Το στίγμα ενός νεαρού ποιητή (για το ποιητικό βιβλίο “Στο μετερίζι του χρόνου” του Δημήτρη Μπαλτά, ISBN: 9789602892367)
Γρηγόρης Τεχλεμετζής, συγγραφέας και διευθυντής του περιοδικού “Ο Σίσυφος”

Η παρούσα συλλογή (Εκδόσεις των Φίλων, 2026) είναι η έβδομη του νεότατου αλλά και ώριμου Δημήτρη Μπαλτά, γεννημένου μόλις το 1999. Τα ποιήματά της είναι μικρά, με ελεύθερο στίχο, κάποτε πεζόμορφα, απέριττα, κατανοητά, με καθάρια λιτότητα και νοήματα συνήθως άμεσα, συχνά δηλωτικά, άλλοτε με ενδιάθετο λυρικό τόνο, άλλοτε με κοινωνικό και κάποτε με τόνο διαμαρτυρίας. Θα μας πει για τα κοινωνικά δρώμενα: «ούτε η στάχτη στα μάτια δεν είναι/ πλέον απαραίτητη που όσο να πεις/ έδειχνε μια καπατσοσύνη.// Όλα γίνονται φανερά και ξεδιάντροπα» (σ.33). Αλλού ακούμε μια φωνή διαμαρτυρίας: «Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τους πετυχημένους δεν βρίσκεις αλήθειες, παρά μόνο καμιά λοβιτούρα ξετσίπωτη και αρκούντως φινιρισμένη» (σ.55). Ή βλέπουμε μια δυστοπία: «Οι μηχανές ζητούν/ καλύτερες συνθήκες εργασίας.// Οι εργάτες είναι ήδη νεκροί» (σ.11). Ο Δημήτρης Μπαλτάς ποτέ δεν κενολογεί. Πάντα έχει κάτι να μας πει μέσα από τα ποιήματά του. Δεν περιφέρεται αισθησιακά και αδόλεσχα σε εκτενείς περιγραφές και όμορφα λόγια, αλλά σύντομα, εύστοχα και συμπυκνωμένα θίγει τους στόχους του χρησιμοποιώντας συχνά υπαινιγμούς, μεταφορές και την εικονοπλασία: «Πάλι βρέχει στην ταράτσα της μνήμης/ και η υδρορροή παροχετεύει το νερό/ στο διψασμένο στόμα του πατέρα» (σ.23). Άλλοτε αρέσκεται στο να δημιουργεί εικαστικές αντιθέσεις και κατ’ επέκταση ψυχολογικές, οι οποίες έχουν και νοηματικό υπόβαθρο, όπως ο ανταγωνισμός της φθοράς με την ομορφιά παρακάτω:

[αστικό τοπίο]

Την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει
λούζει με το φως του τη Συγγρού.
Τα κτήρια μοιάζει να χαμογελούν
γαλήνια παρά τη γκρίζα όψη τους.
Ο δρόμος εξημερωμένος κυλά.
Η αγάπη σιγοκαίει στο ραδιόφωνο
του λεωφορείου.
Μια γυναίκα με κατακόκκινες γόβες
επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί.

Αυτή η ώρα τη φθορά για λίγο επιβραδύνει.

(σ.16)

Στην εικαστική αυτή προβολή σημαντικό ρόλο έχουν τα χρώματα, τα οποία είναι φορείς ψυχικών καταστάσεων. Εδώ η γκρίζα όψη έρχεται σε αντίθεση και ανταγωνισμό με τις κατακόκκινες γόβες, ενώ ο χώρος που λαμβάνει χώρα το ποίημα, όπως και όλη η συλλογή, είναι αστικός, άλλωστε ο ποιητής ζει στην Αθήνα η οποία υπεισέρχεται στο έργο του.

Γενικότερα η φθορά έχει κεντρικό ρόλο στη συλλογή, είτε είναι αυτοαναφορική και αφορά τον έρωτα του ποιητικού υποκειμένου, είτε αφορά την κοινωνία και αγγίζει τη διαφθορά, την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Το αποτέλεσμα του πρώτου σκέλους είναι ο λυρικός τόνος ενώ του δεύτερου είναι μια μελαγχολική διαμαρτυρία, τα οποία δένουν ταιριαστά στη συλλογή.

