Disability: Η αστικοποίηση της αναπηρίας (δοκίμιο)

Τα ανάπηρα άτομα περιθωριοποιούνται κατ’ αρχάς λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών που προκρίνει ο αστικός εξορθολογισμός και η σχεδιαστική θεωρία που τον συνοδεύει. Απομονώνονται όμως περαιτέρω και από τη συγκεκριμένη διανοητική παράδοση, η οποία έχει την τάση να εξιδανικεύει και να ρομαντικοποιεί τις υλικές και σωματικές μορφές που λαμβάνουν οι αντιδράσεις απέναντί τους, ιδίως όταν αυτές προέρχονται από τα νεαρά, αρτιμελή σώματα των Ευρωπαίων ανδρων.

[…] Η εργαλειοποίηση του χώρου μέσω της δημιουργίας νέων, καταστροφικών οδικών δικτύων, η χωρική παραγωγή ανισοτήτων και ελέγχου μέσα σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη πόλη, αλλά και η ένταση των κεφαλαιακών επενδύσεων στον αστικό χώρο, σε πολλούς ανθρώπους προκαλούν αισθήματα απομόνωσης και επισφάλειας. Πέρα από την εμπειρία του εκτοπισμού, τα άτομα ενδέχεται να νιώσουν υπερφορτισμένα και υπερφορτωμένα από τις σωματικές και ψυχικές απαιτήσεις που εγείρει το περιβάλλον τους αλλά και από την ένταση μιας πόλης που βρίσκεται υπό διαρκή ανοικοδόμηση. Μια μορφή αντίδρασης θα ήταν πράγματι να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση της απομόνωσης και να αποστασιοποιηθούν από τις χρήσεις του αστικού χώρου που έχουν σκόπιμα σχεδιαστεί για να τους αποκλείουν. Σ’ αυτή την ασυνήθιστη κατάσταση το υποκείμενο της μοντέρνας πόλης – που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμασε πλάνητα (flaneur) και οι Καταστασιακοί περιπλανώμενοι (dériviste) – αρνείται να συμμετάσχει στον δημόσιο χώρο αναλαμβάνοντας τον ρόλο που του επιφυλάσσει ο σχεδιασμός τους. Αντ’ αυτού ο πλάνητας του Μπένγιαμιν ή ο περιπλανώμενος των Καταστασιακών τριγυρνά άσκοπα στον χώρο της πόλης, καταλαμβάνοντάς τον μ’ έναν τρόπο που αψηφά ή παραβιάζει τις καθιερωμένες και αναμενόμενες χρήσεις του.

Το 1978 και το 1980 στο Ντένβερ του Κολοράντο μια ομάδα ακτιβιστών που ήταν χρήστες αμαξιδίων κατέστρεψαν με τις βαριοπούλες τους τα μπετονένια κράσπεδα των γωνιακών πεζοδρομίων της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο διαμαρτύρονταν για την απόφαση της δημοτικής αρχής να διακόψει ένα πρόγραμμα ανακατασκευής το οποίο προέβλεπε αποτμήσεις στα κράσπεδα έτσι ώστε τα πεζοδρόμια να γίνουν πιο κατάλληλα για τους χρήστες αμαξιδίων. Σπάζοντας οι ίδιοι τα κράσπεδα, οι νεαροί διαδηλωτές αξιοποίησαν ταυτόχρονα την εικονοκλαστική συμβολική πράξη τους ως ένα θέαμα που θα έστρεφε την προσοχή του κόσμου στις δικές τους ανάγκες. Τόσο οι δράσεις τους όσο και τα θραύσματα από τα σπασμένα κράσπεδα έχουν αποκτήσει θρυλική διάσταση, αφού πλέον θεωρούνται κειμήλια για την ιστορία της αναπηρίας: ένα θραύσμα από τη δράση του 1978 φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν, ενώ οι ενέργειες των διαδηλωτών στο Ντένβερ κατέχουν περίοπτη θέση στις «ριζοσπαστικές ιστορίες» της αναπηρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το παράδειγμα αυτό αποκαλύπτει ακόμη ορισμένες από τις εντάσεις που προκύπτουν όταν οι εμπειρίες και οι δράσεις των αναπήρων συνυφαίνονται με τα κεντρικά θέματα της κριτικής σκέψης για την πόλη και της ριζοσπαστικής πολεοδομίας. […] Ένα μεγάλο τμήμα του μεταπολεμικού αναπηρικού ακτιβισμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη ανέπτυξε μια πολιτική ατζέντα που είναι θεμελιωδώς διαφορετική από τις λόγιες κριτικές προσεγγίσεις της πόλης: όσο εντυπωσιακό κι αν φαίνεται ακόμη και σήμερα το σπάσιμο των κράσπεδων με τις βαριοπούλες, οι ακτιβιστές στο Ντένβερ στην πραγματικότητα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τη σύγχρονη πόλη με τους όρους που αυτή είχε όντως συλληφθεί – δηλαδή ως χώρο κυκλοφορίας και κινητικότητας.

David Gissen, Η αρχιτεκτονική της αναπηρίας,

ΠΕΚ, 2025 (μτφρ. Α. Ροζή), σελ. 116-117 και 122-123

Περισσοτερα αρθρα