέση που έχει απωλέσει την ουσία της, αφήνοντας το υποκείμενο να κουβαλά τις «ρωγμές των ποιημάτων» του.

Πέρα από το προσωπικό βίωμα, η ποίηση της Σακκά αγγίζει και συλλογικά τραύματα, αποδεικνύοντας πως η ατομική ευαισθησία δεν είναι αποκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Στο ποίημα «Όταν στερεύει το οξυγόνο», η ατομική θλίψη συναντά τη συλλογική οργή για την τραγωδία των Τεμπών, μετατρέποντας τον ποιητικό λόγο σε εργαλείο αφύπνισης απέναντι σε μια «γυάλινη» και «ανάλγητη» πραγματικότητα. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, όπου η ζωή περιγράφεται ως «αίνιγμα» και η πορεία του ανθρώπου ως μοναχική περιπλάνηση, η ποιήτρια αναζητά επίμονα χαραμάδες φωτός. Είτε πρόκειται για ένα ηλιοβασίλεμα είτε για την ανάμνηση ενός παιδικού παιχνιδιού, η ομορφιά λειτουργεί ως το μοναδικό αντίδοτο στη φθορά.

Η συλλογή συνθέτει μια γενναία κατάθεση ψυχής. Η Ελένη Σακκά δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τα «άηχα φωνήεντα» της μοναξιάς και τις «εκκωφαντικές σιωπές» της απόρριψης. Μέσα από τους στίχους της, μας υπενθυμίζει ότι, ακόμη και όταν ο χρόνος μοιάζει αμείλικτος και οι σχέσεις «εργόχειρα μισοτελειωμένα», η ανθρώπινη αξιοπρέπεια παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Η ποίησή της, ενώ ξεκινά από το σκοτάδι της απώλειας και του «γιατί τώρα;», καταλήγει να υμνεί την ανθεκτικότητα της ζωής, αφήνοντας τον αναγνώστη με την πικρή αλλά λυτρωτική γεύση της αλήθειας.

Περισσοτερα αρθρα