Στο τετράστιχο που χρησιμοποιεί ως εισαγωγική προμετωπίδα, με εμφατικά και διακριτά πλάγια γράμματα, μοιάζει με μια άτυπη αφιέρωση στους αναγνώστες του και επικαλείται τον συγχρωτισμό με αυτούς, μας αποτυπώνει το συναισθηματικό και νοητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η συλλογή:

Σε όσους επιμένουν να ονειρεύονται·
σε όσους παραμένουν ρομαντικοί·
σε όσους αγωνίζονται για το δίκιο·

σε όσους ακόμη αντέχουν·

Ακόμα υπάρχουμε (σ.10), ακόμα ονειρευόμαστε, ακόμα είμαστε ρομαντικοί, ακόμα αγωνιζόμαστε για το δίκιο, ακόμα αντέχουμε. Οι στίχοι αυτοί κρύβουν ένα βάρος, έναν αγώνα επιβίωσης της ανθρωπιάς μας. Το βάρος της ύπαρξης, το άγχος της ελευθερίας των υπαρξιστών, το βάρος της αντίδρασης στην αδράνεια, το βάρος της επιθυμίας, αυτήν που τόσο κατέκριναν ο Σοπενχάουερ και οι βουδιστικές φιλοσοφίες. Αλλά χωρίς την επιθυμία καταλήγουμε στο μηδέν. Εδώ ο ποιητής τάσσεται στο να υπάρχουμε και να αντέχουμε όσο και αν είναι αυτό επώδυνο. Γιατί η επιθυμία ενέχει πόνο και προσπάθεια, αλλά και απόλαυση και ίσως δικαίωση και έτσι ο αγώνας που περιγράφεται στο ποίημα αποκτά νόημα. Επιπρόσθετα,  ο ρομαντικός έρωτας είναι ένας ακόμα κινητήριος μοχλός της επιθυμίας και ένα από τα στοιχεία της συλλογής.

Διάχυτα στη συλλογή είναι το ερωτικό στοιχείο και η ματαίωση του, τα οποία εκκινούνται από τη μνήμη. Ο χρόνος είναι που τα έκανε παρελθόν και πόνο, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση και μια έντονη νοσταλγία. Σε ένα μεγάλο μέρος της συλλογής το υποκείμενο παρατηρεί τα αντικείμενα, τα οποία του δημιουργούν μια σειρά από συνειρμούς, επηρεάζοντας τη διάθεσή του, ανακινώντας τις μνήμες και τον έρωτα: «Ο σκόρος έφαγε το κασμιρένιο παλτό. Μαζί με το ύφασμα χάθηκε και το άρωμά σου. Όπως πάει δεν θα μείνει καμία απόδειξη του έρωτά μας» (σ.35). Οι κηδείες, το παλτό, το ημιυπόγειο, ο ήλιος, το κοχύλι, ο τοίχος, η βεντάλια και πολλά άλλα δεν είναι απλά αντικείμενα αλλά ίχνη δεμένα με τις μνήμες του ποιητικού υποκειμένου. Τα πράγματα είναι ο βυθός μας, κομμάτια συνειδητού και ασυνείδητου και πηγές ποιητικής έμπνευσης. Περιχύνονται με συναισθήματα: «Η βεντάλια πάνω στο τραπέζι/ πλάι απ’ το γλυκό του κουταλιού/ ξυπνά θύμησες, φουσκώνει πεθυμιές,/ καλωσορίζει καλοκαίρια αλλοτινά» (σ.41). Μέσα «στο μετερίζι του χρόνου», όπως λέει και ο τίτλος της συλλογής, είναι γραμμένα τα ποιήματα. Έτσι έχουμε μια ταλάντωση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, της άλλοτε ερωτικής ευτυχίας και της τωρινής απώλειας. Η σύγκριση αυτή είναι σταθερό μοτίβο του βιβλίου. Το υποκείμενο άγεται από τον χρόνο: «Ο χρόνος μας περιπαίζει/ και εμείς σφυρίζουμε αδιάφορα.// Άλλωστε, τι μπορούμε να κάνουμε;» (σ.43). Και ο χρόνος είναι το υπόβαθρο της συλλογής. Όμως η αναζήτηση της αγάπης και η μοναξιά είναι οι κινητήριες δυνάμεις των σκέψεων, της μνήμης, της τυραννίας και τελικά της ποιήσεως:

Το κυνήγι της αγάπης τυραννικό
για τις αδύναμες ψυχές που αποζητούν
μια φωλιά να κουρνιάσουν, ένα άγγιγμα
να τις ζεστάνει, ένα φιλί να τις ποτίσει.
Τι τα θες. Η μοναξιά γόνιμη προσφέρεται

σε τούτο τον παιδεμό.

