Disability: Το «Μπράβο» της υποτίμησης και η ανορεξία ως κραυγή (για το βιβλίο «Μπράβο, Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες» της Μαντώς Παπαρρηγοπούλου, ISBN 9786188837102)
Κατερίνα Γιαννακοπούλου

Το βιβλίο «Μπράβο, Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες» (εκδόσεις Yusra ,2026), γραμμένο από τη Μαντώ Παπαρρηγοπούλου, αποτελεί μία βαθιά και συγκινητική περίπτωση συνομιλίας μητέρας-κόρης. Βασίζεται στα γράμματα της μητέρας της, Μαρίας Θάνου, τα οποία η συγγραφέας ανακάλυψε το 2018, το μόνο αντικείμενο που διασώθηκε από την καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι. Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για μια ακόμη καταγραφή της ιστορίας μιας κοπέλας που νοσηλεύεται με νευρική ανορεξία. Είναι μια συγκλονιστική βιωματική κατάθεση της καθημερινότητας, των κοινωνικών συνθηκών και των εσωτερικών συγκρούσεων που βιώνει μια εικοσάχρονη γυναίκα, η οποία παλεύει να πάρει πίσω τη ζωή της.

Η Μαρία εισάγεται στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο για να αντιμετωπίσει τη διαταραχή. Μέσα από τις επιστολές που στέλνει στον σύντροφό της -τον οποίο άφησε πίσω στην Αμερική προκειμένου να νοσηλευτεί- αποτυπώνονται οι στιγμές της απόλυτης σωματικής και ψυχικής εξάντλησης, το μαρτύριο της τροφής, αλλά και η βαθιά μοναξιά. Ένας νεανικός έρωτας δοκιμάζεται σκληρά από την απόσταση και τον χρόνο. Κάθε γράμμα περιγράφει βήμα-βήμα μια μικρή νίκη: πώς η Μαρία αρχίζει σιγά-σιγά να τρώει, να ανέχεται τις μυρωδιές και τις γεύσεις, χωρίς το σώμα της να επαναστατεί.

Μέσα από μια οδύσσεια τριών ετών και μια εντατική θεραπεία εφτά μηνών, ο αναγνώστης ψηλαφίζει πώς λυγίζει ένα σώμα και, κυρίως, πώς υποφέρει μια ψυχή που έχασε την όρεξή της για ύπαρξη. Όταν, όμως, έρχονται οι πρώτες διατροφικές βελτιώσεις, η υγεία της Μαρίας ανθίζει ξανά. Τα συναισθήματά της γίνονται πιο «χορτάτα», έτοιμα να εκδηλωθούν και να γεμίσουν το μυαλό της με πληρότητα. Θέτει πλέον ξεκάθαρους στόχους για την ολική της επιστροφή: αυτοαποδοχή, αυτοκυβέρνηση, αυτοκυριαρχία, αυτογνωσία, αυτοπεποίθηση. Κατανοεί πως η μάχη είναι προσωπική, βρίσκει τη δύναμη και τα καταφέρνει.

«Το αστείο είναι ότι νιώθω δεκαοχτώμιση χρονών, είμαι είκοσι τρία μισό και είναι σαν να έχω ζήσει σαράντα έξι χρόνια γιατί πραγματικά νιώθω πως έχω ζήσει δύο ζωές [] απαλλαγμένη, ελεύθερη, λυτρωμένη από κάθε φόβο, ιδέα, μανία, αγωνία ή δεν ξέρω και εγώ πώς να το πω αυτό που ζούσα ως τώρα. Τώρα ζω πραγματικά μια νέα εφηβεία συνειδητά. Παθιάζομαι το ίδιο ξανά με σκέψεις, τα υπερέντονα συναισθήματά μου [] δεν φοβάμαι, δεν αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, δεν ντρέπομαι γι’ αυτό που είμαι, που σκέπτομαι, που κάνω. [] Ασφαλής, χωρίς την εξάρτηση απ’ τους άλλους και αισιόδοξη, γεμάτη δύναμη και δίψα για ζωή.» (σελ. 90-91)