(σ.57)

Συχνή είναι και η χρήση της ειρωνείας:

Τις νύχτες
ο ήχος
του απορριμματοφόρου,
που άσημα
υπηρετεί το καθήκον,
είναι η πιο σοβαρή ένδειξη

ότι ακόμη υπάρχουμε.

(σ.10)

Τα απορρίμματα είναι η πιστοποίηση της ύπαρξης. Ούτε το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» του Καρτέσιου, ούτε το «είμαι εκεί που δεν σκέφτομαι» του Λακάν, ούτε το «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» των υπαρξιστών. Τα απορρίμματα πάνε μαζί με την ύπαρξη, μας λέει ειρωνικά ο ποιητής, με διάθεση αποδόμησης της φιλοσοφίας, αλλά και απαξιωτική κάθε έπαρσης του ανθρώπινου είδους, το οποίο αφήνει και ίχνη καταστροφής.

Δεν λείπουν και τα ποιήματα «ποιητικής»:

Οι λέξεις
είναι
τα παπούτσια

του ποιητή.

Κάποιες φορές
τον στενεύουν
αρδεύοντας

τη θλίψη του.

Άλλες
τον χτυπάνε
φουσκώνοντας

τον καημό του.

Και άλλες
σπλαχνικά
του προσφέρουν

τη ζεστασιά τους.

(σ.9)

Οι λέξεις είναι το μέσο έκφρασης τους ποιητή. Κατά τις σύγχρονες απόψεις της φιλοσοφίας η γλώσσα ως σημαίνον αδυνατεί να εκφράσει απόλυτα το σημαινόμενο. Υπάρχει πάντα κάτι το άφατο που διαφεύγει. Οι λέξεις εδώ μπορούν να οδηγήσουν σε αστοχίες στενεύοντας, δηλαδή περιορίζοντας το ποίημα σε ατομικό επίπεδο ή χάνοντας κατά κάποιον τρόπο ένα μέρος του ευρύτερου νοήματος. Αλλού φουσκώνουν τα όντα δημιουργώντας παραμορφώσεις και οδηγώντας σε υπερβολή. Στην θεμιτή όμως κατάσταση τού προσφέρουν σπλαχνικά τη ζεστασιά τους, οδηγώντας τον στη λύτρωση και την ψυχαναλυτική αποφόρτιση. Σε κάθε περίπτωση οδηγούν σε ένα νέο ον, το ποίημα.

Ας δούμε και δυο δείγματα παιχνιδιάρικου ύφους που διανθίζει την πραγματικότητα:

Στη σταχτιά αυλή
μια κόκκινη μπάλα
υπακούει
στις απαλές κλωτσιές
της νοσταλγίας.

(σ.17)

 

Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι
μπλεγμένο στα ηλεκτρικά καλώδια
του κόσμου.

(σ.14)

Τα παραπάνω ποιήματα μου θύμισαν τον αρχαίο λυρικό ποιητή Ανακρέοντα. Παραθέτω το παράλληλο ποίημα:

Πάλι με το πορφυρό τόπι
χτυπώντας με ο χρυσομάλλης Έρωτας
με προκαλεί να παίξω μαζί

με την κόρη που φορά πλουμιστά σανδάλια

Αυτή όμως –είναι βλέπεις, από την καλοκτισμένη
Λέσβο –τα δικά μου μαλλιά,
επειδή είναι άσπρα, κατηγορεί,
ενώ χάσκει μπροστά σε κάποια άλλα.

(μετάφραση Αλεξάνδρα Ροζοκόκη)

Χαρακτηριστικό και στις δυο περιπτώσεις είναι το μοτίβο της μπάλας-μπαλόνι και του παιχνιδιού με τον πόθο και τα συναισθήματα, ενώ η εκφραζόμενη ευδαιμονία υποσκάπτεται από κάποιο εμπόδιο.

Κλείνοντας, αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε το στίγμα του ποιητή, θα κρατούσαμε τη μικρή φόρμα, τον κάποτε πεζό λόγο, τη διαρκή απόδοση νοημάτων, την ενδοσκοπική διερεύνηση, την κοινωνική διαμαρτυρία, τους υπαινιγμούς και την εικονοπλασία.

 

Περισσοτερα αρθρα