Η Μαρία ανακτά σταδιακά την ενέργειά της και διοχετεύει τη δίψα της για ζωή στο διάβασμα και τη ζωγραφική. Παράλληλα, γεννιέται μέσα της η βαθιά ανάγκη να ξανανιώσει τον έρωτα· μια συνειδητή επιθυμία να ξυπνήσει το σώμα της, διεκδικώντας ξανά το δικαίωμα στις σωματικές και ψυχικές απολαύσεις. Όταν βρίσκει το εσωτερικό της σθένος μέσα στον πόλεμο ενάντια στην ανορεξία, έρχεται αντιμέτωπη και με την ίδια την πηγή του κακού. Εδώ το βιβλίο ξεπερνά τα στενά όρια μιας ιατρικής περίπτωσης και εισχωρεί σε μια βαθιά κοινωνική ανάλυση με επίκεντρο το σώμα και την έμφυλη υποτίμηση. Η ρίζα της διαταραχής βρίσκεται στον πατέρα της, ο οποίος τη χρησιμοποιούσε ως καθρέφτη των δικών του εμμονών, κατηγορώντας τη πως στερείται αυτοελέγχου στη διατροφή όπως η μητέρα της. Αυτή η διαρκής ψυχολογική πίεση συνοδευόταν από μια καθολική υποτίμηση: η επιτυχία της στις σχολικές εξετάσεις, οι σπουδές της, η ίδια της η νοημοσύνη και το φύλο της μηδενίζονταν συστηματικά. Έτσι, το ειρωνικό «μπράβο» του τίτλου υπογραμμίζει μια βαθύτερη παθογένεια. Η γυναικεία ταυτότητα μειώνεται σε επιφανειακούς ρόλους, όπου η επιδοκιμασία έρχεται μόνο όταν η γυναίκα «σερβίρει» αυτό που οι άλλοι προσμένουν από εκείνη, ενώ η πνευματική της αξία θάβεται. Ένας δηλητηριασμένος μπουφές παιδικών τραυμάτων που η ψυχή ξέρασε στην ενηλικίωση, με συνοδεία ένα αλμυρό, ειρωνικό πιάτο: «Εγώ δεν σου είπα ποτέ μπράβο; Δεν σου έχω πει ‘‘Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες’’ να στοιχειώνει κάθε προσπάθεια μεταβολισμού των πικρών αναμνήσεων.

Πέρα από τα προσωπικά αίτια, το βιβλίο θίγει και το κρίσιμο ζήτημα της ιατρικής ενημέρωσης. Σε ένα γράμμα της, η Μαρία εξομολογείται πως η ανάγνωση επιστημονικών μελετών τη γέμισε απελπισία, καθώς οι στατιστικές παρουσιάζουν την ανορεξία ως μια ασθένεια χωρίς ολοκληρωτική ίαση. Αντιλαμβάνεται ότι η επίλυση του ψυχολογικού πυρήνα είναι το θεμέλιο για να θεραπευτεί το σώμα και να αποφευχθεί η υποτροπή.

Στο τέλος, το σώμα της αναγεννιέται, το δέρμα της ξαναβρίσκει τη ζωντάνια του και τα όργανά της επαναλειτουργούν εύρυθμα. Βγαίνει νικήτρια από μια περιπέτεια όπου ο πατέρας της «τα έκανε σαλάτα», αλλά εκείνη κατάφερε να φτιάξει ξανά τη ζωή της: «Δεν έχασα τρία χρόνια, αλλά κέρδισα ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μου». Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που σε παρασύρει να νιώσεις πώς είναι να βαδίζεις σε αυτό το σκοτάδι και που, κλείνοντάς το, σε κάνει να θέλεις να φωνάξεις με όλη σου τη δύναμη: «Μπράβο, Μαρία!».

Περισσοτερα αρθρα